Κριτικός λογοτεχνίας δεν είμαι. Όταν όμως ο δημοσιογράφος και συγγραφέας-μεταξύ άλλων- Πέτρος Μπιρμπίλης μου έστειλε το τελευταίο του βιβλίο με τον τίτλο Μπέλ Ετουάλ και διάβασα το οπισθόφυλλο κάτι μου έκανε κλικ.

 

 

 

 

 

Το βιβλίο ασχολείται με την ιστορία 2 γριών. Αδερφές, χωρισμένες από χρόνια λόγω ενός ατυχήματος. Η μια ψυχικά ασθενής η άλλη όχι. Μου άρεσε αμέσως η αντιεμπορική επιλογή του θέματος για το ακόμα απαίδευτο ελληνικό κοινό σε τέτοιες θεματικές. Ειδικά όταν ο συγγραφέας δεν ανήκει στην κεντρική ελληνική συγγραφική σκηνή η οποία όπως και οι υπόλοιπες καλλιτεχνικες σκηνές έχει τις σταρούμπες της, τα δικά της groupies (τα οποία νομίζουν επειδή διαβάζουν ο, τι αποτελούν ανώτερο είδος groupie λολ, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση) και τους δικούς της στρεβλούς ελληνικούς κανόνες. Πως αλλιώς άλλωστε αφού αποτέλεσε και αποτελεί υποσύνολο του μεγάλου στρεβλού καλλιτεχνικού βιότοπου. Προ κρίσης και μετά.

 

 

 

 

Τι έχουμε μέχρι τώρα ως data λοιπόν; Έναν ελάσσονα συγραφέα, με ένα ελάσσων θεματικά βιβλίο από έναν μικρό αλλά συνεπή εκδοτικό οίκο να επιχειρεί να μεταφέρει σ' εμάς τους αναγνώστες της δεκαετίας της κρίσης που έχουμε αναπτύξει νέα κριτήρια επιλογής, όχι απαραίτητα καλύτερα απο τα προ κρίσης, την μαγικά ρεαλιστική ιστορία αυτών των δυο γριών που ναι μεν έχουν απαλές αποχρώσεις από τις κινηματογραφικές τους συγγενείς του What ever happened to baby Jane? αλλά μέχρι εκεί.

 

 

 

 

 

Γιατί η Ελλάδα μπορεί να μη διαθέτει Hollywood αλλά η βαθιά ψυχική επικράτεια των κατοίκων της, οι σχέσεις που αναπτύσσουν μεταξύ τους, ο χωροχρόνος, τα χάσματα και τα σχίσματα που τους περιβάλλουν έχουν μια πολύ ιδιαίτερη ψυχική δυναμική που ο Μπιρμπίλης κατάφερε να εντοπίσει καίρια σχεδόν από την αρχή του βιβλίου, να υφάνει πάνω σε αυτόν τον άξονα τις υφές των ηρωίδων του και να μας κάνει να ταυτιστούμε μαζί τους. Ποιά είναι αυτή η δυναμική;

 

 

 

 

 

Το ξυραφένιο σούρτα φέρτα ανάμεσα στο κωμικό και στο τραγικό που χαρακτηρίζει τους νεοέλληνες, ανεξαρτήτως ταξης, ιδεολογιών και οικονομικών δυνατοτήτων και το χωμάτινο χάος από το οποίο προέρχονται όλοι τους, το απεκδύονται ψηφίδα τη ψηφίδα οι "φυσιολογικοί", οι "επιτυχημένοι", οι ενταγμένοι στην κεντρική σκηνή αλλά έλα που αυτό υπάρχει ακούνητο στον πυρήνα τους κι αυτό είναι που έχει δημιουργήσει σε όσους έχουν καλλιτεχνικά ασχοληθεί μαζί του (είτε αυτοί είναι οι παστοί αστοί της γενιάς του 30, είτε οι -αχ πόσο ηττημένοι- αριστεροί, είτε η άνιση γενιά του 80, είτε οι δυο εκσυγχρονισμένες επόμενες) σοβαρά, με επίγνωση της σημασίας του για την νεοελληνική ψυχή και το παρανοϊκο πολλλές φορές roller coaster της έργα σημαντικά. Είτε μεγάλα, είτε μικρότερα.

 

 

 

 

 

Οι δυο γραίες του Μπιρμπίλη, η οποία μια είναι στην ουσία αν το καλοσκεφτούμε, απλά το εύρημα του να είναι ψυχικά ασθενής η δεύτερη επιτρέπει στον συγγραφέα να περιγράψει εξαιρετικά μπαίνοντας και βγαίνοντας συνεχώς από τον χαρούμενο -σχεδόν τζουλιετομασινικό-κατά όλη τη διαρκεια του βιβλίου ολολυγμό της παρανοικής αδερφής τα σωριασμένα μωσαϊκά των "κανονικών ανθρώπων" που συναντάει στο διάβα της, να μη μας κουνήσει κανένα ψευδοηθικό δάχτυλο καθώς η καημένη αρμενίζει απο περιπέτεια σε περιπέτεια κρατώντας η καλή μου μια μπομπονιέρα με κουφετάκια που τα νομίζει μαγικά και που τα καταπίνει όταν τα βρίσκει σκούρα (σαν άλλη Ντόροθυ καθώς ψάχνει τον δικό της Μάγο του Οζ , την αδερφή της) και να μας αποδείξει πόσο θλιμμένη είναι η λογική τελικά όταν οι 2 αδερφές συναντιούνται στο τέλος του βιβλίου, το οποίο δε μπορω να αποκαλύψω όπως καταλαβαίνετε.

 

 

 

 

 

Μου είναι αδιάφορο που κατατάσσουν ή πως αποτιμά το επίσημο λογοτεχνικό ιερατείο το βιβλίο όπως μου είναι αδιάφορο και σε κάθε καλλιτεχνικό πεδίο. Η Τέχνη έχει άλλους οχτώγκρεμους για να βουτήξει και να αποτιμηθεί και λίγοι εγχώριοι μέσα στις στρεβλώσεις και στις αιμομιξίες του μικρου μας χωριού διαθέτουν τα κατάλληλα εργαλεία.

 

Για μένα σημασία έχει πως ο Μπιρμπίλης και η σαλή ηρωιδα του μου έδειξαν ένα τρόπο να αφουγκράζομαι την ψυχή που τρέμει, που όλο πάει να πετρώσει γιατί της κόβουνε την όραση οι στάχτες και το φαρμάκι και να καταλάβω τι πάει να πει Μπελ Ετουάλ.

 

Αιμάτινοι σβόλοι χώματος που σύνεχεια τρίζουν και θέλουν μια αγκαλιά για να ξαποστάσουν.