Αν με ρωτούσε κάποιος ποιά καθαρόαιμα λαϊκά τραγούδια έχουν σημαδέψει την πρώτη μου νιότη, θα του απαντούσα αμέσως για τη πρώτη δυάδα: το Δυο νύχτες του Μητροπάνου που το πρωτοάκουσα στην Γραβάτα του Αλέξη Μπίστικα και τις Νταλίκες του Γιώργου Σαρρή. Είναι περίεργο ίσως για τον στρέητ ακροατή πως εγγράφονται στην gay ψυχοσύνθεση τα λαϊκα τραγούδια αλλά αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς το αποτύπωμα δεν διαφέρει πολύ.

 

Δεν ξέρω ακόμα πώς οι millenials θα βρούν το ψυχικό εκείνο νήμα που βρήκαμε εμείς και οι παλιότερες gay γενιές και συνδεθήκαμε με το omonoia sound, με τα λιγότερο δοξολογημένα από τους "ειδικούς" αλλά ιδρωμένα και ευδοκιακά λαϊκά τραγούδια των 70's κυρίως και με μερικά των 80's όπως οι Νταλίκες.

 

Οι Νταλίκες λοιπόν. Θυμάμαι πως όποτε το άκουγα μικρός υπνωτιζόμουνα κατευθείαν από τη χαμηλόφωνη ερμηνεία του αδερφού της Χαρούλας Γιώργου Σαρρή σαν νταλίκα που έσβηναν οι μηχανές κι έπεφτε στη χαράδρα. Είχε κάτι άψογα ευθύγραμμο αυτό το τραγούδι μακριά από τη συνήθη δοξολόγηση της καψούρας.

 

 

Σαν ένα ελληνικό λαϊκο blade runner, ο Ρασούλης περιέγραψε το κατακερματισμένο αιμάτινο ελληνικό κουβάρι, σαν φιλμ νουαρ και road movie μαζί, που ο ηρωάς του ένας σισύφειος Οδυσσέας βλέπει ξανά και ξανά τον αρχαίο του λυγμό να σκορπίζει σαν τα δάκρυα στον άνεμο. Γιατί οι νταλίκες και οι οδηγοί τους δεν είναι ρέπλικες -ευτυχώς - αλλά σύννεφα που τσακίζονται τρέφονται και επιζούνε διαρκώς περιπλανώμενοι.

  

 

 

 

 

 

photo Πάνος Μιχαήλ 

 

 

 

 

Όπως όλοι μας αν το καλοσκεφτείς