AΠΟΛΑΜΒΑΝΩ ΚΙ ΕΓΩ τον χαιρέκακο τρόπο με τον οποίο τα μεγάλα media χειρίζονται την ήττα του Τραμπ. Loser τον ανεβάζουν, loser τον κατεβάζουν. Τον λούζουν με τη βρισιά που κατείχε την εξέχουσα θέση στο τραμπούκικο οπλοστάσιό του. Ουδείς άλλος, ούτε καν οι ιταμότεροι των δικτατόρων, είχε ξαναμιλήσει ιστορικά με τέτοια ακατέργαστη περιφρόνηση για τους αντιπάλους του: ακόμη κι αν τους σάπιζαν στη φυλακή, δημοσίως κράταγαν τα γλωσσικά προσχήματα. Διότι ήξεραν ότι άλλο τα ιδιωτικά βίτσια κι άλλο οι δημόσιες αρετές. Κάποιο στοιχειώδες δίχτυ πρέπει να υπάρχει για να μη γίνονται λιώμα οι ακροβάτες.


Ο Τραμπ, όμως, μεθυσμένος από τη δύναμη του χρήματος και της διασημότητάς του, δολοφονούσε τον χαρακτήρα του αντιπάλου του με ένα γιορταστικό κράμα μίσους, διαβολής, υποτίμησης και ελεεινολογίας. Το γλένταγε σαφώς, ηδονιζόταν, αν παρατηρήσει κανείς το μόρτικο body language που είχε τότε – όπως ηδονίζεται ένα παιδί όταν ξεριζώνει τα φτερά μιας μύγας.


Μόνο που ο Τραμπ δεν είναι παιδί. Και ο δημόσιος λόγος του επηρέαζε το μεγαλύτερο έθνος της Δύσης. Τα σχεδόν σαδιστικά tweets του, γεμάτα ρατσισμό, ψέματα, απειλές και αδιαχείριστη οργή, έγιναν ένα είδος κανονικότητας στην καθημερινή μας ζωή, και τη λέρωσαν όχι μόνο με τη γελαδάρικη ακαλαισθησία τους αλλά κυρίως με την κτηνώδη «αξιακή» τους πυραμίδα.

 

Ο εμμονικός τρόπος με τον οποίο ο Τραμπ αλλά και το αμερικανικό σύστημα επικαλούνται την έννοια της Επιτυχίας ταιριάζει σε ένα ανθρώπινο ον τόσο νευρόσπαστο και μηχανικό, που δεν έχει καν ανθρώπινες ιδιότητες αλλά ξεντώνει αφύσικα σαν μάσκα του Τζιμ Κάρεϊ.


Είναι, λοιπόν, μια απόλαυση να βλέπεις τον κορυφαίο τραμπούκο της Ιστορίας να στουκάρει πάνω στον τοίχο που ο ίδιος έχτισε. Να εισέρχεται μωλωπισμένος στο χλωμό παρεάκι του Τζίμι Κάρτερ και του Μπους, των μοναδικών Προέδρων των ΗΠΑ που τα τελευταία 40 χρόνια δεν κατάφεραν να ανανεώσουν τη θητεία τους για δεύτερη φορά.


Αλλά είναι μια απόλαυση ένοχη και δηλητηριώδης. Το συνειδητοποιείς αυτό κάποια στιγμή, όταν εξατμίζεται η πολεμόχαρη τσατίλα σου και καταλαβαίνεις ότι ήδη το κακό έχει γίνει: ζυγίζεις τη ζωή (την ποικίλη και πολύπλαγκτη) με τη μονοσήμαντη ζυγαριά του Τραμπ.


Γιατί ένας άνθρωπος που είναι ανθρώπινος είναι καλό να αναρωτιέται: τόσο κακό, τόσο ταπεινωτικό είναι να χάνεις έναν αγώνα; Τόσο άχρηστος και άθλιος γίνεσαι εάν έρθεις κάποια στιγμή στη ζωή σου δεύτερος; Πού μένουν αυτοί οι υπεράνθρωποι που εξακολουθητικά νικάνε; – σίγουρα όχι στο Τrump Tower.


Όσοι έχουμε ζήσει τα χρονάκια μας ξέρουμε ότι πάνω στις αποτυχίες μας έχουν βλαστήσει όλα όσα πετύχαμε μετά. Ότι οι εποχές της οπισθοφυλακής, ο σιωπηλός αγώνας με τις αδυναμίες μας ή την κακή μας τύχη, οι άσημες μέρες στα ημιυπόγεια όπου δεν αναμετριέσαι με κανέναν άλλον πλην του εαυτού σου – αυτά είναι εκείνα που μας πέρασαν απέναντι και μας «αποκατέστησαν» αργότερα. Τουλάχιστον αυτούς που θέλουνε να παίζουν με τους κανόνες κι όχι μαφιόζικα. Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.


Ο εμμονικός τρόπος με τον οποίο ο Τραμπ αλλά και το αμερικανικό σύστημα επικαλούνται την έννοια της Επιτυχίας ταιριάζει σε ένα ανθρώπινο ον τόσο νευρόσπαστο και μηχανικό, που δεν έχει καν ανθρώπινες ιδιότητες αλλά ξεντώνει αφύσικα σαν μάσκα του Τζιμ Κάρεϊ.


Τα αποτελέσματα της Αμερικής με γέμισαν χαρά κυρίως γι' αυτό. Διότι διά της εις άτοπον απαγωγής απέδειξαν ότι ο «κοιμήσης» τα παίρνει όλα. Και ο θριαμβικός τραμπούκος μαθαίνει να συγκατοικεί με την ήττα του. Απέδειξαν ότι η ζωή δεν είναι μια στεγνή εξίσωση και ότι δεν ακολουθεί καν τον νόμο της αγοράς: είναι ένα ύφασμα από κλωστές χιλιάδες, ετερόκλητες, παλιές και νέες, δικές μας και ξένες, χρυσές και πρόστυχες – και έχει επίσης κάτι απρόοπτο και μυστήριο που δεν ερμηνεύεται πάντα, αλλά μας καθορίζει ερήμην.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.