ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΙΣΩΣ, αλλά το σοκ και η απογοήτευση από την επίδοση του Τραμπ σ' αυτές τις εκλογές που χάνει (εκτός συγκλονιστικού απροόπτου ή πραξικοπήματος), παρουσιάζονται εντονότερα από τις προηγούμενες τις οποίες κέρδισε – όπως δεν μας άφησε να ξεχάσουμε ούτε μία μέρα έκτοτε.

 

Μετά την προχθεσινή ατέρμονη αγρύπνια και το μούδιασμα από τη σαδομαζοχιστικά αμφίρροπη τροπή που έλαβε η αναμέτρηση, τα αμερικανικά μέσα της αποκαλούμενης «ελίτ» έχουν πλημμυρίσει από άρθρα γνώμης που αντί για πανηγυρισμούς, είναι βουτηγμένα στην εσωστρέφεια, στην οντολογική αναζήτηση («Ποιοι είμαστε τελικά ως Αμερικανοί;»), στην υπαρξιακή κρίση («Αυτοί είμαστε λοιπόν, ας το αποδεχτούμε»), στην παραίτηση σχεδόν.

 

Καλώς τους. Εμείς μια ζωή αναφωνούμε δεκαπέντε φορές τη μέρα «δεν είμαστε λαός» κι άλλες τόσες «δεν υπάρχει κράτος». Πάθαμε τίποτα; Πέρα από την πλάκα βέβαια, η αλήθεια είναι ότι εμείς εδώ στην Ελλάδα ή στην Ευρώπη δεν βιώνουμε τέτοιου είδους κολοσσιαίο και αγεφύρωτο (χωρο)ταξικό χάσμα (κυρίως ανάμεσα στα αστικά κέντρα και την ύπαιθρο, με ενδιάμεσο σταθμό τα προάστια), σαν αυτό που κόβει ιδεολογικά και πολιτισμικά την Αμερική στα δύο.

 

«Η νίκη μέσα σ΄ αυτή την κατάσταση γίνεται χίμαιρα. Όποιος κι αν αναλάβει τελικά την προεδρία, όλοι οι Αμερικανοί παραμένουν χαμένοι».


Και μάλιστα, χωρίς καμιά ελπίδα αμοιβαίας προσέγγισης στον ορίζοντα, ειδικά μετά από τόσα ναρκοπέδια που έστρωσε ο Τραμπ στο πέρασμά του. Όπως γράφει σε άρθρο του στο τελευταίο τεύχος του New York Review of Books, o γνωστός ηθοποιός, θεατρικός συγγραφέας και δοκιμιογράφος Γουάλας Σον, «σε έναν κόσμο όπου οι πλούσιοι απαιτούν να τους δοθεί άδεια να αρπάξουν όσα πιο πολλά μπορούν χωρίς κανένα αίσθημα ντροπής, και πολλοί από τους μη πλούσιους ανησυχούν τόσο πολύ για την προσωπική τους περιουσία ώστε να μην μπορούν να ασχοληθούν καθόλου με τη δυστυχία οποιουδήποτε άλλου, ο Τραμπ είναι ο ιερέας που χαρίζει αιώνια άφεση αμαρτιών».

 

Εδώ που τα λέμε, πώς να ενθουσιαστείς από μια τόσο «πύρρεια» (και πάντως διόλου θριαμβευτική) νίκη σαν αυτή που φαίνεται να καταγάγει τελικά ο Τζο Μπάιντεν; Και τι να απαντήσεις πραγματικά σε όσους, εξ αριστερών κυρίως, αντιμετωπίζουν τον Δημοκρατικό υποψήφιο ως μια διακοσμητική, προσχηματική οντότητα;


«Είμαστε επίσημα πια δύο χώρες, και καμιά τους δεν πρόκειται να κατακτηθεί από την άλλη ή να εξαφανιστεί σύντομα» γράφει στο Atlantic ο έγκριτος δημοσιογράφος και συγγραφέας Τζορτζ Πάκερ, απορρίπτοντας συγχρόνως τα εύκολα συμπεράσματα για το «είδος» των ανθρώπων που αποτελούν τη στέρεα, όπως φάνηκε, εκλογική βάση των Ρεπουμπλικάνων του Ντόναλντ Τραμπ:


«... Όλοι μας, επαγγελματίες των μέσων και μη, είμαστε σε κάποιο βαθμό δεσμώτες στεγανών θαλάμων πληροφορίας, όπου ακόμα και η απόπειρα να συλλάβεις διαφορετικά αφηγήματα και αντίθετες ατζέντες, θεωρείται ηθικά ύποπτη. Και θα ήταν τραγικό λάθος για τους Δημοκρατικούς να φαντάζονται ότι έχουν ανοσία στις παραμορφωτικές επιδράσεις που ασκούν η τεχνολογία της πληροφορίας και η ακραία πόλωση. Ίσα-ίσα, το να έχεις μια βασικά ορθολογική αντίληψη για τον κόσμο μπορεί και να εμποδίζει να διακρίνεις εύκολα την ύπουλη επίδραση της αυταπάτης. Τόσους και τόσους ανθρώπους δεν γνωρίζουμε οι οποίοι αρνήθηκαν επίμονα να πιστέψουν ότι ο Τραμπ θα μπορούσε να κερδίσει δίκαια μια εκλογική αναμέτρηση; Τα μέσα αντικοινωνικής δικτύωσης μας κρατούν όλους σφιχτά στη λαβή τους...»


«Δεν μπορούμε πια να ξεφύγουμε από αυτό που έχουμε γίνει ως Αμερικανοί: αυτό είναι το νόημα αυτών των εκλογών. Είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε ο ένας με τον άλλον, χωρίς να διαφαίνεται διέξοδος, βουλιάζοντας όλο και πιο βαθιά σε μια κατάσταση αμοιβαίας ακατανοησίας και αμοιβαίου μίσους... Η νίκη μέσα σ΄ αυτή την κατάσταση γίνεται χίμαιρα. Όποιος κι αν αναλάβει τελικά την προεδρία, όλοι οι Αμερικανοί παραμένουν χαμένοι».