ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΒΙΑΣ, όπως αυτά έχουν αναδειχθεί από τα ΜΜΕ ή έχουν καταγραφεί και διερευνηθεί από τη Διεθνή Αμνηστία ή τον Συνήγορο του Πολίτη είναι τόσα πολλά, ώστε μας καλούν πλέον να δούμε το προφανές: δεν πρόκειται για «μεμονωμένα περιστατικά», όπως αρέσκεται η αστυνομία ή το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη να τα χαρακτηρίζει, αλλά έχουν μια «κανονικότητα», ένα συγκεκριμένο, δηλαδή, μοτίβο κατά την ανάπτυξή τους.

 

Η ασύμμετρη, υπερβολική και τελικά αχρείαστη βία στις διαδηλώσεις, οι παρενοχλήσεις ΛΟΑΤΚΙ ανθρώπων και γυναικών, η κακομεταχείριση των συλληφθέντων, η σκληρότητα προς τους πρόσφυγες και τους μετανάστες γίνονται πλέον πάγιες τακτικές της ελληνικής αστυνομίας.


Δεν υπαινίσσομαι φυσικά πως κάθε αστυνόμος συνειδητά και συστηματικά προβαίνει σε καταπατήσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Αυτό που θέλω να πω είναι πως υπάρχουν δομικές δυσλειτουργίες που εμποδίζουν τον δημοκρατικό έλεγχο της αστυνομίας, τη διαφάνεια στην άσκηση του έργου της και τη λογοδοσία της στον πολίτη.


Δυσκαμψίες που λειτουργούν αθροιστικά (ελλιπής εκπαίδευση των αστυνόμων στα ανθρώπινα δικαιώματα, μειωμένη ανεξαρτησία και κωλυσιεργία των ελεγκτικών μηχανισμών διαχείρισης περιστατικών βίας, πολιτική προστασία και ανοχή) εκτρέφουν στον αστυνόμο την αίσθηση μιας κακώς εννοούμενης παντοδυναμίας.

 

Η πολιτεία υποσκάπτει τα ήδη εύθραυστα θεμέλια του οικοδομήματος της σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στην αστυνομία και την κοινωνία. Ήδη πολλές κοινωνικές ομάδες που βιώνουν θεσμικό ρατσισμό έχουν εκθρέψει μια ιστορική καχυποψία στην αστυνομία και στις πρακτικές της.


Έτσι, η χρήση της αστυνομικής βίας και καταστολής δεν ασκείται σύμφωνα με τις αρχές της νομιμότητας, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Οι περιπτώσεις είναι πολλές. Και ταξιδεύουν πλέον στις οθόνες μας. Είμαστε όλοι μάρτυρες και αυτό είναι αναντίρρητο. Αδικαιολόγητη και δυσανάλογη βία ασκείται στα σώματα των διαδηλωτών και πολλές φορές σε περαστικούς. Αναίτιες συλλήψεις, βία, κακομεταχείριση, πρόκληση σωματικών και ψυχικών βλαβών. Επιχειρήσεις μίσους στα Εξάρχεια.


Ο θάνατος του νεαρού Βασίλη Μάγγου είναι ενδεικτικός των αντανακλαστικών της ελληνικής πολιτείας. Προτού καλά καλά βγει η ιατροδικαστική έκθεση για το θάνατο του Βασίλη, το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη βγαίνει με μια θυμωμένη γλώσσα να μαλώσει όσους συνδέουν το περιστατικό με τη συγκλονιστική βία που γνώρισε ο θανών προ μηνός.

 

Καμιά δημοκρατική κουλτούρα. Καμιά θεσμική επίγνωση. Είναι σαν να μην υπάρχουν αρχές και θεσμοί που ελέγχουν, διερευνούν, αξιολογούν και αποφαίνονται για τις παρεκκλίσεις της αστυνομίας. Η μόνη θεσμική ανακοίνωση ήταν μια κομματικού τύπου παράγραφος που ταιριάζει μεν για τοπική οργάνωση της ΝΔ στις Σέρρες, αλλά δεν μπορεί να αρθρώνεται από το υπουργείο σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή που η αστυνομική βία γίνεται το πρώτο θέμα συζήτησης στις ΗΠΑ και αλλού.

 

Ας μας πουν: Διατάχθηκε ΕΔΕ για τη βία που αποδεικνύεται από το οπτικοακουστικό υλικό; Σε ποιο σημείο έφτασε; Με ποια κατηγορία προσήχθη ο Βασίλης; Τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία; Υπήρξε μέριμνα για την παραπομπή του σε νοσοκομείο λόγω των εμφανών τραυμάτων και της οδύνης του; Αληθεύει το περιστατικό περί στέρησης νερού (μορφή βασανιστηρίου); Γιατί η σορός μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη παρά το εκπεφρασμένο αίτημα της οικογένειας να παραμείνει στη Λάρισα;

 

Η πολιτεία υποσκάπτει τα ήδη εύθραυστα θεμέλια του οικοδομήματος της σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στην αστυνομία και την κοινωνία. Ήδη πολλές κοινωνικές ομάδες που βιώνουν θεσμικό ρατσισμό έχουν εκθρέψει μια ιστορική καχυποψία στην αστυνομία και στις πρακτικές της. Μια συνολική απονομιμοποίηση της αστυνομίας –στην οποία και οδεύουμε– θα είναι μείζον χτύπημα για τη δημοκρατία. Απαιτείται άμεσα ένας ευρύς διάλογος για μια εκτεταμένη μεταρρύθμιση στην ελληνική αστυνομία και άμεση και αξιόπιστη διερεύνηση των αιτιών του θανάτου του 27χρονου Βασίλη.