Διανοούμενοι, κοινωνικοί επιστήμονες και δημοσιολογούντες συνεχίζουν όλο αυτό το διάστημα απορημένοι (και πολλοί μάλλον εκνευρισμένοι, θα έλεγα) να αναρωτιούνται πώς διάολο τα κατάφεραν ως τώρα το κράτος και η κοινωνία στην Ελλάδα να αντεπεξέλθουν σε αυτή την τόσο περίπλοκη έκτακτη κατάσταση της πανδημίας που έχει κυριολεκτικά διαλύσει πολύ πιο προηγμένες χώρες από τη δική μας. Αυτό το κράτος και την κοινωνία που οι περισσότεροι από εκείνους, άσχετα με το αν ανήκαν στην αριστερά ή τη δεξιά, αδιάφορο αν ανήκαν στην «προοδευτική» ή στη «συντηρητική» διανόηση, συνήθιζαν να αντιμετωπίζουν αφ' υψηλού και, βέβαια, με συγκαλυμμένη ή και ανοιχτή περιφρόνηση.

 

Εκεί ήταν και είναι και το πρόβλημά τους. Έβλεπαν και μελετούσαν ένα κράτος και μια κοινωνία με δανεικά εργαλεία (ιδανικά για άλλα υποδείγματα, ενδεχομένως) που διαστρέβλωναν το βλέμμα τους, είτε με όρους αριστοκρατικούς είτε με λαϊκιστικούς. Επρόκειτο για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

 

Έβλεπαν εδώ, για παράδειγμα, ένα κράτος που δήθεν δεν μπόρεσε ποτέ να εκσυγχρονιστεί και μια κοινωνία που δήθεν ταλανιζόταν μονίμως από έναν διαρκή και συνεχιζόμενο ως σήμερα εμφύλιο, άσε που δεν είχε περάσει ποτέ «διαφωτισμό» (άλλη μια διαδεδομένη ιστορική ανακρίβεια που αναπαραγόταν σαν καραμέλα από προοδευτικούς και συντηρητικούς για να εξηγήσουν τις «ανορθολογικές» συμπεριφορές μας).

 

Από την πρώτη στιγμή θεμελίωσης αυτού του κράτους ένα αίσθημα βαθιάς εθνικής μειονεξίας χαρακτήριζε τις ελίτ μας έναντι της Δύσης για λόγους που δεν ήταν βέβαια άσχετοι και με το ίδιο το δυτικό βλέμμα απέναντι σε αυτήν τη χώρα με το ιεροποιημένο αρχαίο παρελθόν και τους μάλλον απογοητευτικούς σύγχρονους «απογόνους» του Περικλή. 

 

Κι όμως, προφανώς δεν επρόκειτο ούτε για το καλύτερο αλλά ούτε και για το χειρότερο κράτος και την πιο παραδοσιακή κοινωνία του δυτικού κόσμου, στον οποίο άλλωστε ανήκαμε ανέκαθεν, παρά τα περί αντιθέτου ιδεολογήματα για «την καθ' ημάς Ανατολή», που διακινούσαν από κοινού μάλιστα εκσυγχρονιστές και λαϊκιστές, ο καθένας για τους δικούς του ‒εξίσου ιδεολογικούς‒ λόγους. Τα ψευδοεκσυγχρονιστικά ιδεολογικά τους σχήματα δεν τους επέτρεπαν εν τέλει να δουν αυτό που η γυμνή από περιττά φτιασίδια ιστορική προοπτική μπορούσε ίσως μόνο αυτή να δει: την τεράστια πρόοδο που είχε κάνει αυτό το μικρό κράτος στους δύο αιώνες της ιστορίας του (φυσικά, παρά τις μεγάλες αντιφάσεις του και τα πισωγυρίσματά του), καθώς και το ότι ποτέ δεν βρέθηκε εκτός των διεθνών εξελίξεων, με όλα τα κατά καιρούς λάθη διαφόρων ανεύθυνων ηγεσιών του.

 

Αντιθέτως, όταν οι ηγεσίες αυτές βρίσκονταν στο ύψος των περιστάσεων, όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα, οι επιτυχίες ήταν μεγάλες, καθώς ακολουθούσε πάντα πειθαρχημένα και η ίδια η κοινωνία.

 

Προφανώς και όλα αυτά δεν θα έπρεπε να οδηγήσουν σε έναν νέο εθνικό αυτοθαυμασμό που στην ελληνική περίπτωση συχνά πηγαίνει εναλλάξ με την αυτομαστίγωση, καθότι αγαπημένα εθνικά σπορ αμφότερα. Αλλά δεν σημαίνει ότι θα πασχίζουμε να εξηγήσουμε αυτό που βλέπουμε να συμβαίνει σε πείσμα των παλιών σχημάτων μας, με όρους μιας κακεντρεχούς και μίζερης (αυτο)κριτικής, σαν να μην το αξίζουμε. Σαν να ήταν θέμα απλής τύχης και θείας πρόνοιας.

 

Είναι, πάντως, αρκετά εντυπωσιακό που σε ένα καθόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό η ημεδαπή διανόησή μας δεν αντέχει να παραδεχτεί αυτή την επιτυχία και αναζητεί ακόμη και τώρα διάφορες δικαιολογίες για να την ερμηνεύσει, όπως π.χ. ότι πίσω από την πειθαρχία μας ήταν ο φόβος για τη ζωή μας ‒ λες και ο ελεγχόμενος φόβος δεν είναι κατεξοχήν στοιχείο ωριμότητας. Είναι, βέβαια, πράγματι δύσκολο να παραδεχτείς ότι τα παλιότερα αυτά αριστοκρατικά ή λαϊκιστικά σου σχήματα δεν λειτουργούν πλέον, διότι απλούστατα σκοντάφτουν στην ίδια την πραγματικότητα. Είναι σαν να ακυρώνεις τον ίδιο τον εαυτό σου.

 

Καταλαβαίνω επίσης ότι πολλοί κινδυνεύουν μετά από αυτό να μείνουν χωρίς δουλειά, διότι έχουν κάνει δουλειά τους να μυξοκλαίγονται 70 χρόνια μετά για τον Εμφύλιο που τάχα δεν έληξε και συνεχίζει να καθορίζει το φαντασιακό και τις επιλογές μας. Αλλά δεν είναι μόνο αυτοί οι λόγοι.

 

Από την πρώτη στιγμή θεμελίωσης αυτού του κράτους ένα αίσθημα βαθιάς εθνικής μειονεξίας χαρακτήριζε τις ελίτ μας έναντι της Δύσης για λόγους που δεν ήταν βέβαια άσχετοι και με το ίδιο το δυτικό βλέμμα απέναντι σε αυτήν τη χώρα με το ιεροποιημένο αρχαίο παρελθόν και τους μάλλον απογοητευτικούς σύγχρονους «απογόνους» του Περικλή. Δυτικοτραφείς πάντα οι διανοούμενοί μας, επέστρεφαν στην Ελλάδα, όχι μετασχηματίζοντας τον ανεξάντλητο πλούτο της δυτικής σκέψης και του δυτικού πολιτισμού σε υλικό κατάλληλα προσαρμοσμένο για να κατανοήσουν τη χώρα αυτή και τις όποιες ιδιαιτερότητές της (που αποτελούσαν έτσι κι αλλιώς αναπόσπαστο συστατικό της ευρωπαϊκής ιστορίας) αλλά για να την αντιμετωπίσουν σαν τον φτωχό συγγενή ανώτερων πολιτισμών. Ή, αντίστροφα, και από αντίδραση, για να την αποθεώσουν ως το σημαντικότερο έθνος του πλανήτη.

 

Αλλά φτάνει με αυτόν τον φαύλο κύκλο εξωτερικής και εσωτερικής αυτο-υποτίμησης ή αυτοθαυμασμού. Για πόσο ακόμη, άραγε, θα βασανιζόμαστε από αυτά τα καταγωγικά κόμπλεξ; Ιδίως όταν η πραγματικότητα δείχνει ότι μπορούμε μια χαρά να βρούμε την αξιοπρεπή θέση μας στον σύγχρονο κόσμο ως ένα εθνικό κράτος που, όταν διαθέτει καλά επεξεργασμένο σχέδιο και αξιοποιεί σωστά το καλύτερο προσωπικό του αλλά και τις αυθεντικές του αρετές, με γνώση και αυτοπεποίθηση, είναι ικανό να τα καταφέρει όπως και οι υπόλοιποι. Μερικές φορές ίσως και καλύτερα.

 

Αν κάτι πρέπει να μείνει από όλη αυτή την περιπέτεια, όταν πλέον θα την έχουμε αφήσει πίσω μας, ας είναι τουλάχιστον αυτό. Μια νέα εθνική αυτοπεποίθηση, χωρίς τους αυτάρεσκους ή μειονεκτικούς κομπλεξισμούς του παρελθόντος. Θα μας επιτρέψει, εκτός των άλλων, να γιορτάσουμε και σε άλλο πνεύμα, απελευθερωμένο από τα βαρίδια τόσων ετών, τα 200 χρόνια του κράτους μας, που αξίζει να το αντιμετωπίσουμε με πιο δίκαιο και εξωστρεφή τρόπο.

 

*Ο κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και γραμματέας σύνταξης της «Νέας Εστίας».