ΠOIA ΘΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ
μετά την κρίση του κορωνοϊού και πόση σημασία έχουν όσα συμβαίνουν και όσα θα συμβούν αυτές τις μέρες για τη διαμόρφωση της μετα-κρισιακής συνθήκης; Ποια θα είναι η νέα αυτή συνθήκη εντός της οποίας θα βρεθούμε ξαφνικά ερριμμένοι; Τι οφείλουμε να υπερασπίσουμε και να πράξουμε σήμερα, ώστε να μπορέσουμε να ελέγξουμε τη διαμόρφωση του αύριο;

 

Προφανώς, στα παραπάνω ερωτήματα δεν υπάρχουν προκατασκευασμένες απαντήσεις, υπάρχουν όμως συγκεκριμένες κατευθύνσεις που χωρίζονται μεταξύ τους με σταυροδρόμια, ενώ, ακολουθώντας τη μία ή την άλλη, οι λύσεις φανερώνονται ναυπηγώντας εν πλω. Κάτι που οφείλουμε όμως να θυμόμαστε είναι ότι πάντα υπάρχουν εναλλακτικές. Ακόμα και σε περιόδους κρίσης, αν όχι ειδικά σε αυτές. Στη συγχρονία, για παράδειγμα, μπορούμε πράγματι να επιλέξουμε ανάμεσα σε μια ολοκληρωτική επιτήρηση και παρακολούθηση ή σε μορφές ουσιαστικής ενδυνάμωσης των πολιτών. Μπορούμε να επιλέξουμε ανάμεσα στις εθνικιστικές αναδιπλώσεις ή σε μορφές διεθνούς αλληλεγγύης.

 

Λέγεται ότι στις κρίσεις φανερώνεται η πραγματική φύση των ανθρώπων. Το ίδιο ισχύει και για τα πολιτικά και οικονομικο-κοινωνικά συστήματα: σε περιόδους κρίσης, τα βασικά πλεονεκτήματα και οι αδυναμίες τους αποκαλύπτονται. Πολλά από τα στοιχεία της δημοκρατίας, τα οποία θα μπορούσαν να καταστήσουν τα συστήματά μας καλύτερα εξοπλισμένα, εν καιρώ κρίσης υποχωρούν, ίσως επειδή παραμένουν ατροφικά τις περιόδους «κανονικότητας». Χωρίς αυτά, όμως, ακόμα και η πιο εύπορη, τεχνολογικά εξελιγμένη χώρα είναι καταδικασμένη απλώς να σκιαμαχεί. Γιατί, άραγε, σε κάθε συνθήκη κρίσης η πρώτη που πρέπει να υποχωρεί είναι η δημοκρατική λειτουργία; Αυτό πρέπει να μας απασχολήσει.

 

Η πανδημία του κορωνοϊού επηρεάζει όλους, αλλά δεν επηρεάζει όλους εξίσου. Και εάν συμφωνούμε ότι ο κορωνοϊός είναι ο ιός της ανισότητας, με την έννοια ότι τόσο οι άμεσες όσο και οι έμμεσες επιπτώσεις του όχι μόνο επιβαρύνουν περισσότερο τους αδύναμους αλλά και θα προκαλέσουν περισσότερες ανισότητες στο άμεσο μέλλον, τότε ως τέτοιον πρέπει και να τον πολεμήσουμε.

 

Σε κάθε περίπτωση, ένας βαθμός επιβολής ισχυρών μέτρων είναι αναμφισβήτητα αιτιολογημένος. Όπως έχουμε πει, η αποδοχή του κρατικού πατερναλισμού που οδηγεί στον περιορισμό της ατομικής αυτονομίας, όταν επιτρέπεται με όρους εθελούσιου αυτοπεριορισμού στη βάση της αλληλεγγύης και της μέριμνας προς την κοινότητα, παύει να έχει στοιχεία εξωτερικού καταναγκασμού.

 

Ωστόσο, όταν μια συνθήκη εξαίρεσης οδεύει προς μια νέα κανονικότητα, πρέπει να υπάρξει έλεγχος και μέτρο στον αριθμό, στον βαθμό και στη διάρκεια της πηγής και της φύσης των αποφάσεων που θα παρθούν. Η αιτιολόγησή τους οφείλει να παράγεται και να επικοινωνείται μέσω δημοκρατικών, ανοικτών, διαφανών διαδικασιών. Χρειάζονται περαιτέρω βαθμοί ελέγχου και λογοδοσίας. Η κατάσταση εξαίρεσης δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως βραχυπρόθεσμη έλλογη συνθήκη κανονικότητας, η οποία μετουσιώνεται σε μεσο- ή πολλές φορές και μακροπρόθεσμη.

 

Οφείλουμε όχι μόνο να παρακολουθούμε αλλά και να έχουμε λόγο στον τρόπο που ασκείται η βιοπολιτική σε όλα τα πεδία της καθημερινής μας ζωής. Το πρώτο βήμα είναι να αντιληφθούμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο ανταγωνιστικές αξίες έρχονται σε σύγκρουση. Συχνά, γύρω από αξίες και ιδέες, πολλές φορές σε βάρος των πιο υψηλών από αυτές, αναπτύσσονται πολιτικές και συγκεκριμένα συμφέροντα τα οποία εκμεταλλεύονται την κρίση ως ευκαιρία υποβάθμισης της δημοκρατίας και προώθησης ιδιοτελών σκοπών (δυστυχώς, δεν το παρατηρούμε μόνο σε χώρες άλλων ηπείρων αλλά και σε ευρωπαϊκές, λ.χ. στην Ουγγαρία). Εκεί είναι που οφείλουμε να συγκρουστούμε.

 

Ας προσπεράσουμε τις ιδεοληψίες κοινωνικού δαρβινισμού, που πολλές φορές κρύβονται κυνικώς πίσω από ρητορικές και αποφάσεις που παρατηρούμε διεθνώς, και ας θεωρήσουμε δεδομένο ότι η αξία κάθε ανθρώπινης ζωής παραμένει κοινώς αναγνωρισμένη ως το ύψιστο αγαθό που οφείλουμε να προασπίσουμε. Η τριπλή κρίση (υγειονομική, οικονομική και ψυχολογική) που βιώνουμε λόγω της πανδημίας έρχεται να προστεθεί στις μεγάλες κρίσεις της εποχής μας, με κυρίαρχες την κλιματική κρίση, τις ανισότητες κάθε είδους και την προσφυγική και μεταναστευτική κρίση. Όλα αυτά, εν μέσω καθοριστικών τεχνολογικών εξελίξεων που μας έχουν εισαγάγει στην 4η Βιομηχανική Επανάσταση, και μένει σ' εμάς να προσδώσουμε θετικό πρόσημο. Προφανώς, εφόσον κατανοούμε ότι το πρόβλημα προκύπτει από τις αλληλοσυνδεόμενες κρίσεις, δεν μπορεί παρά και η λύση να είναι απόρροια αλληλοσυνδεόμενων πρωτοβουλιών.

 

Η πανδημία του κορωνοϊού επηρεάζει όλους, αλλά δεν επηρεάζει όλους εξίσου. Και εάν συμφωνούμε ότι ο κορωνοϊός είναι ο ιός της ανισότητας, με την έννοια ότι τόσο οι άμεσες όσο και οι έμμεσες επιπτώσεις του όχι μόνο επιβαρύνουν περισσότερο τους αδύναμους αλλά και θα προκαλέσουν περισσότερες ανισότητες στο άμεσο μέλλον, τότε ως τέτοιον πρέπει και να τον πολεμήσουμε.

 

Για παράδειγμα, δεν μπορούμε να μην αναλογιστούμε τους συνανθρώπους μας που χάνουν ή θα χάσουν τη δουλειά τους ή μια ολόκληρη γενιά, τη δική μας, που χωρίς ακόμα να έχει ξεπεράσει την κρίση του 2008 βιώνει και αυτή την κρίση, καθιστώντας πλέον την επισφάλεια, σε όλα τα επίπεδα, οριακά οντολογικό χαρακτηριστικό της.

 

Επίσης, δεν μπορούμε να μην εστιάσουμε σε ζητήματα ψηφιακών δικαιωμάτων που πλέον καθίστανται κομβικά. Πρώτον, θέματα προσωπικών ελευθεριών και ιδιωτικότητας: Πόση ελευθερία άραγε είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε για την ασφάλειά μας; Και μια μετα-ερώτηση: Είναι σωστό να θέτουμε την ελευθερία και την ασφάλεια ως μέρη ενός μανιχαϊστικού διπόλου; Μήπως υπάρχει η δυνατότητα, με τις σωστές πολιτικές, να εξασφαλιστούν, στον μέγιστο εφικτό βαθμό, παράλληλα αμφότερες; Δεύτερον, ζητήματα ψηφιακής εργασίας: Θα υποστηρίξουμε ανοικτά και συνεργατικά μοντέλα οικονομίας διαμοιρασμού ή θα καταλήξει η ψηφιακή εργασία απλώς ένα μοντέλο gig οικονομίας με εγγενώς επισφαλείς μορφές αποσπασματικής και περιστασιακής απασχόλησης;

 

Οι λύσεις για την πανδημία και τη συνθήκη που θα ακολουθήσει οφείλουν να δοθούν σε διεθνές επίπεδο και αν είναι νωρίς γι' αυτό, ας είναι τουλάχιστον σε ευρωπαϊκό. Το σίγουρο είναι πως δεν υπάρχει χώρος για την ψευδαίσθηση της επιφανειακής, πρόσκαιρης φιλανθρωπίας, χρειάζονται αποφάσεις, ρυθμίσεις και δράσεις ουσιαστικής αλληλεγγύης. Ας φροντίσουμε ο ιός να παραμείνει μόνο ένας δυστοπικός βιολογικός παράγοντας και να μην αποτελέσει μέρος μιας ιδεολογίας που κατασκευάζει την ετερότητα του Άλλου ως ασθένεια.

 

Η αμφισβήτηση του κόσμου πριν από την κρίση μπορεί να μας δώσει νέους, εναλλακτικούς δρόμους για την αναδιαμόρφωση του κόσμου μετά την κρίση. Συχνά υποστηρίζουμε ότι χρειαζόμαστε ριζικά νέες αλλαγές ώστε να βελτιώσουμε την καθημερινή κοινωνικο-πολιτική πραγματικότητά μας. Αυτό που οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε είναι ότι μια ριζική αλλαγή ήδη συμβαίνει, εξαιτίας και εξ αφορμής της κρίσης του κορωνοϊού. Διανοίγονται, λοιπόν, πεδία διεκδίκησης για το ποιο θα είναι το περιεχόμενο της αλλαγής μετά την κρίση και πώς αυτό θα πραγματωθεί.

 

Ας δώσουμε τη μάχη συλλογικά ενάντια στην απομόνωση και στη μισαλλοδοξία και υπέρ της μέριμνας για τον Άλλον, από τον αυτοπεριορισμό του καθενός για την προστασία όλων μέχρι και την υποστήριξη αξιών που θα υπερασπίσουν τη ζωή και τα δικαιώματα όλων, όπως η ισοελευθερία και η κλιματική δικαιοσύνη. Αργά ή γρήγορα θα συναντήσουμε τη ζωή ξανά, μέσα από τις πληγές που θα κλείνουν, ας την κάνουμε πιο όμορφη από πριν.

 

________________
Ο Νίκος Ερηνάκης είναι Διδάσκων Φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ και την ΑΣΚΤ και Επιστημονικός Διευθυντής του Ινστιτούτου ΕΝΑ