ΜΕ ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ, 14.3.2020, περ. Lifo, άρθρο του, υπό τον τίτλο «Επιδημία, θεία κοινωνία και μετάληψη», ο κύριος Σταύρος Ζουμπουλάκης, θέτει υπό κρίση ολόκληρο το οικοδόμημα τού ονομάζεται Ορθόδοξη Εκκλησία τής Ελλάδος.

 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία, αντιμέτωπη και αυτή με την πανδημία τού κορονωιού, θα πρέπει να αισθάνεται τα προαιώνια θεμέλιά της, οι καθιερωμένοι κανόνες της και τα βαρύτιμα τελετουργικά της, να τρίζουν όσο δεν έτριξαν ποτέ.

 

Ο κ. Ζουμπουλάκης, αφορμώμενος από το ζήτημα που προέκυψε για εάν ή όχι η μετάληψη μπορεί να μεταδώσει τον ιό, εφόσον ο πιστός έρχεται σε άμεση επαφή με το κουταλάκι που τού ενσταλάζει τον άρτο και τον οίνο, δηλαδή, το σώμα και το αίμα τού Χριστού. Το συμπέρασμα είναι πως ναι, μεταδίδει τον ιό.

 

Αυτό όμως για ποιόν λόγο συμβαίνει;

 

Ο κ. Ζουμπουλάκης επιδίδεται, ως πιστός χριστιανός, σε μία αναφανδόν υπεράσπιση τής Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και των αποφάσεών της, όμως, αυτό που κυριαρχεί στο κείμενό του, είναι μία απροκάλυπτη συνηγορία υπέρ τής διαιώνισης τής εκκλησιαστικής παράδοσης, τής θέσης της άρα και τής εξουσίας της, προτείνοντας μάλιστα και βελτιωτικά μέτρα – η θεία κοινωνία να μη γίνεται με κουταλάκι αλλά με άλλους πιο  ασφαλείς τρόπους.

 

Αιώνες ψεύδους και μισαλλοδοξίας, έρχονται αντιμέτωποι μ' έναν θανατηφόρο ιό ο οποίος αποκαλύπτει την σαθρότητα και την φθαρτότητα τού μορφώματος που είναι η Εκκλησία και που ποδηγέτησε αναρίθμητους πληθυσμούς τούς οποίους εξαπάτησε με υποσχέσεις που η ίδια η ανθρώπινη φύση τούς αναιρεί και τούς καταδικάζει, δεν μιλώ καν για την επιστήμη.

 

Χαρακτηρίζει την θεία ευχαριστία «καρδιά τής Χριστιανικής λατρείας», και συνεχίζει : «Θεία λειτουργία σημαίνει μυστήριο τής θείας ευχαριστίας και θεία ευχαριστία σημαίνει μεταβολή τού ψωμιού και τού άρτου σε σώμα και αίμα Χριστού. Η ύλη τής θείας κοινωνίας, ωστόσο, το ψωμί και το κρασί, εξακολουθούν και μετά την Επίκληση και την μεταβολή να είναι υποταγμένα στους νόμους τής φύσεως. Δεν αφθαρτοποιούνται. ΄Η μήπως γίνεται φθαρτό και το σάλιο που θα αφήσει στη λαβίδα  ο άρρωστος που κοινώνησε από το κοινό Ποτήριο; Χωρίς περιστροφές, κατά την μετάληψη τής θείας κοινωνίας, μπορεί να μεταδοθεί το νόσημα».

 

Τι μάς λέει εδώ ο κ. Ζουμπουλάκης.

 

Μάς λέει, χωρίς να το θέλει αλλά ευθέως, σύμφωνα με την λογική, βέβαια, και όχι την συμβολική/θεολογική γλώσσα, ότι το ψωμί και το κρασί δεν είναι το αίμα και το σώμα τού Χριστού, διότι, απλούστατα, αυτά δεν έχουν μετουσιωθεί σε κάτι άλλο από αυτό που είναι, συνεπώς δεν έχουν καμία άλλη ιδιότητα από αυτήν που έχουν όλα τα προϊόντα τής φύσης, πράγμα που δεν μπορεί να οδηγήσει σε καμία βεβαιότητα ότι αυτό το ψωμί κι αυτό το κρασί είναι δυνατόν να μεταδίδουν στον πιστό αυτό που τού υπόσχεται η Εκκλησία.

 

Αυτό που υπόσχεται η Εκκλησία στον πιστό της είναι, με μία λέξη, η σωτηρία. Η υπέρβαση των ορίων τού ανθρώπινου, η κατάργηση τής φθοράς και τού θανάτου, η μετά θάνατον ζωή, άρα η πίστη ότι όλο το θεολογικό της οικοδόμημα αποσκοπεί στο να προστατεύσει τον άνθρωπο από κάθε μορφής κακό, κι αυτό το κάνει με την τήρηση μιάς συμπεριφοράς η οποία, όταν τηρείται αυστηρά, οδηγεί στην πραγματοποίηση τού σωτηριολογικού προορισμού τής Εκκλησίας. 

 

Το μόνο που έχει να πει επ’ αυτού ο κ. Ζουμπουλάκης είναι : «Μακάρι λοιπόν αυτή η μεγάλη υγειονομική κρίση να πείσει τις Ορθόδοξες Εκκλησίες ν’ αλλάξουν τον τρόπο μετάληψης».

 

Αυτό ενδιαφέρει τον κ. Ζουμπουλάκη : η επιβίωση τής Εκκλησίας. 

 

Οσο τρομακτικό κι αν ακούγεται, έτσι είναι. Διότι, ο κ. Ζουμπουλάκης, ξέρει πάρα πολύ καλά, όπως το ξέρουν και όλοι οι πιστοί όπως αυτός, ότι την φορά αυτή η Ορθόδοξη Εκκλησία πλήττεται στην ουσία της, στην ίδια της την υπόσταση, στην αναγκαιότητα αυτής τής υπόστασης, κι αυτό το πλήγμα φαίνεται ότι θα είναι και το τελευταίο και το οριστικό.

 

Αιώνες ψεύδους και μισαλλοδοξίας, έρχονται αντιμέτωποι μ’ έναν θανατηφόρο ιό ο οποίος αποκαλύπτει την σαθρότητα και την φθαρτότητα τού μορφώματος που είναι η Εκκλησία και που ποδηγέτησε αναρίθμητους πληθυσμούς τούς οποίους εξαπάτησε με υποσχέσεις που η ίδια η ανθρώπινη φύση τούς αναιρεί και τούς καταδικάζει, δεν μιλώ καν για την επιστήμη.

 

«Οι άδειες εκκλησίες είναι όντως πικρό πράγμα για τούς πιστούς. Πικρότερα είναι όμως η αρρώστια και ο θάνατος», γράφει ο κ. Ζουμπουλάκης. Πράγματι, είναι, αλλά πότε η Εκκλησία έσωσε τούς ανθρώπους από τις αρρώστιες και από τον θάνατο; Μπορεί τώρα, σήμερα, να σώσει την ανθρωπότητα από την αρρώστια και τον θάνατο; Μπορεί να σώσει έστω αυτούς που πιστεύουν σ’ αυτήν; Μπορεί να αναλάβει σωτήριο ρόλο, θεραπευτική αποστολή, να κάνει το θαύμα της όπως ο ιδρυτής της; Μπορεί να πείσει ότι αυτό που λέει είναι ικανή και να το κάνει; 

 

Η αρρώστιες και ο θάνατος είναι, για μία ακόμα φορά στις χιλιετίες που προηγήθηκαν,  η μεγάλη δοκιμασία τής Χριστιανικής Εκκλησίας, και τώρα η Εκκλησία, για μία ακόμα φορά, δεν θα τα βγάλει πέρα ούτε μ’ εκείνες ούτε μ’ αυτόν. Σήμερα όμως βρισκόμαστε στο ακρότατο σημείο όλου τού πριν. Σήμερα η Εκκλησία, δεν έχει κανέναν τρόπο να αποτρέψει το τελειωτικό χτύπημα, διότι, με την παγκοσμιότητα που έχει ο ιός ως θανάσιμη απειλή, καταρρέουν όλες οι παραπλανητικές διαβεβαιώσεις,  όλες οι ψευδαισθήσεις που καλλιεργήθηκαν επί αιώνες στο πνεύμα κα στις ψυχές αναρίθμητων ανθρώπων απελπισμένων από την ίδια την θνητή φύση τους την οποία, ο Χριστιανισμός, τούς έπεισε ότι μπορεί να την νικήσει.

 

Αυτό που γράφει ο κ. Ζουμπουλάκης : «Η εν λόγω απόφαση τής ΔΙΣ καλεί τούς πιστούς να εντείνουν τις προσευχές τους στον Νικητή τής φθοράς και τού θανάτου», είναι η ομολογία μιάς εμμονής στο απόλυτο ψέμα. Ποιος μπορεί, στοιχειωδώς, να υποστηρίξει την αυταπάτη ότι νικήθηκε η φθορά και ο θάνατος, κι ότι αυτός που τα νίκησε είναι ο Νικητής; Αυτός που αποτελεί ο ίδιος την μεγαλύτερη απάτη, αυτός που όπως όλοι οι αποκρουστικοί σωτήρες, όχι μόνο δεν έσωσε τον κόσμο αλλά, πώς θα γινόταν αλλιώς,  τον άφησε, μετά τον δικό του θάνατο, ακριβώς εκεί που ήταν πάντα, ολοκληρώνοντας έτσι μία απόλυτη αποτυχία, την αποτυχία ενός τερατώδους λάθους που στοίχειωσε την ανθρωπότητα επί είκοσι αιώνες. 

 

Είναι θλιβερό, αλλά και εξοργιστικό, που οι εμμονές – πολιτικές και θρησκευτικές – δεν επιτρέπουν στους ανθρώπους να δουν και να καταλάβουν, κυρίως όταν προκύπτουν γεγονότα αναμφισβήτητης προφάνειας. Είναι τόσο ισχυρές αυτές οι εμμονές ώστε, και μορφωμένους, ακόμα και προβληματισμένους ανθρώπους, τούς κρατούν αμετακίνητους στην τυφλότητα, την οποία μάλιστα, σε κρίσιμες ώρες όπως τώρα, όχι μόνο δεν την υποψιάζονται αλλά και την υπερασπίζονται ως κάτι κορυφαίας και αναμφισβήτητης σημασίας που πρέπει να διατηρηθεί εσαεί, να βγεί ακέραιο και αλώβητο, ακόμα και ενισχυμένο, από μία λαίλαπα θανάτου.

 

Αποδεικνύεται ότι, για τον κ. Ζουμπουλάκη και την ΔΙΣ, η ζωή τής Εκκλησίας έχει μεγαλύτερη σημασία από την ζωή των ανθρώπων, ακόμα και των πιστών τους. Ότι, γι’ αυτούς, η περατότητα δεν υπάρχει. Ότι η θνητότητα είναι κάτι περαστικό και προσωρινό. Ότι αυτοί εκπροσωπούν τον Νικητή τής φθοράς και τού θανάτου. Ότι η πίστη σ’ αυτόν τον Νικητή πρέπει να υπερτερεί οποιασδήποτε άλλης πραγματικότητας, και ότι το αντικείμενο τής πίστης τους είναι η μόνη πραγματικότητα. Ότι, εντέλει, αρκεί να βγει ανίκητη η Εκκλησία. Το ένστικτο τής ιδιοκτησίας και τής επιβίωσης στην πιο σατανική εκδοχή του.

 

«Όταν περάσει το κακό, μακάρι να μπορούμε να πούμε απολογιστικά ότι η Εκκλησία προστάτεψε έμπρακτα την ζωή των ανθρώπων και στάθηκε ικανή να λάβει ένα μάθημα από αυτήν, ώστε να αλλάξει επιτέλους τον τρόπο μετάληψης, μια απλή λειτουργική συνήθεια».

 

Πώς μπορεί να προστατέψει έμπρακτα την ζωή των ανθρώπων η Εκκλησία; Με την λέξη αυτή, ο κ. Ζουμπουλάκης ομολογεί το ανομολόγητο : ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να προστατεύσει έμπρακτα την ζωή τω ανθρώπων, τής είναι αδύνατο, δεν είχε ούτε έχει αυτή την ικανότητα, είναι ανίκανη εκ γενετής για οτιδήποτε έμπρακτο, με οποιαδήποτε εμπράγματη ενέργεια. Σ’ αυτό οφείλεται και η πλήρης αχρηστία της.

 

Για τον κ. Ζουμπουλάκη, έχει επείγουσα προτεραιότητα, «όταν περάσει το κακό», όπως λένε τα γραΐδια τού Σκιαθώτη, «να σταθεί ικανή (η Εκκλησία) να λάβει ένα μάθημα ώστε να αλλάξει επιτέλους τον τρόπο μετάληψης»: τον απασχολεί, και το δηλώνει ανερυθρίαστα, χωρίς την παραμικρή συναίσθηση τού τι λέει, προσβάλοντας κατάφωρα την ίδια την ζωή τη οποία η Εκκλησία του εξ αρχής περιφρόνησε και υποτίμησε, τον απασχολεί, σε βαθμό μάλιστα επείγοντος, ένα διαδικαστικό ζήτημα, την ίδια ακριβώς στιγμή που ο θάνατος θερίζει την ανθρωπότητα.

 

Όλα αυτά συνθέτουν την αγγελία θανάτου τής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

 

Η ζωή της ως τώρα κρεμόταν από ένα κουταλάκι. 

 

Δεν κρέμεται πια, έπεσε μέσα στο ίδιο το κενό της.

 

Δημήτρης Δημητριάδης

 

14.3.2020