Ο εμφύλιος πόλεμος στη Λιβύη αποτελεί πρώτη είδηση καιρό τώρα στη χώρα μας και έχουμε μάθει σχεδόν τα πάντα για τον μέχρι πρότινος άγνωστο στην ελληνική κοινή γνώμη στρατηγό Χαλίφα Χαφτάρ και τον αντίπαλό του Φαγέζ αλ Σαράτζ. Οι δύο Λίβυοι πολέμαρχοι θα παρέμεναν κατά πάσα πιθανότητα άγνωστοι στην Ελλάδα, όπως και όλα όσα συγκλόνισαν τη χώρα τους στη μετά Καντάφι εποχή, εάν ο ένας από τους δύο δεν υπέγραφε με τον Ταγίπ Ερντογάν την παράλογη συμφωνία για καθορισμό θαλάσσιων συνόρων μεταξύ των δύο χωρών τους που δεν συνορεύουν, απειλώντας τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.


Ο λόγος για τον οποίο ο Φαγέζ αλ Σαράτζ συνέπραξε στη σχεδιασμένη από τον Ερντογάν εχθρική ενέργεια σε βάρος της Ελλάδας ήταν προφανής, αφού ο Τούρκος Πρόεδρος τον βοηθάει στρατιωτικά να αντιμετωπίσει τον αντίπαλό του. Το αν η Ελλάδα είχε τη δυνατότητα να προλάβει την κίνηση αυτή ή να αντιδράσει διαφορετικά αποτέλεσε έναν ακόμη λόγο αντιπαράθεσης μεταξύ της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης. Είναι ωστόσο γεγονός ότι η συγκυρία, για αντικειμενικούς λόγους, υπήρξε εξαιρετικά αρνητική για την Ελλάδα. Με αυτό δεδομένο και χωρίς να μπορεί να γνωρίζει κανείς το διπλωματικό παρασκήνιο, η Ελλάδα για την ώρα έχει επιλέξει να κινηθεί με τον ενδεδειγμένο τρόπο, βάσει των κανόνων, υπερασπιζόμενη τα εθνικά της συμφέροντα, by the book, όπως είπε στην αρχή της εβδομάδας και ο υπουργός Επικρατείας και καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Γ. Γεραπετρίτης. Οι τελευταίες κινήσεις της ελληνικής κυβέρνησης φανερώνουν την απόφασή της για σύμπλευση με τη Γαλλία, πράγμα που μοιάζει το πιο συνετό αυτήν τη στιγμή, καθώς είναι η μόνη από τις μεγάλες δυτικές δυνάμεις που στέκεται απέναντι στα σχέδια του Ταγίπ Ερντογάν.

 

Στο Μέγαρο Μαξίμου δεν έκρυψαν τη δυσφορία τους για τη στάση της Άνγκελα Μέρκελ και ο πρωθυπουργός τής την εξέφρασε και στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν. Είναι χαρακτηριστικό, πάντως, πως, ενώ αρχικά κάποιοι Γερμανοί αξιωματούχοι επιχείρησαν να ειρωνευτούν τη μικρή και ανίσχυρη Ελλάδα που απαιτούσε να προσκληθεί στο Βερολίνο, στη συνέχεια η γερμανική πλευρά υπήρξε απολογητική, επικαλούμενη, σύμφωνα και με δημοσιεύματα που απηχούσαν την κυβερνητική γραμμή, την «πίεση που αισθάνεται η Γερμανίδα καγκελάριος» λόγω προσφυγικού.


Ο καθηγητής Γεραπετρίτης, από τους στενότερους συνεργάτες του πρωθυπουργού, ανέφερε ότι η Ελλάδα σκοπεύει να έχει λόγο στο λιβυκό ζήτημα όχι μόνο στα όργανα της Ε.Ε. αλλά και στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ μέσω της Γαλλίας, που είναι μόνιμο μέλος του. Η Γαλλία στον εμφύλιο της Λιβύης δεν υποστηρίζει τον εκλεκτό του Ερντογάν, Αλ Σαράτζ, αλλά τον Χαλίφα Χαφτάρ, που έχει δηλώσει ότι δεν θα αναγνωρίσει καμία ενέργεια της Τουρκίας στη Λιβύη.

 

Ο υπουργός Επικρατείας ισχυρίζεται ότι στην Ε.Ε. θα υποχρεωθούν όλοι να σεβαστούν το ελληνικό αίτημα για καταδίκη της παράνομης τουρκολιβυκής συμφωνίας, καθώς η κυβέρνηση θα το θέσει ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε επίλυση, όσον αφορά την ευρωπαϊκή συμβολή. Η Ε.Ε. θα πάρει σειρά από αποφάσεις για το λιβυκό, είπε, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα θα έχει τη «δυνατότητα αντίλεξης», δηλαδή να ασκήσει βέτο. «Αν η Τουρκία βγει με ερευνητικό σκάφος στην περιοχή που έχει οριοθετήσει, θα δείτε τι σημαίνει αντίδραση της διεθνούς νομιμότητας» ανέφερε, δηλώνοντας ότι σε αυτή την περίπτωση θα υπάρξει κλιμακωτή αντίδραση του πολεμικού ναυτικού με βάση τους κανόνες της διεθνούς νομιμότητας. Υπενθύμισε τη φράση «θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί» που είπε πρόσφατα ο πρωθυπουργός, διαβεβαιώνοντας ότι «τα ζητήματα κυριαρχίας δεν επιτρέπουν καμία εθνική παραχώρηση».


Η Ελλάδα φαίνεται να αντιδρά ψύχραιμα και σχετικά αποφασιστικά ως τώρα, κάνοντας αυτό που πρέπει, αλλά όλοι παρατηρούν ότι η Ε.Ε. αποδεικνύεται αδύναμη και κατώτερη των περιστάσεων. Η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, βλέποντας το κύρος της να πλήττεται τελευταία, αντελήφθη ότι, παρά την οικονομική ισχύ της Ε.Ε., καθίσταται μη υπολογίσιμη στην περιοχή, από τη στιγμή που αδυνατεί να παρέμβει και αφήνει την Τουρκία και τη Ρωσία να κάνουν παιχνίδι μόνες τους. Αυτός ήταν ο κύριος λόγος της πρωτοβουλίας του Βερολίνου, την οποία υποχρεώθηκε εκ των πραγμάτων να αναλάβει, με τα πενιχρά ωστόσο αποτελέσματα που αυτή είχε.

 

Ο άλλος βασικός λόγος ήταν ότι Σαράτζ και Ερντογάν επείγονταν για μια ελεγχόμενη εκεχειρία στη Λιβύη, προκειμένου να μπει ένα φρένο στον στρατηγό Χαφτάρ, οι δυνάμεις του οποίου βρίσκονταν έξω από την έδρα της κυβέρνησης Σαράτζ, την Τρίπολη, έτοιμες να την καταλάβουν. Η Άγκυρα είχε στείλει ήδη τζιχαντιστές μαχητές που χρησιμοποιούσε και στη Συρία για να στηρίξουν τον σύμμαχό της, αλλά φαίνεται πως αυτοί δεν ήταν αρκετοί και ο Ερντογάν χρειαζόταν χρόνο για να αποφασίσει το επόμενο βήμα. Η κυβέρνηση Σαράτζ φαίνεται να επιθυμούσε τουρκική στρατιωτική επέμβαση, αλλά αυτή δεν είναι απλή υπόθεση ακόμα και για τον Ερντογάν, καθώς η Λιβύη δεν είναι Συρία.

 

Γι' αυτό μια εκεχειρία αυτήν τη στιγμή τού ήταν χρήσιμη και η βοήθεια του Βερολίνου σημαντική. Άλλωστε, αυτό που δύσκολα κρύβεται πλέον είναι η ανομολόγητη συμμαχία της Μέρκελ με τον Ερντογάν. Για τον λόγο αυτόν η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή από το να συμμαχήσει με τη Γαλλία και τις χώρες που δεν επιθυμούν με κανέναν τρόπο να μετατραπεί η Λιβύη σε προτεκτοράτο της Τουρκίας.


Ο Ερντογάν, ωστόσο, αντιλαμβάνεται ότι έχει μια μοναδική ευκαιρία να υλοποιήσει τα ιμπεριαλιστικά του σχέδια, καθώς διαθέτει τη στήριξη από τη Μέρκελ, το σύστημα Τραμπ (όχι τις ΗΠΑ συνολικά) και τον Πούτιν, έστω κι αν η συνεργασία με τον τελευταίο αποτελεί, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, συγκυριακή «λυκοσυμμαχία».

 

Aυτό που δύσκολα κρύβεται πλέον είναι η ανομολόγητη συμμαχία της Μέρκελ με τον Ερντογάν.
Aυτό που δύσκολα κρύβεται πλέον είναι η ανομολόγητη συμμαχία της Μέρκελ με τον Ερντογάν.


Η κίνηση της Αθήνας να προσκαλέσει τον στρατηγό Χαφτάρ, πριν αυτός πάει στο Βερολίνο, αναγνωρίστηκε ως ορθή ακόμα και από την αντιπολίτευση. Αυτό φάνηκε και από τον εκνευρισμό που προκάλεσε στον Ερντογάν, ο οποίος πίστεψε ότι είχε κάνει κίνηση ματ που δεν θα έπαιρνε απάντηση. Είναι προφανές ότι δεν περίμενε την αντίδραση αυτή και ξαφνιάστηκε, όπως και αρκετοί άλλοι στην Ε.Ε.


Στο Μέγαρο Μαξίμου δεν έκρυψαν τη δυσφορία τους για τη στάση της Άνγκελα Μέρκελ και ο πρωθυπουργός τής την εξέφρασε και στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν. Είναι χαρακτηριστικό, πάντως, πως, ενώ αρχικά κάποιοι Γερμανοί αξιωματούχοι επιχείρησαν να ειρωνευτούν τη μικρή και ανίσχυρη Ελλάδα που απαιτούσε να προσκληθεί στο Βερολίνο, στη συνέχεια η γερμανική πλευρά υπήρξε απολογητική, επικαλούμενη, σύμφωνα και με δημοσιεύματα που απηχούσαν την κυβερνητική γραμμή, την «πίεση που αισθάνεται η Γερμανίδα καγκελάριος» λόγω προσφυγικού.

 

Η δικαιολογία αυτή, ωστόσο, είναι ελάχιστα πειστική, καθώς η μόνη χώρα που πιέζεται από το προσφυγικό είναι η Ελλάδα. Όλες οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, της Γερμανίας συμπεριλαμβανομένης, έχουν κλείσει τα σύνορά τους και δεν περνάει κανείς, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να τους παρακαλάει ακόμα και για να φιλοξενήσουν μερικές δεκάδες ανήλικα προσφυγόπουλα. Από τη στιγμή που έκλεισε ο λεγόμενος «βαλκανικός διάδρομος» και τα σύνορα των χωρών της Ε.Ε., τα παιχνίδια του Ερντογάν με την εργαλειοποίηση των μεταναστών και προσφύγων επιβαρύνουν μόνο την Ελλάδα και κανείς δεν συγκινείται ιδιαιτέρως με αυτό. Το Βερολίνο έχει επιβάλει στην Ελλάδα να φυλάσσει αυστηρά τα βόρεια σύνορά της με την Αλβανία, τη Βόρεια Μακεδονία και τη Βουλγαρία, ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα να βγαίνει παράνομα κανένας πρόσφυγας ή μετανάστης προς την Ευρώπη (μόνο η Βαυαρία έχει στείλει 150 αστυνομικούς στην Ειδομένη, μαζί και εκπαιδευμένους σκύλους της γερμανικής αστυνομίας).

 

Αντιθέτως, καμία ευρωπαϊκή δύναμη δεν ενδιαφέρεται για τη φύλαξη των συνόρων με την Τουρκία, από την οποία μπαίνουν μετανάστες ακόμα και στη Θράκη, όχι μόνο στο Αιγαίο, με την ίδια αυστηρότητα που απαιτούν για τα υπόλοιπα σύνορα, από τα οποία βγαίνουν. Και τέλος, η ίδια η Ουγγαρία, η οποία αγνοεί επιδεικτικά όσες καταγγελίες κι αν δέχεται, δείχνει εμπράκτως ότι καμία χώρα δεν μπορεί να πιεστεί από τον Ερντογάν, αν δεν θέλει. Εκθέτει, επίσης, τη Γερμανία (που αναζητά πολιτικούς λόγους για να αποσιωπήσει τους πανίσχυρους οικονομικούς δεσμούς που διατηρεί με την Τουρκία) και τους ισχυρισμούς περί εκβιασμών Ερντογάν, αποδεικνύοντας ότι αποτελούν άλλοθι για παραχωρήσεις εκ μέρους της Ε.Ε., που τον πληρώνει από το κοινό ευρωπαϊκό ταμείο.


Οι εκβιασμοί του Ερντογάν, όπως και κάθε εκβιασμός στην πολιτική, αφορούν μόνο τις χώρες που επιτρέπουν να τις εκβιάζουν ή είναι ανίσχυρες και δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Η Γερμανία σίγουρα δεν ανήκει σε αυτές. Εκ των πραγμάτων, η κρίση του προσφυγικού-μεταναστευτικού που εργαλειοποίησε ο Ερντογάν για να πάρει ανταλλάγματα και να αποδυναμώσει την Ελλάδα απέδειξε ότι ο ανίσχυρος παίκτης όλο το προηγούμενο διάστημα ήταν οι ελληνικές κυβερνήσεις, που δέχτηκαν να αναλάβουν όλα τα βάρη από ενέργειες που άλλα κράτη προκάλεσαν και στις οποίες δεν είχε καμία συμμετοχή.


Γι' αυτό και η κριτική ή η ειρωνεία για τη συμμετοχή της Ελλάδας στην πρωτοβουλία του Βερολίνου ήταν υπερβολική και ανοίκεια. Η ελληνική κυβέρνηση σωστά απαίτησε να συμμετάσχει, από τη στιγμή που η μία πλευρά της εμφύλιας διαμάχης στη Λιβύη προέβη σε μια παράνομη και εχθρική για τα εθνικά συμφέροντα της χώρας κίνηση. Μεγαλοποίησε όμως το θέμα, ενώ ήταν βέβαιο ότι κανείς δεν ενδιαφερόταν για το δικό της ζήτημα και μόνο ως ενοχλητικό εμπόδιο θα το έβλεπαν. Από την άλλη, η μη πρόσκληση της Ελλάδας είναι υπερβολή να χαρακτηριστεί «εθνική ήττα». Οι κινήσεις της από δω και πέρα είναι που έχουν σημασία. 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO