Υπάρχουν δύο εικόνες της Θεσσαλονίκης που αφορούν λίγο-πολύ τους ίδιους ανθρώπους, την ίδια «κοινωνία», αλλά είναι εντελώς διαφορετικές. Η μία είναι ο ΟΑΣΘ, τα λεωφορεία και η τριτοκοσμική κατάσταση των επιβατών που αγκομαχούν ο ένας πάνω στον άλλον ή ξεροσταλιάζουν με τις ώρες για το επόμενο γεμάτο λεωφορείο της γραμμής. Μια συνθήκη που πάντοτε είχε δυσάρεστες διαστάσεις, αλλά ποτέ δεν έφτασε στο σημερινό απόγειο ταλαιπωρίας λόγω της «κρατικοποίησης» του οργανισμού. Μια «ωραία ατμόσφαιρα» στην οποία δεν βλέπεις πια θυμωμένους ανθρώπους, διαμαρτυρόμενους πολίτες ή υστερικές αντιδράσεις. Κι αν αυτό συμβαίνει, δεν είναι ο κανόνας. Ο κανόνας είναι μια μοιρολατρική αποδοχή του ότι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας δεν μπορεί να έχει μέσα μεταφοράς που να λειτουργούν στοιχειωδώς εξυπηρετικά για τους κατοίκους της.


Το λεωφορείο στη Θεσσαλονίκη είναι ο κοινός χώρος, το καθημερινό ταξίδι στη συλλογική κατάθλιψη, από το οποίο πια αρκετοί επιλέγουν να δραπετεύσουν, επιλέγοντας την πεζοπορία προς τα σημεία ενδιαφέροντός τους (εάν δεν διαλέξουν τον εγκλωβισμό τους στο άνετο Ι.Χ. τους σε ουρές κυκλοφοριακού χάους). Το όνειρο της δημιουργίας μετρό ουσιαστικά φαίνεται να μην απασχολεί πολλούς, όχι μόνο γιατί κάποιοι έχουν αρχαιολογικές ανησυχίες, όχι μόνο γιατί πρόσφατα τους περιέπαιξε η απελθούσα κυβέρνηση με τον πιο φαιδρά προπαγανδιστικό τρόπο μιας εικονικής αφετηρίας αλλά και γιατί ενδόμυχα αναγνωρίζουν ότι το μετρό, όπως θα δημιουργηθεί, όταν δημιουργηθεί, είναι ένα απωθημένο της «συμπρωτεύουσας» και όχι η οριστική λύση στο ζήτημα της δημόσιας μεταφοράς σε μια μεγαλούπολη όπως η δική τους.

 

Οι δύο εικόνες της Θεσσαλονίκης, τα λεωφορεία και η παραλία της, είναι ένα περίεργο παιχνίδι αντικατοπτρισμού. Είναι οι εικόνες μια πόλης που τελικά δεν έχει τόσο μεγάλες διαφορές, όσο έχουν συζητηθεί κατά καιρούς.


Η δεύτερη εικόνα της πόλης έχει να κάνει με την παραλία της, παλιά και νέα. Εκεί, οι ίδιοι κάτοικοι που στοιβάζονται συχνά στα λεωφορεία του ΟΑΣΘ σαν σαρδέλες ζουν ή φαντασιώνονται (κάτι που συνήθως είναι σημαντικότερο) ότι βρίσκονται κάπου άλλου. Ότι είναι τουρίστες σε μια κανονική πόλη, όπου έχουν τη δυνατότητα από το να κάνουν τον άνετο περίπατο ή το τζόκινγκ τους μέχρι να διασκεδάσουν στα διάφορα μαγαζιά.

 

Τα ξύλινα καράβια-μπαρ που τριγυρίζουν στο λιμάνι, άλλωστε, εντείνουν αυτή την εντύπωση απο-οικειοποίησης του γνώριμου. Κάτι μεταξύ υιοθέτησης της Βίκινγκ πειρατικής αισθητικής και του κόσμου του «Game of Thrones», η παραλία «αφελληνίζεται» ακόμα περισσότερο χάρη στα τουριστικά της πλεούμενα. Αλλά δεν είναι μόνο αυτά. Η παραλία, εκτός από τόπος συνάντησης και διασκέδασης, εκτός από ένα «άσετ» της πόλης που έχει να κάνει με τη θέα και τη θάλασσα, μετά την ανάπλασή της έχει γίνει και ο χώρος διαφυγής απ' όσα συμβαίνουν στους παραδίπλα δρόμους, ένας χώρος συνεύρεσης και εφεύρεσης ταυτοτήτων λιγότερο μίζερων, φτωχικών, εσωστρεφών.


Η παραλία της Θεσσαλονίκης δεν κρύβει τίποτα ριζοσπαστικό ή ελιτίστικο. Είναι το σημείο από το οποίο όλοι κάποια στιγμή θα περάσουν και όπου θα συναντηθούν όχι μόνο με τους συγκατοίκους της πόλης αλλά και με τον άλλο τους εαυτό. Είναι μια πασαρέλα που δεν αποσκοπεί τόσο στο παραδοσιακό νυφοπάζαρο, που τα ελληνικά λιμάνια συχνά σκηνοθετούν, όσο στην επίδειξη μιας ατομικότητας ή συντροφικότητας (όταν έχουμε να κάνουμε με παρέες) σε μια κοινή πλατφόρμα, σε έναν κοινό τρόπο ζωής πεζό, αλλά καθόλα επιθυμητό.


Οι δύο εικόνες της Θεσσαλονίκης, τα λεωφορεία και η παραλία της, είναι ένα περίεργο παιχνίδι αντικατοπτρισμού. Είναι οι εικόνες μια πόλης που τελικά δεν έχει τόσο μεγάλες διαφορές, όσο έχουν συζητηθεί κατά καιρούς. Θεσσαλονίκη δεν είναι μόνο η φραπεδούπολη και η καλλιτεχνούπολη, δεν είναι μόνο ο Ψωμιάδης και ο Μπουτάρης, οι μακεδονομάχοι και οι κοσμοπολίτες, ο ΠΑΟΚ και ο Άρης, οι φρέσκοι φοιτητές και οι εξαθλιωμένοι γέροι, η μπουγάτσα με τυρί και τα ψαγμένα μπαράκια, η αμεσότητα της επαρχιακής πόλης και η αγένεια της οικειότητας. Είναι όλα αυτά αλλά και κάτι εκτός αυτών των αντιθέσεων.


Είναι μια πόλη σε κρίση πριν από την κρίση, είναι μια πόλη που έζησε την κρίση λιγότερο από την Αθήνα, είναι μια πόλη που αναζητά σωτήρες και αναπολεί αρχαία μεγαλεία με κίνδυνο να περιπέσει σε μια ιδιότυπη μορφή φεουδαρχίας. Είναι, όμως, την ίδια στιγμή μια πόλη που οι κάτοικοί της βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό βουτηγμένοι στα ίδια προβλήματα και για να ανασάνουν αναζητούν την ίδια διέξοδο, τον ίδιο ορίζοντα. Είναι μια πόλη που οι κάτοικοί της, παρά τις όποιες ταξικές ή αισθητικές διαφορές τους, συναντιούνται ηθελημένα ή αθέλητα πολύ συχνότερα απ' ό,τι οι «Αθηναίοι». Μπορεί να μην είναι ακριβώς μια πόλη-χωνευτήρι για τον ξένο, το ανοίκειο (χαρακτηριστικό το χαριτωμένο bullying γύρω από το πως λέγεται το σουβλάκι), είναι όμως μια πόλη όπου όλες οι εκφάνσεις της λαϊκότητας, παλιάς και νέας, δυτικής και ανατολίτικης, βάναυσης και δημιουργικής, γήινης και εκφεύγουσας, βρίσκουν σημείο επαφής και όχι μόνο τριβής.  

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LifO