Το ρατσιστικό σύνθημα «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ, Αλβανέ» ξεκινά από μια ιδέα που παραδέχονται περισσότεροι Έλληνες απ' αυτούς που δεν ντρέπονται να το φωνάξουν.

 

Η ιδέα είναι ότι οι Αλβανοί θέλουν να γίνουν Έλληνες, όχι να είναι Αλβανοί στην Ελλάδα ή Έλληνες και Αλβανοί ή Αλβανοί και Έλληνες ή Αλβανοί σκέτο. Έτσι, στην καλύτερη περίπτωση παραδεχόμαστε ότι θέλουν να είναι ίσοι με τους Έλληνες και απορρίπτουμε το αίτημά τους, στη χειρότερη, ότι θέλουν από κάτι κακό που είναι, Αλβανοί, να γίνουν κάτι καλό, Έλληνες.

 

Όπως και να έχει, η ιεράρχηση έχει γίνει και είμαστε ανώτεροι. Ακόμα και ανεκτικές απόψεις, που ζητούν καλύτερη ένταξη των μεταναστών στην κοινωνία μας, συνήθως επιχειρηματολογούν εστιάζοντας στο ότι «είναι φτωχοί και ήρθαν εδώ για να δουλέψουν», αφήνοντας περιθώριο στη συνεχιζόμενη θέασή τους ως κατώτερων και δίνοντας ένα φθηνό άλλοθι στην οικονομική τους εκμετάλλευση. Αφού είναι φτωχοί και ήρθαν εδώ για να δουλέψουν, δεν χρειάζεται να παίρνουν και όλο τον μισθό, με τα μισά θα γίνει η δουλειά.


Συχνά λέμε, πάλι με ανωτερότητα κρυμμένη πίσω από οικονομική λογική, πως οι Αλβανοί μετανάστες κάλυψαν τη ζήτηση για δουλειές που εμείς, οι Έλληνες, δεν θέλαμε να κάνουμε – πρόκειται για τις βαριές δουλειές.

 

Φυσικά, μ' αυτές τις δουλειές πολλοί Έλληνες δώσανε ευκαιρίες στους μετανάστες κι έναν τρόπο να ζήσουν εδώ. Όμως τίποτα δεν αναιρεί το ότι οι Αλβανοί δούλευαν για ένα πιάτο φαγητό και ένα μέρος να κοιμούνται, συνήθως σε κάποια αποθήκη ή υπόστεγο, στην ανυπόφορη ζέστη ή στο υπερβολικό κρύο. Χειρίζονταν επικίνδυνα μηχανήματα, υλικά και χημικά χωρίς προστασία και όποιος πάθαινε κάτι απλώς το πάθαινε.

 

 

Αλβανέ, όχι και να μιλάς, να έχεις απόψεις, να τα πάει καλά το παιδί σου στο σχολείο, να είσαι κάτι άλλο από απλήρωτος εργάτης ή να νομίζεις, γενικώς, ότι πέτυχες και τώρα γίναμε ίσα κι όμοια...

 

Οι Αλβανίδες ήρθαν ως καθαρίστριες στα σπίτια των Ελλήνων και βοήθησαν τις Ελληνίδες σε μια περίοδο που η δήθεν «χειραφέτησή» τους τις έφερε αντιμέτωπες με τον διπλό ρόλο της γυναίκας καριέρας και της γυναίκας μαμάς και υπεύθυνης για τα πάντα στο σπίτι. Η απελευθέρωση από την αντρική καταπίεση δεν ήρθε ποτέ, αλλά η εκμετάλλευση διαιρέθηκε και μετατοπίστηκε, στο μισό, από τις Ελληνίδες στις Αλβανίδες. Οι Ελληνίδες μπορούσαν να εργάζονται εκτός σπιτιού και να στηρίζονται για τις δουλειές εντός σπιτιού στη βοήθεια κάποιας Αλβανίδας. Ταυτόχρονα, οι Αλβανίδες ανέλαβαν να φροντίσουν τους παππούδες, τις γιαγιάδες, τους γονείς και τους αρρώστους μας.

 

Οι Αλβανοί και οι Αλβανίδες είναι πια παλιοί εδώ. Έχουν ενσωματωθεί στις κοινωνίες μας. Μετά από χρόνια άγριας εκμετάλλευσης μπορούμε να πούμε ότι τα έχουν καταφέρει. Όχι μόνο δεν εισπράττουν περίεργα βλέμματα από τον περίγυρό τους αλλά έχουν ενταχθεί σε αυτόν πλήρως. Έχουν δουλειές, αποταμιεύσεις και μερικοί αγόρασαν σπίτια. Κατάφεραν να συμμετέχουν σε συζητήσεις με άψογα ελληνικά, να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο, μαζί με τα παιδιά του σοφότερου λαού στον κόσμο, να έχουν γιους και κόρες που βγαίνουν έξω, διασκεδάζουν και κάνουν σχέσεις με τους γιους και τις κόρες αυτών που και δεν τους θέλανε τους «ξένους» και που αφρίζουν κρυφά στην ιδέα το παιδάκι του παιδιού τους να 'ναι και λίγο «αλβανάκι».


Όμως το στενό πεδίο της ανοχής μας δεν κρύβεται. Παρόλο που οι Αλβανοί και οι Αλβανίδες μπήκαν σε οικογένειες, γειτονιές ή παρέες Ελλήνων και ανήκουν εκεί, η κοινωνία μας παραμένει βαθιά ρατσιστική. Οι περισσότεροι Έλληνες θεωρούν τον εαυτό τους ανώτερο από τους Αλβανούς και βλέπουν ένα σαφές όριο ως προς το πού μπορούν να φτάσουν αυτοί οι άλλοι, οι Αλβανοί.

 

Να δουλεύεις σαν το σκυλί χωρίς δικαιώματα; Ναι. Να σε εκμεταλλεύεται το αφεντικό σου επειδή δεν έχεις χαρτιά; Ναι. Να σου βάζουν χέρι οι Ελληνάρες και να μη μιλάς γιατί είσαι παράνομη μετανάστρια; Ναι. Να είσαι κλειδωμένη σ' έναν γάμο για τα χαρτιά και την επιβίωσή σου; Ναι. Να σε βρίζουν και να μην απαντάς, επειδή είσαι ξένος/ξένη και φοβάσαι μην μπλέξεις; Ναι. Ναι σε όλα αυτά, ένα μεγάλο ναι. Αλλά όχι και να μιλάς, να έχεις απόψεις, να τα πάει καλά το παιδί σου στο σχολείο, να είσαι κάτι άλλο από απλήρωτος εργάτης ή να νομίζεις, γενικώς, ότι πέτυχες και τώρα γίναμε ίσα κι όμοια.

 

Όταν το όριο ξεπεραστεί, αντιδρούμε ρατσιστικά ή εθνικιστικά και φροντίζουμε να τους υποτιμήσουμε. Με την ανωτερότητά μας, που κανείς δεν αμφισβήτησε, και χωρίς ντροπές (γιατί να έχουμε;) αγωνιούμε να τους βάλουμε πίσω στη θέση τους. Έτσι, στηρίζουμε τελικά με τις λέξεις, τις συμπεριφορές, τις πράξεις βίας ή την αδιαφορία μας το επικίνδυνο έργο αυτών που υπόσχονται ότι η φυλετική μας υπεροχή από δω και πέρα θα είναι ασφαλής.