Η Ελένη (Μπούλη) Φαμελιάδου-Νάκου που πέθανε στις 18 Οκτωβρίου του 2018 θα εξοργιζόταν αν της έλεγα ότι γράφω ένα κείμενο για εκείνη. Και μετά θα έφτιαχνε καφέ να το συζητήσουμε.

 

Η ίδια μιλούσε σπάνια, έως ποτέ, για τα χρόνια της δικτατορίας. Φοιτήτρια Aρχιτεκτονικής στη Θεσσαλονίκη, συνελήφθη τον Μάιο του 1974, ανακρίθηκε, βασανίστηκε και έμεινε έγκλειστη μέχρι την ημέρα που κατέρρευσε το καθεστώς των συνταγματαρχών. Θυμάμαι να τη ρωτώ τι έκανε μετά και να απαντά με φυσικότητα ότι «βγήκε», αναζήτησε την οργάνωσή της, το ΕΚΚΕ, και συνέχισε τη ζωή της.

 

Στα χρόνια που ακολούθησαν μετεωρίστηκε ανάμεσα στην πολιτική δράση και στην ιδιώτευση, διοχέτευσε την οξύνοιά της στη συγγραφή και στις κατασκευές, πρόσφερε γενναιόδωρα την έγνοια της στους ανθρώπους που θεωρούσε δικούς της. Αν κάτι έμεινε σταθερό στην πορεία αυτή, ήταν η επιλογή της (επιλογή κοινή για πολλούς και πολλές με παρόμοια διαδρομή) να μη μιλήσει δημόσια για την τραυματική εμπειρία του εγκλεισμού. Η Μπούλη είχε επιλέξει τη σιωπή.

 

Σε αυτό το πλαίσιο, η σιωπή της Μπούλης ήταν μια πολιτική αντίδραση. Πολιτική ως αντίσταση σε μια κοινωνία που πίστεψε ότι το αίτημα της Δικαιοσύνης εξαντλείται στο να ακούν οι μαθητές και οι μαθήτριες κάθε χρόνο «της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ» και όλο αυτό το γλυκανάλατο και επικό μείγμα στο οποίο οι λέξεις χάνουν, μέσα από την επανάληψή τους, το όποιο ‒αν είχαν ποτέ‒ νόημά τους.


Η σιωπή προσφέρει το αφηγηματικό νήμα του συγκλονιστικού ντοκιμαντέρ The silence of others με θέμα τους σύγχρονους πολέμους της μνήμης στην Ισπανία. Εκκινώντας από την προσπάθεια μιας ομάδας ανθρώπων να οδηγήσουν σε δίκη τους γηραιούς πλέον βασαντιστές τους, παρακολουθούμε την εκδίπλωση ενός κινήματος πολιτών που απαιτεί τη μετονομασία δρόμων, την αποκαθήλωση μνημείων της δικτατορίας, την εκταφή εκτελεσμένων του Εμφυλίου, τη διερεύνηση υποθέσεων παράνομων υιοθεσιών.

 

Οι πρωταγωνιστές δεν είναι προβεβλημένοι ανιστασιακοί ή φωτεινοί παντογνώστες. Είναι άνθρωποι που τους διακρίνει η απόφασή τους να αναμετρηθούν με την επιβεβλημένη σιωπή για όσα συνέβησαν τα χρόνια του φρανκισμού. Στην Ισπανία η μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία στα τέλη της δεκαετίας του 1970 σφραγίστηκε από ένα Σύμφωνο της Λήθης που οδήγησε, μέσα στα χρόνια, στη σιωπή γύρω από το παρελθόν της χώρας.

 

 

The silence of others


Στην αναμέτρηση με το Σύμφωνο της Λήθης, το κύριο αίτημα των πολιτών είναι η απόδοση δικαιοσύνης. Όχι αφηρημένα. Συγκεκριμένα. Μια γριά γυναίκα στο χωριό της ‒που με τις αυλές του και τις πλαστικές καρέκλες είναι εξαιρετικά οικείο στο ελληνικό βλέμμα‒ περιγράφει πως, όταν τη δεκαετία του 1930 οι φασίστες εκτέλεσαν τη μητέρα της, της είπαν ότι θα βρει το πτώμα της «σαν τα γουρούνια βγάλουν φτερά και πετάξουν».

 

Και όταν το αφηγείται αυτό, επτά δεκαετίες μετά, βγάζει ένα πακέτο με δεκάδες χειρόγραφες επιστολές που απηύθυνε τα χρόνια της δημοκρατίας, ζητώντας από τις Αρχές την εκταφή των θυμάτων από έναν μαζικό τάφο και υπογράφοντας κάτω από το όνομά της «μια γυναίκα που ακόμα περιμένει πότε τα γουρούνια θα πετάξουν». Σε αυτές τις μικρές ιστορίες που συνθέτουν το μωσαϊκό του συλλογικού τραύματος η ρήξη με τη σιωπή είναι μια βαθιά πολιτική πράξη.

 

Δεν είναι εδώ ο χώρος, ούτε εγώ ο κατάλληλος, για μια συνολική σύγκριση μεταξύ της ελληνικής και της ισπανικής περίπτωσης. Αλλά αυτό που σκεφτόμουν τις μέρες που είδα το ντοκιμαντέρ και μάθαινα για τον θάνατο της φίλης μου είναι η απόσταση που χωρίζει τις δύο κοινωνίες ως προς τον τρόπο απόδοσης Δικαιοσύνης και πώς αυτή η απόσταση προσδίδει στη σιωπή διαφορετικό πρόσημο.

 

Αν στην Ισπανία η σιωπή εξασφάλισε για χρόνια τη μη αναμέτρηση με τις δύσκολες πτυχές του «χτες», στην Ελλάδα πετύχαμε τον ίδιο στόχο –τη συγκάλυψη και αποφυγή της κληρονομιάς του αυταρχισμού‒ μέσα από τον θόρυβο. Τον λευκό θόρυβο της υπερβολής, της θεσμοποίησης και της εθνικοποίησης, όπως στην περίπτωση της ένταξης της εξέγερσης του Πολυτεχνείου στο σχολικό καλεντάρι. Ο θόρυβος στην περίπτωση αυτή λειτουργεί στην κατεύθυνση της λήθης· μετασχηματίζει το τραύμα σε μελόδραμα με οριοθετημένους ρόλους και κυρίως εύπεπτη αφήγηση: ελάχιστοι «κακοί», ηρωικός λαός, αίμα και θυσία, λύτρωση και σωτηρία.


Σε αυτό το πλαίσιο, η σιωπή της Μπούλης ήταν μια πολιτική αντίδραση. Πολιτική ως αντίσταση σε μια κοινωνία που πίστεψε ότι το αίτημα της Δικαιοσύνης εξαντλείται στο να ακούν οι μαθητές και οι μαθήτριες κάθε χρόνο «της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ» και όλο αυτό το γλυκανάλατο και επικό μείγμα στο οποίο οι λέξεις χάνουν, μέσα από την επανάληψή τους, το όποιο ‒αν είχαν ποτέ‒ νόημά τους. Δεν χρειαζόμαστε άλλες αφηγήσεις ηρωισμού για να ερμηνεύσουμε, να καταλάβουμε και να αναμετρηθούμε με το παρελθόν. Χρειαζόμαστε να ακούσουμε τη σιωπή.