Παρότι η απόφαση για τον χρόνο των βουλευτικών εκλογών δεν έχει ληφθεί από το Μέγαρο Μαξίμου (ο Μάιος με τις τριπλές εκλογές είναι το επικρατέστερο σενάριο αυτήν τη στιγμή), όλοι σε κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με το πώς θα τις κερδίσουν.


Στο Μαξίμου, παρά τις δημοσκοπήσεις που τους φέρνουν δεύτερους με διαφορά, εξακολουθούν να πιστεύουν ότι μπορούν να ανατρέψουν αυτό το αποτέλεσμα. Οι συνεργάτες του Αλέξη Τσίπρα του λένε ότι δεν μπορεί να χάσει από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Εκτιμούν ότι η αναβολή της περικοπής των συντάξεων θα βελτιώσει πολύ το κλίμα και σκοπεύουν να εξαγγείλουν μείωση του ΕΝΦΙΑ και ίσως και κάποιων φόρων, ώστε να αφαιρέσουν κάθε προεκλογικό «όπλο» από τη ΝΔ.


Η ανάλυση του Μαξίμου επιμένει ότι δεν θα βρεθούν πλειοψηφικά κοινωνικά στρώματα να στηρίξουν τη ΝΔ, γιατί στο τέλος «θα προτιμήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ», φέρνοντας ως παράδειγμα τους δημόσιους υπαλλήλους, τους οποίους θεωρούν δική τους εκλογική πελατεία. Αυτό αποτελεί περίπου πολιτικό στερεότυπο, παρότι οι δημοσκοπήσεις καταδεικνύουν ότι είναι αρκετά αβάσιμο, αφού στους δημόσιους υπαλλήλους τα ποσοστά των δύο κομμάτων είναι αρκετά κοντά.

 

Οι δύο σχεδόν βέβαιες εκλογικές αποδοκιμασίες που περιμένουν τον ΣΥΡΙΖΑ θα δημιουργήσουν ένα κλίμα ήττας που θα τον συνοδεύει μέχρι τις βουλευτικές εκλογές. Αυτό είναι κάτι που ο Αλέξης Τσίπρας θέλει να αποφύγει και άλλος τρόπος πλην των τριπλών εκλογών ή ακόμα και εθνικές εκλογές νωρίτερα από τις άλλες δύο δεν υπάρχει.

 

Ο λόγος που ο Αλέξης Τσίπρας σκέφτεται τις τριπλές εκλογές τον Μάιο είναι ο εξής: γνωρίζει ότι στις ευρωεκλογές, επειδή αυτές συχνά παίρνουν χαρακτήρα πολιτικής διαμαρτυρίας, ο ΣΥΡΙΖΑ θα αποδοκιμαστεί σε κάποιον βαθμό και θα δει τα ποσοστά του να μειώνονται. Αυτό θα δημιουργήσει ένα κλίμα ήττας.

 

Στις εκλογές της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ενδέχεται να τα πάνε χειρότερα και από την προηγούμενη φορά, που ήταν κοντά στο 10%. Για τον λόγο αυτό αποφάσισαν να στοιχηθούν πίσω από κάποιους υποψήφιους του ΠΑΣΟΚ που θεωρούνται φαβορί, ώστε να οικειοποιηθούν τη νίκη τους ως «νίκη του συνδυασμού που υποστηρίζουν». Με την ελπίδα ο χάρτης των αυτοδιοικητικών εκλογών που εμφανίζεται στις τηλεοπτικές οθόνες μετά την έναρξη της καταμέτρησης των ψήφων να βαφτεί και λίγο ροζ.

 

Οι δύο σχεδόν βέβαιες εκλογικές αποδοκιμασίες που περιμένουν τον ΣΥΡΙΖΑ θα δημιουργήσουν ένα κλίμα ήττας που θα τον συνοδεύει μέχρι τις βουλευτικές εκλογές. Αυτό είναι κάτι που ο Αλέξης Τσίπρας θέλει να αποφύγει και άλλος τρόπος πλην των τριπλών εκλογών ή ακόμα και εθνικές εκλογές νωρίτερα από τις άλλες δύο δεν υπάρχει. Έτσι, παρότι κανένας τους δεν έχει τη διάθεση να εγκαταλείψει την κυβέρνηση ούτε μία μέρα πριν από την τυπική λήξη της θητείας της, πιθανόν να αναγκαστούν να το κάνουν.

 

Ο Τσίπρας προσπαθεί να πλασαριστεί εδώ και καιρό ως το νέο πρόσωπο της ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας, αν και αυτή τελευταία καταποντίζεται. Το είδαμε στην Ισπανία, στη Γαλλία και τώρα και στη Γερμανία.

 

Στις εκλογές της περασμένης Κυριακής στη Βαυαρία το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ήρθε πέμπτο με 9,7%, ενώ συνολικά στη Γερμανία, σύμφωνα με τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, είναι γύρω στο 15%, πέφτοντας από τη δεύτερη θέση, στην οποία έχει ανέβει το δεξιό αντιμεταναστευτικό κόμμα AFD με 18%. Πίσω του ακολουθούν οι Πράσινοι με 17%, που πλέον θεωρούνται ένα απολύτως συστημικό κόμμα, το οποίο τελευταία υποδέχεται τους απογοητευμένους ψηφοφόρους των σοσιαλδημοκρατών.

 

Όσον αφορά τις γερμανικές υποχρεώσεις για το κατοχικό δάνειο αλλά και τις αποζημιώσεις, ο Γερμανός Πρόεδρος Βάλτερ Στάινμαϊερ, που επισκέφθηκε τη χώρα μας, δεν έδειξε καμία διάθεση να ασχοληθεί με το θέμα. Φωτο: ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΣΥΜΕΛΑ ΠΑΝΤΖΑΡΤΖΗ
Όσον αφορά τις γερμανικές υποχρεώσεις για το κατοχικό δάνειο αλλά και τις αποζημιώσεις, ο Γερμανός Πρόεδρος Βάλτερ Στάινμαϊερ, που επισκέφθηκε τη χώρα μας, δεν έδειξε καμία διάθεση να ασχοληθεί με το θέμα. Φωτο: ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΣΥΜΕΛΑ ΠΑΝΤΖΑΡΤΖΗ

 

Οι χριστιανοκοινωνιστές συνέταιροι της Άνγκελα Μέρκελ, όπως επιβεβαιώθηκε και από τις βαυαρικές εκλογές, πλήρωσαν τη διαχείριση του προσφυγικού, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, παρότι στη Γερμανία φτάνουν πια ελάχιστοι πρόσφυγες και μετανάστες.

 

Γερμανοί αναλυτές εκτιμούν ότι η ένταση του προσφυγικού που εξακολουθεί να επηρεάζει την πολιτική στη χώρα οφείλεται εν πολλοίς και στα ΜΜΕ που έχουν προβάλει σε υπερβολικό βαθμό κάποια εγκλήματα που έχουν γίνει από πρόσφυγες στη Γερμανία και απασχόλησαν τη Δικαιοσύνη αυτή την περίοδο. Η έντονη αυτή προβολή υποστηρίζουν ότι έχει δημιουργήσει ένα κλίμα ανασφάλειας, πάνω στο οποίο «παίζει» πολιτικά το AFD και κερδίζει.

 

Όσον αφορά τις γερμανικές υποχρεώσεις για το κατοχικό δάνειο αλλά και τις αποζημιώσεις, ο Γερμανός Πρόεδρος Βάλτερ Στάινμαϊερ, που επισκέφθηκε τη χώρα μας, δεν έδειξε καμία διάθεση να ασχοληθεί με το θέμα. Αλλά και ο Αλέξης Τσίπρας, που στις κομματικές διαδικασίες δηλώνει ανυποχώρητος και έτοιμος για διεκδικήσεις, δεν τα θέτει καν επί της ουσίας στη γερμανική ηγεσία και, όπως διαβεβαίωσε πριν από λίγες μέρες και ο εκπρόσωπος της Άνγκελα Μέρκελ, κανένα τέτοιο ζήτημα δεν έχει τεθεί επισήμως, αν και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι στον τέταρτο χρόνο διακυβέρνησης και αυτό ήταν μέσα στο πρόγραμμα και τις προεκλογικές του δεσμεύσεις.

 

Ο Βάλτερ Στάινμαϊερ, που είναι σήμερα Πρόεδρος της Γερμανίας, ήταν πριν ομοσπονδιακός υπουργός Εξωτερικών και πριν από μερικά χρόνια απλώς ο διευθυντής του γραφείου του Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο οποίος, επί πρωθυπουργίας Κώστα Σημίτη, αλληλογραφούσε με τον αντιστοίχως διευθυντή του γραφείου του Νίκο Θέμελη.


Λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του '90 και λίγο πριν το SPD κερδίσει τις εκλογές, ο Κώστας Σημίτης έλεγε στους φίλους του ότι θεωρεί τον Γκέρχαρντ Σρέντερ λαϊκιστή και κάτι σαν «Γερμανό Άκη Τσοχατζόπουλο». Την ίδια περίπου εικόνα είχε και για τον Όσκαρ Λαφοντέν, τον λεγόμενο «κόκκινο Όσκαρ», παρότι οι δύο Γερμανοί πολιτικοί πήραν εντελώς διαφορετικούς δρόμους λίγο μετά.

 

Ο Σρέντερ, που μέχρι τότε είχε μία αριστερή ρητορική, όταν έγινε καγκελάριος εφάρμοσε την πιο σκληρή πολιτική λιτότητας που είχε εφαρμοστεί ως τότε, ενώ ο Λαφοντέν, που ήταν υπουργός Οικονομικών, αρνήθηκε να εφαρμόσει πολιτική νεοφιλελεύθερης ατζέντας και εγκατέλειψε την εξουσία, προτιμώντας να μείνει πιστός στην ιδεολογία του.


Από την εποχή του Σρέντερ και τη μετάλλαξη του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Γερμανίας άρχισε και η παρακμή των σοσιαλδημοκρατών του SPD. Η ερμηνεία του Όσκαρ Λαφοντέν για τη συνεχιζόμενη κάθοδό τους είναι ότι «Οι Σοσιαλδημοκράτες έγιναν οικονομικά φιλελεύθεροι, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα των εταιρειών και τα συμφέροντα των πλουσίων» και «το αποτέλεσμα είναι η καταστροφή στην Ευρώπη της αυθεντικής σοσιαλδημοκρατίας, η οποία κατάγεται από το εργατικό κίνημα».