Είχα γράψει παλιότερα για το σφαγείο δίπλα σε ένα σπίτι που νοικιάζαμε. Στο νησί, παλιά. Εκεί περιέγραφα πώς είδα να γονατίζει ένα μοσχάρι που το σφάζουν.

 

Το χτυπούν στο κέντρο του μετώπου με ένα είδος γκασμά, που το ένα άκρο του είναι αρκετά μακρύ και κοίλο. Μικρής διαμέτρου. 

 

Αυτό είναι σχεδόν ανυποψίαστο, υπάκουο – σε κοιτάει στα μάτια. Σωριάζεται έκπληκτο και συνήθως τινάζει τα πόδια. Του κόβουν την καρωτίδα – ένας πίδακας μαύρο αίμα αναπηδά. Στην τρύπα του μετώπου που άνοιξε του χώνουν ένα σίδερο, απ' αυτά της οικοδομής, και το στριφογυρίζουν στο εγκέφαλό του, όπως ανακατεύεις τον καφέ σου.

 

Χαράζουν το δέρμα στα γόνατα και τα γδέρνουν ως τις οπλές. 

 

Δεμένο από το πόδι, το σηκώνουν ψηλά με μια αλυσίδα. Σκίζουν την κοιλιά του από πάνω ως κάτω. Αρχίζουν να αδειάζουν τα εντόσθια στο ματωμένο δάπεδο.

 

Οι ψήστες παίρνουν ό,τι παίρνουν και τα σκυλιά τρώνε ωμό ό,τι περίσσεψε. 

 

Κανένας κανόνας υγειονομίας δεν τηρείται. Ούτε σκληρότητας.

 

Με τα αίματα στα ρούχα, οι χασάπηδες πάνε, όταν τελειώσει η φάση, ακριβώς απέναντι, σε μια ταβέρνα που υπάρχει ακόμη, να πιουν.

 

Στο νησί που ζω (έχουμε 1963) το αίμα δεν είναι ταμπού. Το σφάξιμο του κουνελιού στην αυλή, κάτι σχεδόν χαρμόσυνο. Γελάνε  όταν βλέπουν κότα να τρέχει αποκεφαλισμένη.

 

Δεν είναι μόνο τα γέλια μπροστά στα σφαγμένα ζώα που με αποκαρδιώνουν – είναι και η διαρκής αίσθηση ότι όλα αυτά είναι αφύσικα, και κανείς δεν το ξέρει. 

 

Αν οι μεγάλοι το έκαναν από ανάγκη, οι μικροί το κάνουν για fun. Στην αρχή βγάζουν τα φτερά της μύγας. Μετά τσακίζουν τα πόδια στα λιανοπούλια, που είναι λεπτά σαν κλαδιά. Ξεπουπουλιάζουν ζωντανό το λαβωμένο τρυγόνι. Σουβλίζουν με ένα σίδερο την κοιλιά της γάτας που μόλις έχει γεννήσει και δεν φεύγει για να προστατεύσει τα μικρά της.

 

Στο σημείο που έσμιγε το ποτάμι με τη θάλασσα υπήρχε ένα στενό γεφύρι. Τα πιο μεγάλα αγόρια έβαζαν τα νεογέννητα σκυλιά σε νάιλον σακούλες και τα πέταγαν από ψηλά, γελώντας, να πνιγούν.

 

Στο σημείο που σμίγει το ποτάμι με τη θάλασσα υπάρχει ένα στενό γεφύρι. Τα πιο μεγάλα αγόρια βάζουν τα νεογέννητα σκυλιά σε νάιλον σακούλες, τις κλείνουν  και τα πετάνε από ψηλά, γελώντας, να πνιγούν.

 

Υπάρχει  μια διάχυτη σκληρότητα με την οποία είναι όλοι συμφιλιωμένοι. Σαν να το έχουν πάρει απόφαση ότι ο πόνος είναι δεδομένος – τρόπος ζωής για κάθε πλάσμα που ζει και ανασαίνει. 

  

Ανέκαθεν οι φτωχοί σάρκαζαν την έγνοια για τον πόνο των ζώων, επειδή αυτοί εφάπτονταν καθημερινά με την εξαθλίωση των ανθρώπων. Αλλά κι επειδή, σαν τους πρωτόγονους, δεν ξεχώριζαν τον εαυτό τους από τα ζώα τους – έπασχαν από πρωτογονισμό ενσυναίσθησης. Δεν έπνιγαν γάτες επειδή ένιωθαν κάποια ειδολογική ανωτερότητα αλλά απλώς επειδή μπορούσαν. Με την ίδια ευκολία θα έπνιγαν τον γείτονα σε κάποια φάση, αν ήξεραν ότι το πράγμα θα πέρναγε στο ντούκου.

 

Ακόμη και σήμερα, οι δράσεις των φιλόζωων και η νέα νομολογία της Ε.Ε. για να υποφέρουν όσο το δυνατό λιγότερο τα ζώα που θανατώνονται (να πεθαίνουν ακαριαία, να αναισθητοποιούνται πριν, να μη γδέρνονται ζωντανά κ.λπ.) τους φαίνονται ένας φλώρικος ψευδο-ανθρωπισμός, επειδή, όπως λένε, παιδιά πεθαίνουν σαν μύγες στη Συρία και ο ανθρωπιστικός σφαγιασμός των ζώων είναι απλώς μια έννοια οξύμωρη.

 

Διαφωνώ. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο – ή μάλλον: το ένα οδηγεί στο άλλο. Το παιδί που κρεμάει για πλάκα απ' την ελιά ένα σκυλί (ή το πλακώνει με πέτρες σε μια κουφάλα δέντρου να ψοφήσει) προετοιμάζεται, δίχως να το ξέρει, για τα επόμενα επεισόδια, που τοίχο έχουν τον άνθρωπο. Αναδιπλασιάζει πρόθυμα στην κουλτούρα του θανάτου που είναι ανέκαθεν μπεστ-σέλερ, από την «Παλαιά Διαθήκη» ως το Χόλιγουντ.

  

Γιατί το κάνει; Αρέσει στους ανθρώπους να σκοτώνουν; Είναι τόσο χάλια η ζωή του που δεν το θεωρεί big deal; Θέλει να νιώσει το ρίγος του Παρανόμου; Υπάρχει κάποιο είδος περιέργειας όταν τέμνεις το υπέρτατο παιχνίδι (αυτό που ζει), για να δεις τι έχει μέσα;

 

Ή είναι ένα μάθημα που του έμαθε η επιβιωτικότητα; Δώσε πόνο, αλλιώς κανείς δεν σε υπολογίζει… μέχρι ο ήλιος να γίνει μέλας ως σάκκος τρίχινος και η σελήνη όλη ως αίμα; 

  

Το πιο ανυπόφορο φιλμ που έχω δει, το The Act of Seeing With Ones Own Eyes του Stan Brakhage, είναι ένα είδος απάντησης (Προσοχή: Περιέχει εξαιρετικά ενοχλητικές εικόνες). Γυρίστηκε το 1971 σε ένα νεκροτομείο του Πίτσμπουργκ. Η πράξη τού να βλέπεις με τα ίδια σου τα μάτια. Δηλαδή, Αυτοψία. Στα 40 λεπτά που διαρκεί, γυμνά σώματα, γυναικών, ανδρών, παιδιών, νέοι και γέροι, τέμνονται, τεμαχίζονται και γδέρνονται πάνω σε τράπεζες από αλουμίνιο. Δίχως ήχο. Το δέρμα με τα μαλλιά τραβιούνται και βγαίνουν. Το κρανίο κόβεται με πριόνι για να χυθούν τα μυαλά. Τα έντερα τραβιούνται με τα χέρια. Και τα λοιπά. 

 

Όπως στο παιδικό μου σφαγείο. Μόνο με ανθρώπους.

 

Το φιλμ (που κυκλοφορεί και από την Criterion) είναι μια μεταφορά πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση – υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα το δεις τυχαία, στο ψιλόβροχο του Ίντερνετ. Εύκολα μπορεί να εκληφθεί ως gore από τους εύκολους. Για να το δεις, χρειάζεται κάποια στοχαστική προπαιδεία – να είσαι κάπως άνθρωπος, δηλαδή.

 

Διότι οι άνθρωποι σπανίως είναι ανθρώπινοι, 24/7. Ξεχασμένοι στη λούμπα ή στη σπίντα τους, σπανίως κάνουν αυτοψία του εαυτού τους. Ακόμα κι όταν έρχονται αντιμέτωποι με διάφορα σφαγεία ή τα υφίστανται οι ίδιοι, δεν έχουν τα εργαλεία να βγάλουν ένα συμπέρασμα. Δεν ξέρουν να αναστοχάζονται – συνεπώς ούτε ν' αλλάζουν. Λένε «τι σου είναι ο άνθρωπος!» και προχωράνε στην επόμενη λύπη.

 

Κι έτσι όπως είναι κοιμισμένοι, σκύβει η βαρβαρότητα και τους χαϊδεύει τα μαλλιά.

 

Ας πάρουμε αυτά τα δύο μελανιασμένα πτερύγια και ας τα ξανακάνουμε χέρια (ει δυνατόν, που παίζουν μουσική)· αυτό το ξεφλουδισμένο κρανίο ας το ξανακάνουμε κεφάλι που γέρνει στον ώμο σου, στο μπαρ. Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, ας φτιάξουμε μια εκδοχή του, ανθρωπινότερη.

 

Βέβαια, δεν είναι τόσο απλό να είσαι άνθρωπος. Για την ακρίβεια, είναι το πιο δύσκολο πράγμα του κόσμου. Αν γλυκαθείς από τα ξίδια, το σεξ, τα άστρα τη νύχτα, την αγάπη ενός φίλου, τη μουσική, πώς γίνεται να τα συνδυάσεις όλα αυτά με τα χυμένα άντερα του Μπράκατζ πάνω στον πάγκο του χασάπη; Εσύ είσαι αυτός ο σάκος από λύμφη, κόκαλα και τρίχες; 

 

Έλα ντε. Αυτός είσαι! 

 

Για να μην κλαις όμως, ας κάνουμε κάτι. Ας χτίσουμε αλλιώς όσα η αυτοψία σού κατέστρεψε. Κουραστικό μεν, αλλά δεν έχεις και πολλές επιλογές. Ας πάρουμε αυτά τα δύο μελανιασμένα πτερύγια και ας τα ξανακάνουμε χέρια (ει δυνατόν, που παίζουν μουσική)· αυτό το ξεφλουδισμένο κρανίο ας το ξανακάνουμε κεφάλι που γέρνει στον ώμο σου, στο μπαρ.

Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, ας φτιάξουμε μια εκδοχή του, ανθρωπινότερη. Η ποίηση κι ο έρωτας ας ξαναδώσουν νόημα σε αυτό που φαίνεται μάταιο- ένας σωρός κρεάτων.

 

Αφού ξέρουμε ότι το αμάξι τελικά στουκάρει, ας πάρουμε τη στροφή προς τη θάλασσα. Όχι προς τα σφαγεία. Όχι προς τα στρατόπεδα.

 

Πώς; Είναι απλό: Δεν κοιμάσαι όταν οδηγείς! Μαθαίνεις να βλέπεις με τα ίδια σου τα μάτια. Μαθαίνεις ποιος είσαι και μέσω αυτού μαθαίνεις το μέτρο του κόσμου και τον δίπλα σου. Μία είναι η ζωή, δεν είναι πολλές. Αφού εσύ, ο τόσο μέγας, είσαι αυτό το πράγμα στην Αυτοψία, τότε ό,τι ζει κάτω απ’ τον ήλιο αξίζει να το σέβεσαι. Από τη μάνα σου μέχρι το μοσχάρι που σε κοιτάει στο σφαγείο. 

  

Για να ελαχιστοποιηθεί η βαρβαρότητα. Για να μην πάει η ανθρωπότητα, ακόμη μια φορά, σαν το σκυλί στο αμπέλι.