Το βλέπεις γραμμένο παντού, αβίαστα, αβασάνιστα, γάργαρα σχεδόν, ως μαύρο χιούμορ κάποτε, ως ευχή/κατάρα συνήθως, ως ξέσπασμα οργής με 5 γράμματα, συνήθως κεφαλαία, συνοδευόμενα πάντα από θαυμαστικά: ΨΟΦΟΣ.

 

Είναι η αγαπημένη λέξη των απανταχού εξοργισμένων –με οτιδήποτε- στα social media, είναι η μονολεκτική κρυάδα που θα τερματίσει μια συζήτηση που ενοχλεί, είναι η ευχάριστη ομολογία της έλλειψης επιχειρημάτων.

 

«ΨΟΦΟΣ». Θα ξεφυτρώσει ως σχόλιο κάτω από θέματα που αφορούν πολιτικούς/δημοσιογράφους/παρουσιαστές/παπάδες/ποινικούς/όλους, θα ξεφυτρώσει όμως και στην περίπτωση που κάποιος απλώς διαφωνεί μαζί σου.

 

Θα είναι η τελευταία πρώτη που λένε και στην Πελοπόννησο, θα είναι η κορώνα πάνω σε όλον τον στολισμό που (σου) επιφυλάσσει κάποιος σε μία αντιπαράθεση, θα είναι η τελεία (και παύλα, αν ο άλλος μείνει άφωνος από την ευχή), θα είναι η αρχή ενός χυδαίου καβγά (αν ο άλλος ανταπαντήσει).

 

Βασικά, μιλάμε για τη λέξη χυδαιόμετρο της ζωής μας, σήμερα. Σημαίνει ότι κάτι έχει σαπίσει τόσο πολύ μέσα μας που όχι απλά δεν αισθανόμαστε τι λέμε: το αντιλαμβανόμαστε, το επιθυμούμε και το ευχόμαστε. Χάλια μαύρα, κατάντια απέραντη.

 

Προσωπικά, δεν έχω κανένα πρόβλημα να παραδεχθώ ότι σιχαίνομαι τις συζητήσεις για αρρώστιες και θανατικά –εύχομαι στιγμιαία αφωνία σε όσους το παρατραβάνε- και το black humor το προτιμώ από τους επαγγελματίες του είδους.

 

Και φυσικά και αντιλαμβάνομαι την οργή με διάφορα πρόσωπα, καταστάσεις, όλο αυτό το δούλεμα που κάθετα διαχέεται από την κορυφή προς τη βάση της ζωής μας, εδώ στο ελληνικό έδαφος με τα απολύτως ελληνικά προβλήματα.

 

Αλλά αυτή η ευκολία στην ευχή –χωρίς να δίνω καμία σημασία στις δοξασίες για τις κατάρες και πάει λέγοντας- κάπως είναι ύποπτη. Κάπως φλυαρεί για το τι μας έχει συμβεί και αυτό δεν είναι αποτέλεσμα των προβλημάτων μας και συνέπεια της οργής μας.

 

Έχει να κάνει καθαρά με την ανθρώπινη ποιότητα, με το τι είμαστε, με το τι πραγματικά πιστεύουμε ότι είναι η ζωή γενικώς. Και για να το πούμε απλά κι ας πονέσει: το να εύχεσαι «ψόφο» σε κάποιον, κατάματα, mano a mano, (ή) με το πραγματικό σου προφίλ στο Facebook, το να το ακούς και να μην ανατριχιάζεις, είναι η μεγαλύτερη απόδειξη του πόσο χυδαίοι έχουμε γίνει.

 

Βασικά, μιλάμε για τη λέξη χυδαιόμετρο της ζωής μας, σήμερα. Σημαίνει ότι κάτι έχει σαπίσει τόσο πολύ μέσα μας που (είτε λέγεται ως πλάκα είτε σοβαρά) όχι απλά δεν αισθανόμαστε τι λέμε: το αντιλαμβανόμαστε, το επιθυμούμε και το ευχόμαστε. Χάλια μαύρα, κατάντια απέραντη.

 

Λίγο ας το χωνέψουμε. Ο «ψόφος», γραμμένος με κεφαλαία, συχνά ανορθόγραφα με «ωμέγα», ακόμη κι από καθηγητάδες κι από influencers (ω, ναι), κι από τον μέσο αναγνώστη που σκρολάρει με ανία στο timeline του είναι τα σκουπίδια σας (και σκουπίδια μας, αν διαβάζεται πιο ευχάριστα), παρκαρισμένα στο σαλόνι, όλο το κατακάθι που με επιμέλεια κρύβουμε κάτω από πτυχία, σπουδές και τίτλους, φόρα παρτίδα στον διάδρομο.

 

Όσο πιο αβίαστη η «ευχή», τόσο πιο εύκολο το συμπέρασμα για το ποιοι στ' αλήθεια είμαστε. Κι αυτό που είμαστε, συγνώμη, αλλά έχει πεθάνει και μυρίζει ελεεινά.