Ο θάνατος του Prince (21/4) ήταν το αρνητικό καλλιτεχνικό γεγονός του μήνα που τελειώνει. Εξ ίσου σημαντική απώλεια υπήρξε κι εκείνη του Merle Haggard (6/4), ενός τεράστιου μουσικού της country, αν και ιδεολογικώς αμφιλεγόμενου κάποιες φορές, που έγινε «θρύλος» εν ζωή. (Δεν χρειάζεται να πούμε πως όταν μιλάμε για country στην επαρχιακή Αμερική και στο νότο της χώρας είναι σαν να λέμε για το λαϊκό τραγούδι στην Ελλάδα). Επίσης η απώλεια του Gato Barbieri, στην αρχή του Απρίλη (2/4), είχε κι αυτή το παγκόσμιο βάρος της λόγω Last Tango in Paris.

 

Πέραν αυτών των μεγάλων (μουσικών) απωλειών υπήρξαν κι άλλες σημαντικές, που πέρασαν κάπως απαρατήρητες ή και εντελώς απαρατήρητες. Να μερικές απ’ αυτές…

 

 

GÉTATCHÈW MÈKURYA(1935-4/4/2016)

Υιοθετώντας την παράδοση τής shellèla, ενός τύπου τραγουδιού που έμοιαζε με λογομαχία, ο Mèkurya έφτιαξε από πολύ νωρίς τον προσωπικό ήχο του, αυτοσχεδιάζοντας στο τενόρο σαξόφωνο σ’ ένα… οργίλο στυλ, με τόλμη και φαντασία.
Υιοθετώντας την παράδοση τής shellèla, ενός τύπου τραγουδιού που έμοιαζε με λογομαχία, ο Mèkurya έφτιαξε από πολύ νωρίς τον προσωπικό ήχο του, αυτοσχεδιάζοντας στο τενόρο σαξόφωνο σ’ ένα… οργίλο στυλ, με τόλμη και φαντασία.

 

Μορφή της αιθιοπικής τζαζ (ναι, υπάρχει και τέτοια) που απέκτησε παγκόσμια φήμη μόλις στις αρχές των 00s, ο Gétatchèw Mèkurya είναι μια κατηγορία μόνος του. Υιοθετώντας την παράδοση τής shellèla, ενός τύπου τραγουδιού που έμοιαζε με λογομαχία, ο Mèkurya έφτιαξε από πολύ νωρίς τον προσωπικό ήχο του, αυτοσχεδιάζοντας στο τενόρο σαξόφωνο σ’ ένα… οργίλο στυλ, με τόλμη και φαντασία. Το άκουσμα είναι κάποιες φορές μοναδικό, ορισμένες φορές μπορεί να υπαχθεί στην κατηγορία free, ενώ κάποιες άλλες μπορεί να θυμίσει ακόμη και ταξίμια κλαριντζήδων. Είχε όμως και άλλα κομμάτια στη φαρέτρα του ο Gétatchèw Mèkurya (πέραν των πιο… free), όπως χορευτικά ή και «ψυχεδελικά» στο γνωστό éthiopiques ύφος των συλλογών τής Buda Musique. Από ένα τέτοιο CD εξάλλου, το “Negus of Ethiopian Sax” του 2003 (το υπ’ αριθμόν 14 εκείνης της περίφημης γαλλικής σειράς), ο αιθίοπας σαξοφωνίστας θ’ αποκτήσει μεγάλη φήμη, που θα τον φέρει στα… γεράματά του στην Ευρώπη να συνεργάζεται με τους αναρχοπάνκηδες και άλλα τινά Ολλανδούς The Ex! Και από ’κει θα προκύψουν δίσκοι, όπως το “Moa Anbessa” (2006) ή το “Y'Anbessaw Tezeta” (2012) – το λέω, γιατί οι λίγες πρωτότυπες εγγραφές του στην αιθιοπική Philips από τα early seventies κοστίζουν μια (μικρή) περιουσία. Ok, υπάρχουν και οι επανεκδόσεις…

 

 

TONY CONRAD (1940-9/4/2016)

Ο Conrad υπήρξε μέλος ενός θρυλικού γκρουπ των early sixties, μέσα από το οποίο ξεπήδησαν ουσιαστικά οι Velvet Underground, των Theatre of Eternal Music / The Dream Syndicate, μέλη των οποίων, πέραν του ιδίου, ήταν και οι John Cale, Angus MacLise, La Monte Young και Marian Zazeela.
Ο Conrad υπήρξε μέλος ενός θρυλικού γκρουπ των early sixties, μέσα από το οποίο ξεπήδησαν ουσιαστικά οι Velvet Underground, των Theatre of Eternal Music / The Dream Syndicate, μέλη των οποίων, πέραν του ιδίου, ήταν και οι John Cale, Angus MacLise, La Monte Young και Marian Zazeela.

 

Από τους καλλιτέχνες που καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τη μουσική και φιλμική avant του ’60, ο Tony Conrad (γνωστός και στους ροκάδες από τις συνεργασίες του με τους Γερμανούς Faust) άφησε πίσω του έργο πολύ και σημαντικό. Αρκεί να σκεφτούμε μόνο (όσον αφορά στη μουσική) πως ο Conrad υπήρξε μέλος ενός θρυλικού γκρουπ των early sixties, μέσα από το οποίο ξεπήδησαν ουσιαστικά οι Velvet Underground, των Theatre of Eternal Music / The Dream Syndicate, μέλη των οποίων, πέραν του ιδίου, ήταν και οι John Cale, Angus MacLise, La Monte Young και Marian Zazeela. Το τι έπραξαν όλοι αυτοί, σε τι φιλοσοφικές (διαλογιστικές) διαστάσεις κινήθηκαν, καθώς έψαχναν τον «τέλειο τόνο», τι μουσική σκάρωσαν, πώς έμπλεξαν τα drones, με τον μινιμαλισμό και το πείραμα είναι πολύ μεγάλη ιστορία, που έχει εν πάση περιπτώσει καταγραφεί, και που είναι κάπως δύσκολο αυτή τη στιγμή να αναλυθεί.

 

Από τις ηχογραφήσεις του Tony Conrad αξίζει κανείς να δώσει προσοχή στο άλμπουμ του με τους Faust “Outside The Dream Syndicate” που τυπώθηκε στην Αγγλία από την Virgin/Caroline το 1973 και βεβαίως στις ιστορικές εγγραφές του από τα sixties, που κυκλοφόρησαν μετά το 1995 από την αμερικανική Table of the Elements.

 

Εκείνη την εποχή (1994-95) δεν είχαν επανεμφανισθεί μόνον οι Faust, μα και ο Tony Conrad, που θα έμπαινε με φόρα ξανά στη σκηνή με το ιστορικό του υλικό, όπως το “Four Violins” του 1964 (το μόνο sixties έργο του έξω από το Συνδικάτο του Ονείρου), αλλά και με καινούριες συνθέσεις (“Slapping Pythagoras”, 1995).

 

Μάλιστα, το 1997 η Table of the Elements θα δώσει το απολύτως ιστορικό «κουτί» του, το 4πλό “Early Minimalism Volume One”, στο οποίο ακούγονταν τόσο το “Four Violins”, όσο και τα “Early Minimalism: April, 1965” (για σόλο βιολί και κουαρτέτο εγχόρδων), “Early Minimalism: May, 1965” (για δύο βιολιά και τσέλο) και “Early Minimalism: June 1965” (για τέσσερα, ηχογραφημένα με multitracking, βιολιά και τσέλο). Ο Conrad, όντας μέλος του γκρουπ Τhe Theatre of Eternal Music / The Dream Syndicate, τιμάται εδώ σε μία από τις πιο ιστορικές μινιμαλιστικές καταγραφές.

 

Και φυσικά, αν μιλάμε για το άλμπουμ-τομή του πρώιμου μινιμαλισμού τότε αυτό δεν είναι άλλο από το “Inside the Dream Syndicate Volume I: Day of Niagara (1965)”, τη συνεργασία δηλαδή τωνCale, Conrad, MacLise, Young και Zazeela, η οποία κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2000, για να θεωρηθεί, έκτοτε, ως μία από τις σημαντικότερες ηχογραφικές «ανακάλυψεις» των τελευταίων δεκαετιών.

 

Δύσκολες μουσικές, ας το πούμε κι έτσι, που επηρέασαν στο διάβα δεκάδες… ευκολότερες.

 

 

PAPA WEMBA (1949-24/4/2016)

Ο Papa Wemba έγινε ήρωας στο Παρίσι του ’80 και του ’90, ηχογραφώντας ακόμη και για την Real World του Peter Gabriel, όντας ένας από τους μεγαλύτερους αστέρες του ethnic της εποχής.
Ο Papa Wemba έγινε ήρωας στο Παρίσι του ’80 και του ’90, ηχογραφώντας ακόμη και για την Real World του Peter Gabriel, όντας ένας από τους μεγαλύτερους αστέρες του ethnic της εποχής.

 

Ο Κονγκολέζος Papa Wemba πέθανε, στην κυριολεξία, πάνω στη σκηνή (σε συναυλία στο Αμπιτζάν της Ακτής Ελεφαντόδοντος). Μουσικός με τεράστια ιστορία που χάνεται στα χρόνια, ο Papa Wemba έγινε γνωστός μέσα από τους Zaiko Langa Langa στις αρχές του ’70, όταν εκσυγχρονίζοντας την παραδοσιακή κονγκολέζικη ρούμπα, δημιουργούσε ένα πιο μοντέρνο χορευτικό στυλ, το soukous, που αποδείχθηκε εντελώς popular εκείνα τα χρόνια στην πατρίδα του (αλλά και αργότερα, στα eighties, στη Γαλλία). Με προσωπικά συγκροτήματα ήδη από το 1977 (Viva la Musica), ο Papa Wemba έγινε ήρωας στο Παρίσι του ’80 και του ’90, ηχογραφώντας ακόμη και για την Real World του Peter Gabriel, όντας ένας από τους μεγαλύτερους αστέρες του ethnic της εποχής. Κάπως έτσι θα παραβρεθεί και στο WOMAD στην Αθήνα, την 23/6/2001, επιβεβαιώνοντας την τεράστια φήμη του στο σχετικό κοινό. Ο Papa Wemba, που θα μπει για λίγο καιρό και στη φυλακή, εκεί προς το 2003, επειδή καταδικάστηκε για συμμετοχή σε κύκλωμα παράνομης διακίνησης μεταναστών από το Κονγκό στην Ευρώπη, θα βρει τον τρόπο να συνεχίσει τη διαδρομή του, μέχρι και την τελευταία ώρα…

 

 

LONNIE MACK (1941-21/4/2016)

Ο Mack ήταν παράξενη περίπτωση. Ενώ ήταν βιρτουόζος και καινοτόμος στην Gibson Flying V δεν είχε πάντα διαθέσιμο το ρεπερτόριο εκείνο που θα τον τοποθετούσε αυτομάτως στην κορυφή.
Ο Mack ήταν παράξενη περίπτωση. Ενώ ήταν βιρτουόζος και καινοτόμος στην Gibson Flying V δεν είχε πάντα διαθέσιμο το ρεπερτόριο εκείνο που θα τον τοποθετούσε αυτομάτως στην κορυφή.

 

Δεν θα ήταν και τόσο εκτός πραγματικότητας, αν λέγαμε πως ο Lonnie Mack υπήρξε ένας από τους πιο υποτιμημένους κιθαρίστες στην ιστορία του rock και του blues-rock. Και το «υποτιμημένος» έχει την έννοια πως ενώ ήταν παικταράς και επηρέασε κόσμο και κοσμάκη (η wiki αναφέρει κατά σειρά τους Stevie Ray Vaughan, Jeff Beck, Dickie Betts, Ray Benson, Bootsy Collins and Ted Nugent, αλλά μάλλον ξεχνάει τον… Jimi Hendrix), εντούτοις στη συνείδηση τού πολύ κόσμου είναι κάπως πίσω. Και τούτο παρά το γεγονός πως κανείς στα early sixties δεν είχε τον ήχο του, και πως, αν εξαιρέσεις τους μαύρους bluesmen Freddie King και Earl Hooker βασικά, κανένας άλλος λευκός δεν επηρέασε τόσο τους κιθαρίστες του ροκ, που θα έσκαγαν κατά κύματα μετά το ’63.

 

Ο Mack ήταν παράξενη περίπτωση. Ενώ ήταν βιρτουόζος και καινοτόμος στην Gibson Flying V δεν είχε πάντα διαθέσιμο το ρεπερτόριο εκείνο που θα τον τοποθετούσε αυτομάτως στην κορυφή. Ανακατωμένος ο ερχόμενος… Ροκιές, blues, μπαλάντες, country κομμάτια, γλυκερή soul… απ’ όλα είχε ο μπαξές, κάτι που, σε κάθε περίπτωση, δεν βοηθούσε προς μια συγκεκριμένη… διόγκωση. Κι έτσι, παρότι όλοι οι επαγγελματίες του χώρου έπιναν νερό στ’ όνομά του, μετρημένα στα δάκτυλα ήταν εκείνα τα κομμάτια του, που μπόρεσαν να επηρεάσουν ή και ν’ αλλάξουν την ιστορία. Ναι, γιατί συνέβη και αυτό! Βασικά μιλάμε για δύο instrumentals που ακούγονται στο πρώτο LP του, το “The Wham Of That Memphis Man!” (1963), το δικό του “Wham!” και το “Memphis” του Chuck Berry, που προκαλούν και σήμερα ίλιγγο.

 

Απολαύστε τον δάσκαλο Lonnie Mack δίπλα στον θρύλο-μαθητή του Stevie Ray Vaughan στο σχετικό βίντεο…

 

 

 

GIB GUILBEAU (1937-12/4/2016)

Ο Guilbeau, μετά τη διάλυση των Nashville West, θα σχηματίσει τους Swampwater, με τους οποίους θα γράψει δύο θαυμάσια country-rock άλμπουμ στα early seventies, πριν μεταπηδήσει στη συνέχεια (1975) στους Flying Burrito Brothers, συνεχίζοντας την καριέρα του με προσωπικά LP (“Toe Tappin' Music” κ.ά.).
Ο Guilbeau, μετά τη διάλυση των Nashville West, θα σχηματίσει τους Swampwater, με τους οποίους θα γράψει δύο θαυμάσια country-rock άλμπουμ στα early seventies, πριν μεταπηδήσει στη συνέχεια (1975) στους Flying Burrito Brothers, συνεχίζοντας την καριέρα του με προσωπικά LP (“Toe Tappin' Music” κ.ά.).

 

Ακόμη μια παραγνωρισμένη μορφή του ροκ, που πέθανε εσχάτως χωρίς να γίνει το σώσε. Ο Gib Guilbeau (κιθαρίστας, βιολιστής, μαντολινίστας και τραγουδιστής) ξεκίνησε να παίζει μουσική στα early sixties με τους Bobby Edwards with The Four Young Men (έκαναν επιτυχία το 1961 το “You’re the reason”) και αργότερα τους Castaways (όχι τους Castaways του “Liar, liar”), πριν σχηματίσει μαζί με άλλους –αλλά ποιους άλλους;– ένα καθοριστικό γκρουπ, το 1967, τους Nashville West. Δίπλα στον Guilbeau θα βρεθούν οι Gene Parsons, Clarence White και Wayne Moore… και από τα ονόματα έχετε ήδη αντιληφθεί για τι ακριβώς συζητάμε. Η γέννηση του country-rock περνά και μέσα από τους Nashville West και τον Gib Guilbeau, όπως πέρασε μέσα από τους Byrds, τους International Submarine Band και τους Flying Burrito Brothers. Οι Nashville West δεν έμειναν για πολύ καιρό μαζί. Διαλύθηκαν μετά από δύο χρόνια, αφού οι Gene Parsons και Clarence White μεταπήδησαν στους Byrds, έχοντας προλάβει όμως να γράψουν ένα LP, το 1968, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά δέκα χρόνια αργότερα.

 

 

Ο Guilbeau, μετά τη διάλυση των Nashville West, θα σχηματίσει τους Swampwater, με τους οποίους θα γράψει δύο θαυμάσια country-rock άλμπουμ στα early seventies, πριν μεταπηδήσει στη συνέχεια (1975) στους Flying Burrito Brothers, συνεχίζοντας την καριέρα του με προσωπικά LP (“Toe Tappin' Music” κ.ά.).

 

Και κάτι ακόμη, που έχει τη σημασία του. Ο Gib Guilbeau έχει γράψει μουσικές στην ωραία ταινία του Martin Scorsese “Boxcar Bertha” το 1972.

 

BILLY PAUL (1934-24/4/2016)

Στη σκηνή και τη δισκογραφία από τις αρχές του ’50, ο Billy Paul είπε καταπληκτικά τραγούδια στην καριέρα του, πολλές φορές… πολύ καλύτερα και από την πιο μεγάλη επιτυχία του.
Στη σκηνή και τη δισκογραφία από τις αρχές του ’50, ο Billy Paul είπε καταπληκτικά τραγούδια στην καριέρα του, πολλές φορές… πολύ καλύτερα και από την πιο μεγάλη επιτυχία του.

 

Πριν λίγες μέρες μάς χαιρέτησε και ο Billy Paul, ο αμερικανός soul singer που έκανε νούμερο 1 το “Me and Mrs. Jones” το 1972, ένα τραγούδι που είχαν γράψει οι Kenny Gamble, Leon Huff και Cary Gilbert – οι Gamble και Huff, ως γνωστόν, ήταν οι άνθρωποι που είχαν «στήσει» τον Ήχο της Φιλαδέλφειας, ένα δικό τους «προσωπικό» funk, διανθισμένο με εύχυμες ενορχηστρώσεις, που έγραψε ιστορία. Όμως ο Paul δεν ήταν ο τραγουδιστής που έκανε κάποια στιγμή ένα hit και τίποτα άλλο πριν ή μετά απ’ αυτό. Στη σκηνή και τη δισκογραφία από τις αρχές του ’50, ο Billy Paul είπε καταπληκτικά τραγούδια στην καριέρα του, πολλές φορές… πολύ καλύτερα και από την πιο μεγάλη επιτυχία του. Τέτοιο ήταν το “Am I black enough for you?” (1973), ένα άσμα για τη μαύρη περηφάνια που δεν είχε και την καλύτερη τύχη στα ραδιόφωνα, αν και έφθασε μέχρι τη θέση 79 τού Billboard Hot 100, ή το “Let’s make a baby” (No 83 τον Απρίλιο του ’76), που επίσης ζορίστηκε λόγω του θέματός του. Φοβερό το άλμπουμ του “War Of The Gods” [Philadelphia International Records] από το 1973.

 

 

Άλλοι μουσικοί που χάθηκαν μέσα στον Απρίλιο ήταν ο Τζαμαϊκανός του mento και του ska Lord Tanamo (1934-19/4/2016), o Richard Lyons (1959-19/4/2016) των ροκ αβαντγκαρντιστών Negativland, ο πορτορικανός τραγουδιστής Ismael Quintana (1937-16/4/2016) που είχε συνεργαστεί με Tito Puente, Eddie Palmieri, Fania All-Stars, Joe Cuba κ.ά., ο ποπίστας Emile Ford (1937-11/4/2016) που έκανε μεγάλη καριέρα στην Αγγλία στα late 50s-early 60s, ο τραγουδοποιός Jack Hammer (1925-8/4/2016) που είχε γράψει μαζί με τον Otis Blackwell το “Great balls of fire” (1957) του Jerry Lee Lewis, ο τραγουδιστής του funk και της soul Leon Haywood (1942-5/4/2016) και δυστυχώς… και κάποιοι ακόμη…