Όσοι έχουν περάσει από το καθαρτήριο (την κόλαση μάλλον, ας είμαστε ακριβείς) της «διαχείρισης» αγαπημένου προσώπου που γλιστράει και χάνεται στα θολά βάθη της άνοιας, γνωρίζουν πόσο επώδυνη, άγρια με τους πιο αλλόκοτους τρόπους, και βασανιστική μπορεί να είναι αυτή η απώλεια που συμβαίνει σε μια σειρά από κεφάλαια, το ένα πιο οδυνηρό από το προηγούμενο.

Εκλάμψεις που δίνουν ψεύτικες ελπίδες, συναισθηματικός όλεθρος, ενοχές, ένα πανηγύρι φρίκης χωρίς τέλος. Το βλέπεις να έρχεται κι όμως το αρνείσαι, μέχρι που δεν γίνεται πλέον να προσποιείσαι ότι δεν συμβαίνει, μέχρι να συνειδητοποιήσεις (μετά από κάποιο ατύχημα ίσως) ότι τελείωσαν τα ψέματα και ότι πρέπει με κάποιον τρόπο να το διαχειριστείς, βοηθώντας την κατάσταση χωρίς να διαλυθείς κι εσύ τελείως.


Η Κρίστεν Τζόνσον, η βραβευμένη σκηνοθέτρια αυτού του πρωτότυπου, πρωτοποριακού, εμπνευσμένου, συγκινητικού, αριστουργηματικού «ντοκιμαντέρ» (ή χρονικού ανάπτυξης μιας εξαιρετικής και σημαντικής ιδέας) που προσγειώθηκε πριν από λίγο καιρό στο Netflix συνοδευόμενο από διθυραμβικές κριτικές, βρήκε τον πιο δημιουργικό και αξιοθαύμαστο τρόπο για να το κάνει.

 

Αυτό που απαιτεί όμως η αγάπη είναι να αγκαλιάζουμε ο ένας τον άλλον, όταν τα πράγματα γίνουν άσχημα, και να γιορτάζουμε μαζί τις σύντομες χαρούμενες στιγμές μας.


Αποφάσισε από κοινού με τον πατέρα της, τον (πρώην) ψυχίατρο και γλυκύτατο κύριο Ντικ Τζόνσον ο οποίος βρίσκεται στα πρώιμα στάδια της εκφυλιστικής ασθένειας, αλλά ήδη δεν είναι καθόλου καλή ιδέα ούτε να οδηγεί ούτε να μένει μόνος του, να τον πάρει από το πατρικό τους στο Σιάτλ και να τον πάει στο δικό της σπίτι, και στον δικό της κόσμο, στη Νέα Υόρκη.

 

Εκεί, μαζί με το συνεργείο της και την κρίσιμη συμβολή κασκαντέρ και κομπάρσων, τον κινηματογραφεί να «πεθαίνει» με διάφορους θεαματικούς και κωμικούς τρόπους, σε μια απόπειρα να συνηθίσουν και οι δύο στην ιδέα μιας οριστικής του απουσίας. Το αποτέλεσμα όχι μόνο δεν είναι μακάβριο, αλλά ζωογόνο, χαρμόσυνο σχεδόν, και λυτρωτικό. Κι ας ομολογεί η ίδια στην κάμερα: «Και μόνο η ιδέα ότι μπορώ να χάσω αυτόν τον άνθρωπο, είναι αβάσταχτη».

 

Tο δεύτερο έργο της Κρίστεν Τζόνσον ως σκηνοθέτρια, είναι πολύ πιο «εσωτερικής», σπιτικής σχεδόν, κλίμακας, συγχρόνως όμως και πιο οικουμενικό λόγω του θέματος το οποίο πραγματεύεται με τόσο αξιοθαύμαστο τρόπο.
Tο δεύτερο έργο της Κρίστεν Τζόνσον ως σκηνοθέτρια, είναι πολύ πιο «εσωτερικής», σπιτικής σχεδόν, κλίμακας, συγχρόνως όμως και πιο οικουμενικό λόγω του θέματος το οποίο πραγματεύεται με τόσο αξιοθαύμαστο τρόπο.


Η επιθυμία της είναι να διατηρήσει τον 83χρονο πατέρα της όπως είναι τώρα, πριν από τη μεταμόρφωσή του σε κάποιον που δεν την αναγνωρίζει πια (όπως είχε συμβεί με τη μητέρα της), να ξορκίσει το τέλος προκαλώντας (ή ανακαλώντας) το. Θανάτω θάνατον πατήσας, κυριολεκτικά. Κάθε στημένος, εικονικός θάνατος ακολουθείται και από μια ανάσταση. Κάποια στιγμή μάλιστα, σε μια μοναδικής αισθητικής σκηνή, τον τοποθετεί στον Παράδεισο, να κάθεται πλάι σε διάσημους αποθανόντες αστέρες όπως ο Μπάστερ Κίτον, ο Μπρους Λι και η Φάρα Φόσετ.

 

Και κάθε «μοιραία» πτώση έχει νόημα και (οδυνηρό) ιστορικό πλαίσιο, όχι μόνο για την σκηνοθέτρια, αλλά και για όσους έχουν ανάλογες εμπειρίες από ηλικιωμένο, ανήμπορο πλέον να αυτοεξυπηρετηθεί, και επιρρεπή στην αστάθεια, γονιό. Η μητέρα της, όταν είχε αρχίσει να «ρετάρει», έπεσε στην εσωτερική σκάλα του σπιτιού, σπάζοντας το ισχίο της (γεμάτες οι κλίνες των νοσοκομείων από ασθενείς μεγάλης ηλικίας, συχνά με άνοια, που νοσηλεύονται μετά από τέτοιου είδους χειρουργική επέμβαση). «Τότε ήταν που ξεκίνησε η αγριότητα» λέει ο μπαμπάς Ντικ, που έχασε την γυναίκα του το 2007, αφού προηγουμένως της είχε ρημάξει το μυαλό το Αλτσχάιμερ.

 

Η Κρίστεν Τζόνσον ορίζει τον εαυτό της ως "Cameraperson" και αυτός ακριβώς είναι ο τίτλος της πρώτης ταινίας της που κυκλοφόρησε το 2016 και θεωρείται, δικαίως, μία από τις πιο σημαντικές της τελευταίας δεκαετίας. Ένα μοναδικό, υβριδικό κινηματογραφικό έργο που, όπως και αυτό το νέο της αριστούργημα, συνδυάζει ντοκιμαντέρ, σινεμά βεριτέ, αυτοβιογραφία και αναζήτηση των ορίων, και αποτελείται από ένα καλειδοσκοπικό κολάζ εικόνων από την διαδρομή της ως οπερατέρ σε μερικά από τα πιο γνωστά ντοκιμαντέρ της τελευταίας 25ετίας (Citizenfour, Fahrenheit 9/11, The Oath, Derrida...) καθώς και σε άλλες ταινίες λιγότερο γνωστές ίσως που την οδήγησαν σε νεκροταφεία στο Σεράγεβο, σε πυγμαχικά ρινγκ στο Μπρούκλιν, σε εμπόλεμες ζώνες κάθε είδους ανά τον πλανήτη.


Αυτό όμως εδώ, το δεύτερο έργο της ως σκηνοθέτριας, είναι πολύ πιο «εσωτερικής», σπιτικής σχεδόν, κλίμακας (σαν home movie υψηλού προϋπολογισμού), συγχρόνως όμως και πιο οικουμενικό λόγω του θέματος το οποίο πραγματεύεται με τόσο αξιοθαύμαστο τρόπο.

 

«Θα ήταν τόσο εύκολο αν η αγάπη μας έδινε μόνο όμορφα πράγματα», ακούγεται να λέει η ίδια στην ταινία. «Αυτό που απαιτεί όμως η αγάπη είναι να αντιμετωπίσουμε τον φόβο της απώλειας ο ένας τον άλλον. Απαιτεί να αγκαλιάζουμε ο ένας τον άλλον, όταν τα πράγματα γίνουν άσχημα, και να γιορτάζουμε μαζί τις σύντομες χαρούμενες στιγμές μας».

 

 

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας