ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ «KAREN»; Εδώ και καιρό ο όρος γνωρίζει οπτικοποιημένες δόξες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και κυρίως στο Instagram και στο Tik-Tok όπου η αναζήτηση στο hashtag "karen" εμφανίζει μεσόκοπες κυρίες, λευκές στη συντριπτική πλειονότητά τους, σε έξαλλη κατάσταση να ουρλιάζουν σε κόσμο στη μέση του δρόμου, συνήθως για ασήμαντη αφορμή.


Σύμφωνα με το UrbanDictionary.com πρόκειται για έναν υποτιμητικό νεολογισμό που έχει γίνει trend τόσο στις ΗΠΑ όσο και σε άλλες αγγλόφωνες χώρες και συνήθως αποδίδεται σε γυναίκες που θεωρούν ότι έχουν το προνόμιο να ελέγχουν, να επιπλήττουν, να εξυβρίζουν και να απειλούν δημοσίως οποιονδήποτε (θεωρούν ότι) τους ενοχλεί ή ότι προσβάλλει κάποιο «λευκό» προνόμιο.


Αυτό που στα μέρη μας θα χαρακτηρίζαμε ως «θείτσες εν εξάλλω» ή «θέλω να μιλήσω με τον υπεύθυνο» ή «θα σου κάνω μήνυση», στο εξωτερικό έχει γίνει κάτι σαν κίνημα που γελοιοποιεί και όχι άδικα συνήθως λευκές, μεσήλικες γυναίκες που νιώθουν εις θέσιν να κλιμακώνουν την οργή τους, επιτιθέμενες συνήθως σε ανθρώπους διαφορετικού χρώματος, σε αλλοδαπούς, σε παιδιά ή υπαλλήλους.


Μία Karen θα κάνει παρατήρηση με υψωμένο τόνο φωνής για τη θέση πάρκινγκ που θεωρεί ότι της ανήκει, για τον μετανάστη που τόλμησε να καθίσει δίπλα της στο λεωφορείο, για την ταμία που δεν την εξυπηρέτησε όσο γρήγορα απαιτούσε, για οτιδήποτε.

 

Συνήθως αποδίδεται σε γυναίκες που θεωρούν ότι έχουν το προνόμιο να ελέγχουν, να επιπλήττουν, να εξυβρίζουν και να απειλούν δημοσίως οποιονδήποτε (θεωρούν ότι) τους ενοχλεί ή ότι προσβάλλει κάποιο «λευκό» τους προνόμιο.


Μία Karen μπορεί επίσης να σηκώσει απειλητικά το χέρι της, να χαστουκίσει ή να τραβήξει τα μαλλιά του «αντιπάλου» της ή να επιτεθεί στο όχημά του. Με λίγα λόγια, μία Karen, μέχρι προσφάτως, θεωρείτο μία διαταραγμένη κυρία, που απλώς μπορούσε να γίνει περίγελος στα social media. Ένας χαρακτηρισμός για τις παράξενες, ενοχλητικές αυτού του κόσμου, τίποτα περισσότερο.


Μέχρι φέτος. Μέσα στο 2020 ο όρος κλιμακωτά κατηγοριοποίησε τη «λευκή προνομιούχα γυναίκα με απειλητική συμπεριφορά εναντίον όποιου θεωρεί ότι δεν εναρμονίζεται με τις πεποιθήσεις και τις απαιτήσεις της».
Γιατί, όμως, Karen; Γιατί όχι Mary ή Κate; Κανείς δεν ξέρει την πραγματική προέλευση του όρου και τον λόγο που ξαφνικά συνδέθηκε με το Black Lives Matter και τους μαύρους της Αμερικής και όπου γης.

 

 

 

Κάποιοι πιστεύουν ότι ο όρος Karen μπορεί και να ξεπήδησε μέσα από το Black Twitter ή από τους διαλόγους μαύρων γυναικών, ωστόσο η Meredith Clark, ερευνήτρια του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια αναζήτησε στα media αναγωγές αυτού του νεολογισμού κατά τα προηγούμενα χρόνια.


Όπως έχει εξηγήσει «το μοτίβο μίας λευκής γυναίκας κοντά στην οποία οι μαύροι θα πρέπει να είναι προσεκτικοί, γιατί δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει το 'προνόμιό' της εναντίον τους ήταν πάντα ζωντανό, ωστόσο δεν υπήρχε πάντοτε συγκεκριμένος όρος για αυτόν τον τύπο γυναικών. Παλιότερα, οι karens είχαν διαφορετικά ονόματα. Πίσω στη δεκαετία του '90, όταν έγινε hit το "Baby Got Back" (σ.σ.: το ραπ κομμάτι με τους άσεμνους στίχους που τραγουδά ο Ρος στην κόρη του, Έμα για να την κάνει να γελάσει στα «Φιλαράκια») η Karen ήταν μία Becky – ένα λευκό κορίτσι, που στο βίντεο κλιπ του Sir Mix A Lot ούτε λίγο ούτε πολύ χαρακτήριζε πόρνες τις μαύρες γυναίκες, για τα μεγάλα τους οπίσθια . Οι Karens είναι αναπόσπαστο κομμάτι γενεών ολόκληρων λευκών γυναικών που θεωρούν εδώ και δύο αιώνες ότι η χώρα τους ανήκει με μοναδικό όπλο το χρώμα του δέρματός τους».


Κάπως έτσι γίνεται σαφής η αλλαγή στην εννοιολόγηση του όρου. Δεν μιλάμε πια για διαταραγμένες κυρίες, με καταφανώς αντικοινωνική συμπεριφορά, αλλά για ένα κομμάτι της alt-right που επιζούσε και έκανε δουλειά για τη «λευκή προνομιούχα φυλή» εδώ και καιρό.


Η Heather Suzanne Woods, καθηγήτρια στο Κρατικό Πανεπιστήμιο του Κάνσας φαίνεται να διαφωνεί. Για εκείνην τα χαρακτηριστικά της Karen δεν είναι αποκλειστικώς ρατσιστικά, αλλά πρόκειται για άτομα «αρχομανή, εγωιστικά με τάση για παράπονα, καταγγελίες και μηνύσεις, για άτομα που θέλουν ο κόσμος να υπάρχει και να αναπνέει γύρω τους σύμφωνα με τα δικά τους standards, με ελάχιστο σεβασμό για τους άλλους ανθρώπους, όποιοι κι αν είναι αυτή, και με την αθεράπευτη τάση να κάνουν όση φασαρία μπορούν, προκειμένου να πετύχουν τον στόχο τους, αλλά και να προσελκύσουν το ενδιαφέρον».

 

 


Η εξήγηση που επικαλείται η Woods εστιάζει αποκλειστικά στο φύλο. Μία Karen είναι γυναίκα, είναι κάποια που δεν θα χρησιμοποιήσει αποκλειστικά βία, αλλά θα κλιμακώσει την οργή της με τόσο ενοχλητικό και απωθητικό τρόπο, με ουρλιαχτά, φωνές και προσβολές ως επί το πλείστον που στο τέλος, το άφωνο από τη συμπεριφορά της πλήθος θα υποχωρήσει μπροστά στο (όποιο ανόητο) αίτημά της.


«Είναι μια άλλη, τελείως διαφορετική μορφή βίας που μετέρχεται διαφορετικά μέσα, πλήρως αποσυντονιστικά για τις ανθρώπινες κοινότητες, προκειμένου να επιτύχει τον στόχο της. Υπάρχει λόγος που στα memes που χλευάζουν τις Karens συνήθως χρησιμοποιούνται φωτογραφίες λευκών γυναικών, με κοντοκουρεμένα καρέ μαλλιά. Αυτό στα memes λέγεται το «θέλω να μιλήσω προσωπικά στον διευθυντή σου» κούρεμα», επισημαίνει η ίδια.


Ας έρθουμε, όμως, στο ζητούμενο: πρόκειται για μισογυνικό όρο ή απλώς για έναν φαρμακερό πλην ειλικρινή χαρακτηρισμό; Είναι ένας προσβλητικός χαρακτηρισμός γενικά ή ένα ύπουλο σεξιστικό λεκτικό παιχνιδάκι που στόχο έχει να πει στις γυναίκες να το βουλώσουν;


Εδώ υπάρχει ένα debate. Όσο ο όρος χρησιμοποιείται αποκλειστικά με χλευαστικό τρόπο για ανθρώπους συγκεκριμένου φύλου και φυλής (λευκές γυναίκες, δηλαδή), πολλοί επιμένουν ότι «απουσιάζει το ιστορικό πλαίσιο που μετατρέπει την προσβολή σε ρατσιστική ή σεξιστική διάκριση». Οπότε, αν μιλάμε για κάτι τέτοιο, αυτό «χτίζεται» τώρα, στις μέρες μας.
Από την άλλη, η Hadley Freeman, αρθρογράφος της Guardian, το θέτει πολύ σωστά, λέγοντας ότι εδώ και καιρό, ο χαρακτηρισμός όλο και περισσότερο χρησιμοποιείται, όχι για να περιγράψει μία συγκεκριμένη συμπεριφορά, αλλά για «να πει στις γυναίκες να σκάσουν και να μη μιλάνε».


Περίπου τους ίδιους φόβους κατέγραψε κατά τη διάρκεια του αμερικανικού lockdown και η Jennifer Weiner των New York Times, αναφέροντας ότι η χρήση των memes και των hashtag με Karens στα social media κατάφεραν να την κάνουν να σιωπήσει, κάθε φορά που ήθελε να διαμαρτυρηθεί στο Facebook ή σε άρθρα της για όσους δεν φορούσαν μάσκα.


«Έπρεπε να ισορροπήσω την επιθυμία μου να διαμαρτυρηθώ για τον άντρα που έβηχε δίπλα μου ή που έφτυνε καταμεσής του δρόμου με τον τρόμο μου μην με χαρακτηρίσει κάποιος Karen», είχε γράψει σε άρθρο της στις 14 Απριλίου.


Στο μεταξύ, εν μέσω πανδημίας, οι karens είχαν την τιμητική τους στα social media. Είτε επιτιθέμενες σε Κινέζους μέσα σε σούπερ – μάρκετ με στριγγλιές και κατάρες για τους «σιχαμένους που διέσπειραν στον πλανήτη τον Covid -19» είτε σε τηλεοπτικά ρεπορτάζ, όπου μπορεί να κρατούσαν το λάβαρο του αντι-εμβολιασμού και να ούρλιαζαν για το κακό 5G που είναι του Σατανά...


Η κουβέντα για τις karens συνεχιζόταν για καιρό στρογγυλεμένα, χωρίς κανείς να τολμά να προφέρει τη λέξη «σεξισμός», υπό τον τρόμο της πολιτικής ορθότητας. Άλλωστε, το διακύβευμα ήταν απλό: αν έπαιρνες το μέρος μίας Karen, μίας εμφανώς διαταραγμένης τύπισσας που τραμπούκιζε έναν μετανάστη, δεν ήσουν κι εσύ ρατσιστής και μάλιστα του χειρίστου είδους;


Μέχρι που πήρε θέση κάποια που δεν κινδύνευε από αυτή την πιθανότητα, κυρίως λόγω του ακτιβιστικού έργου της για τα δικαιώματα όλων των γυναικών, ανεξαρτήτως χρώματος, φυλή, ηλικίας και κοινωνικής θέσης. Ο λόγος για τη σκληροπυρηνική φεμινίστρια Julie Bindel, η οποία σε άρθρο της στο PinkNews διατύπωσε το ερώτημα με θάρρος: «Πιστεύει κάποιος ότι η προσβολή που ακούει στο όνομα Karen είναι μία προσβολή για όλες τις γυναίκες που βασίζεται αποκλειστικά στο φύλο και την ταξική προκατάληψη;».

 

H απάντηση της ήρθε από τη Freeman που χαρακτήρισε τον νεολογισμό «σεξιστικό, έμπλεο ηλικιακού ρατσισμού και ταξικώς προκατειλημμένο, με αυτή τη σειρά».
Έναν μήνα αργότερα, η Kaitlyn Tiffany, σε άρθρο της στο The Atlantic, προχωρούσε σε ακόμη ένα αυτονόητο λογικό άλμα: ποιο είναι λοιπόν το αρσενικό ισοδύναμο μιας Karen;

 

Αλήθεια, ποιο είναι; Βασικά, δεν υπάρχει.

 

Και όταν δεν υπάρχει, κι όταν μία προσβολή απευθύνεται μόνο σε γυναίκες, αναμειγνύοντας δύο δόσεις πραγματικότητας και μία δόση στερεοτύπων, το αποτέλεσμα θα είναι κακό. Ο όποιος χαρακτηρισμός –φαρμακερός, ενοχλητικός, υποτιμητικός- όταν έχει έμφυλη βάση, απ' όπου κι αν προέρχεται, όση αλήθεια κι αν περιέχει, είναι το ίδιο καταστροφικός με τη συμπεριφορά του ατόμου που τον ενέπνευσε. Ας θυμηθούμε λίγο τα απολύτως ελληνικά -και χωρίς αρσενικό αντίστοιχο- «υστέρω» και «γεροντοκόρη» και ενδεχομένως ο διάλογος που έχει αρχίσει για τις karens θα επανατροφοδοτηθεί σε τελείως διαφορετική βάση.