ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ; ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΛΑ!
Να γράψει τι; Δεν φτάνει η φουρτούνα που περνάμε, να τη διπλασιάσει κιόλας, γράφοντας, όπως τόσοι άλλοι ‒ αλήθεια, πότε πρόλαβαν κιόλας; Δημιουργικός στις μέρες της κοινωνικής απομόνωσης, της καραντίνας; Τι κουραφέξαλα είν' τούτα πάλι; Πού όρεξη για δημιουργίες, με τη δαμόκλειο σπάθη του Αρμαγεδώνα πάνω απ' το κεφάλι του ‒ η δημιουργία γίνεται ελεύθερα, με κέφι, με ευφορία, και όχι διατεταγμένα: μείνε σπίτι, περπάτα στη βεράντα, τόσα βήματα, βγες μόνο για την απαραίτητη μετακίνηση, άνοιξε τα βιβλία σου, ευκαιρία να ζήσεις λίγο την οικογενειακή θαλπωρή, από απόσταση όμως, ε;

 

Όχι χειραψίες, όχι αγκαλιές, όχι, όχι – κάποτε ζήτησαν απ' τον Καβάφη να γράψει ένα ποίημα για μία απ' τις τόσες επετείους της 25ης Μαρτίου, τους είπε πηγαίνετε να σας το γράψει ο κύριος Παλαμάς, «μεθύστε με τ' αθάνατο κρασί του εικοσιένα», ο κύριος Παλαμάς είναι πιο κατάλληλος γι' αυτό από μένα ‒ όχι λοιπόν, δεν θα 'γραφε τίποτα, σκέφτηκε, κι αμέσως, ως συνήθως μετά, άρχισε να τα βάζει με τον εαυτό του: αμάν πια, τόσο σπουδαίο είναι να στρώσεις λίγο κώλο; ‒ τον μάλωσε το μειλίχιο άλλο του μισό.

 

Όχι χειραψίες, όχι αγκαλιές, όχι, όχι – κάποτε ζήτησαν απ' τον Καβάφη να γράψει ένα ποίημα για μία απ' τις τόσες επετείους της 25ης Μαρτίου, τους είπε πηγαίνετε να σας το γράψει ο κύριος Παλαμάς, «μεθύστε με τ' αθάνατο κρασί του εικοσιένα», ο κύριος Παλαμάς είναι πιο κατάλληλος γι' αυτό από μένα.

 

Γράψε για όλα αυτά που ζεις κάνα μήνα τώρα: έξοδος κάθε ημέρες τέσσερις και ως επί το πλείστον στη γειτονιά, για τρόφιμα και φάρμακα δικά σου και της μάνας σου (ηλικιωμένοι και στις ευπαθείς ομάδες και οι δύο), στον κρεοπώλη, στο μίνι μάρκετ για τσιγάρα, στο ΑΤΜ της Εθνικής και στο μανάβικο της Ροδούλας δίπλα, ώστε να μη συνωστίζεσαι στον Σκλαβενίτη για φρούτα και λαχανικά, με μάσκα και με γάντια κάποιες φορές, έλα, ομολόγησέ το, γιατί είσαι και λίγο χέστης, όσο κι αν το παίζεις Νικηταράς, κι άλλες φορές ούτε μάσκα ούτε γάντια, ας είν' καλά ο κύριος Τσιόδρας, που σε καθησυχάζει, συμβουλεύοντας, όσον αφορά τη χρήση της μάσκας και των γαντιών «μόνο για το νοσηλευτικό προσωπικό που φροντίζει ασθενείς, οι άλλοι με σαπούνι και νερό τα χεράκια σας καλά», κάτω απ' τη βρύση τα χεράκια, όσο μπορείτε πιο συχνά, τι να σου πω, αυτό το κάτω απ' τη βρύση τα χεράκια κοντεύει, ρε παιδί μου, να ξεπεράσει ως και το παλιό σχολικό «με τα δυο χεράκια πλάθω κουλουράκια», και όχι στο πρόσωπο, στη μύτη κ.λπ. Συνέχεια τα χεράκια, παραμονεύει να εισβάλει ο αόρατος εχθρός, έσο προσεκτικός ‒ καλά να 'ναι ο άνθρωπος ο πράος, ο καθησυχαστικός, απόγευμα δεν έχει χάσει που να μη στήνεται με τη μαμά να τον ακούσουν στην τηλεόραση τον καθηγητή να ενημερώνει στην εκπομπή εκείνης της Σταυρούλας...

 

Κοίταξε ανικανοποίητος το άλλο του μισό, το συμβιβαστικό, κουνώντας το κεφάλι, «κοινοτοπίες», του είπε. «Κλισέ με βάζεις να γράψω, ωρέ;», αλλά δεν μάσησε κι ο άλλος: «Τότε άρχισε –που 'σαι;‒, με κάτι πιο επίσημο, να δίνει στις μέρες που ζούμε βάρος ιστορικόν. Τι θα 'λεγες για ημερομηνίες; "Σήμερον την 13ην Απριλίου και περί ώραν δεκάτην πρωινήν, της Μεγάλης Εβδομάδος αρξαμένης, εκάθησα στο Word του καινούργιου μου υπολογιστή..."» Αυτό ήταν! Η μία ημερομηνία έφερε την άλλη λοιπόν.

 

Εκείνη της μαύρης 15ης Μαρτίου, βράδυ Κυριακής, που, τρελός απ' όσα είχε ακούσει στην τηλεόραση για απολυμάνσεις, είχε βρέξει ένα κομματάκι βαμβάκι με οινόπνευμα για να απολυμάνει τα πλήκτρα του υπολογιστή κι ακούει ξαφνικά ένα τέτοιο μπαμ κι ευθύς κοκάλωσαν τα πλήκτρα, και τα «παράθυρα» δεν άνοιγαν πια. «Λίγο οινόπνευμα ήταν...» απολογήθηκε μετά σ' εκείνο το χρυσό παιδί απ' την Καλλιθέα που ήρθε για παροχή βοήθειας σε ηλικιωμένους και τεχνολογικώς ντιπ για ντιπ άσχετους: «Ναι, αλλά αφού ήταν αναμμένος ο υπολογιστής απ' το πρωί, το οινόπνευμα την έκανε μάλλον τη ζημιά...», κι εκείνος τι να του απαντούσε για βραχυκύκλωμα, που ήταν σκράπας στα τεχνολογικά; Επέδειξε θάρρος και ψυχραιμία, στο κάτω-κάτω ο κορωνοϊός χτύπησε τον υπολογιστή και όχι τον χρήστη του. «Κάλλιο στο μαλλί σου παρά στην κεφαλή σου» ψιθύρισε και στο εικοσαήμερο που 'κανε να εκτελεστεί του νέου pc η παραγγελία θυμήθηκε τ' αγαπημένα του βιβλία.

 

Αχ, θάνατοι, θάνατοι απ' την τηλεόραση, εκατοντάδες χιλιάδες θάνατοι παγκοσμίως και ημερησίως απ' την πανδημία, αλλά θάνατοι και στις πιο αγαπημένες του σελίδες στα βιβλία: «Ξαφνικά, η γιαγιά μου ανασηκώθηκε λίγο, έκανε μια βίαιη προσπάθεια, όπως κάποιος που υπερασπίζεται τη ζωή του. Η Φρανσουάζ δεν άντεξε το θέαμα και ξέσπασε σε λυγμούς. Θυμήθηκα τι είχε πει ο γιατρός και θέλησα να τη βγάλω απ' το δωμάτιο. Εκείνη τη στιγμή η γιαγιά μου άνοιξε τα μάτια. Όρμηξα πάνω στη Φρανσουάζ για να κρύψω τα κλάματά της, όσο οι γονείς μου θα μιλούσαν στην άρρωστη. Ο ήχος του οξυγόνου είχε σωπάσει, ο γιατρός ξεμάκρυνε απ' το κρεβάτι. Η γιαγιά μου ήταν νεκρή». Τι μεγάλος ο Προυστ, και η αριστουργηματική πυραμίδα του!

 

Αλλά κι εκείνο το μικρό ελληνικό ταρατσάκι κάποιου που ισχυριζόταν ότι δεν ήταν λογοτέχνης, θάνατος, της μπουκιάς, κι εκείνο: «... Και σε μια στιγμή σιωπής, ακούσαμε την κουκουβάγια». «Κάποιος θα πεθάνει» είπε η μάνα μου. Και πάνω κει που η μαμά έκλαιγε ακούγοντας για τους ομαδικούς τάφους στην Νέα Υόρκη, χτυπάει το τηλέφωνο και η αδερφή μου απ' την Ερμιόνη μου λέει για τον θάνατο της μικρότερης αδερφής της, της μόνης θείας μας που βρισκόταν ακόμη εν ζωή. «Δεν θα της το πω, τουλάχιστον τώρα... βραδιάτικα...» Όταν θυμάται, ρωτάει: «Τι να κάνει κι εκείνη η Γιώτα στην εντατική; Δεν πήρα τηλέφωνο να μάθω». Ας μην την ταράξω. «Καλά, μην της το λες... κάποια άλλη στιγμή».

 

«Θέλεις ένα κρασάκι, θησαυρέ;» «Λίγο... γιατί το κάνω άσκημο το μεθύσι εγώ». Κλείνει την τηλεόραση, πλαντάξαμε από εκατόμβες. Ραδιόφωνο. 99.5, μόνο λαϊκά. Της τραγουδάω, να ξορκίσω το κακό: «Ρίξε στο κορμί μου σπίρτο κορωνοϊό / αυτή η αγάπη στ' άστρα μ' ανεβάζει / κι άσε να καώ όπως θέλω και να χρεωθώ / αυτό το λάθος μόνο μου ταιριάζει...»


«Δεν μας ήρθε και καμιά επίσκεψη απόψε» λέει. «Απαγορεύονται οι επισκέψεις μαμά» της θυμίζω. «Βρε τι πάθαμε. Δεν μπορώ να 'ρθω, γιατί έχω κορωνοϊό...» «Θα πεθάνουμε όλοι, θησαυρέ...» «Εμείς οι ηλικιωμένοι να πεθάνουμε. Εσείς οι νέοι, όχι». «Όχι, θησαυρέ, δεν θα πεθάνεις. Γιατί είσαι λιτή και σοφή. Χαίρομαι ν' ακούω όλα όσα λες. Και οι άλλοι χαίρονται όταν τα γράφω και τα διαβάζουν». «Τι καταλαβαίνεις! Κανόνισε πάλι να γράψεις τίποτα, να με κάνεις ρεζίλι...»