ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΣΕ ΧΤΥΠΑΕΙ
στην άκρη μιας όμορφης μέρας: ο κορωνοϊός, ένας άγνωστος με μεγαλοπρεπές, βασιλικό όνομα, σαν πρωταγωνιστής σε μακρινή ιστορία της Ανατολής, σε επισκέπτεται εκεί που δεν το περιμένεις. Ακάλεστος και εντελώς αυθάδης. Η μέρα της ξαφνικής συνάντησης μαζί του έμοιαζε κάπως με ειρωνεία: εγώ με νέα κόμμωση, κόκκινο κραγιόν που μόλις είχα αγοράσει και ωραία σχέδια για το βράδυ, με άλλα λόγια με τη ζωή να με τραβάει από το μανίκι και τον ήλιο να λάμπει, και να επιμένω να βλέπω, παρά τα δυσάρεστα στις ειδήσεις, το ιδανικό σκηνικό της άνοιξης που μπαίνει. Γι' αυτό και το τηλεφώνημα της μητέρας μου για τα δέκατα που παρουσιάστηκαν ξαφνικά πέρασαν κάπως αψήφιστα. «Φάε καλά, που δεν τρως, ξάπλωσε και θα περάσει» ήταν η βιαστική απάντησή μου στον δρόμο για το γραφείο. Ωστόσο τα δέκατα παρέμειναν και την επόμενη μέρα και τη μεθεπόμενη, μαζί με έναν επίμονο βήχα, και όταν η κατάσταση έγινε αρκετά επίμονη, άρχισαν τα τηλεφωνήματα στους γιατρούς: στην αρχή κάλεσα έναν έμπιστο φίλο γιατρό που έδειξε κάπως θορυβημένος και κατόπιν την πνευμονολόγο που την παρακολουθεί. Κανείς δεν με είχε προειδοποιήσει όχι μόνο για το τι έπρεπε να κάνω ακριβώς, ούτε και για το πώς να φτάσω στο κέντρο ελέγχου ‒ η κυρία στον ΕΟΔΥ απλώς ούρλιαζε θορυβημένη ότι δεν μπορώ να καλώ για κάποια δέκατα και με παρέπεμψε και πάλι στη γιατρό της μητέρας μου, που είναι πλέον ο δικός μας προσωπικός ήρωας. Εκείνη, που δέχτηκε να την εξετάσει βάζοντας σε κίνδυνο τον εαυτό της, είχε καταλάβει από την αρχή. Εγώ όχι.

 

Αυτή η ψεύτικη ευτυχία και η ευκολία της κοινωνικότητας καταρρέει μπροστά στο πρόσταγμα της αλήθειας: ας μείνουμε αληθινοί, ας σκεφτούμε, ας γίνουμε πιο ουσιαστικοί, ας αγαπήσουμε τώρα όσο πιο πολύ μπορούμε.


Για να μην τα πολυλογώ, οι οδηγίες ύστερα από το πρώτο σοκ, αφού μάθαμε τα νέα και απομονωθήκαμε στο σπίτι, ήταν σαφείς: διαρκής έλεγχος της θερμοκρασίας, σχολαστική καταγραφή, αυστηροί κανόνες υγιεινής και όταν η ασθενής νιώσει δύσπνοια ή ο πυρετός ξεπεράσει το 38 κατευθείαν κλήση και νοσοκομείο. Εκείνη σε παρακολούθηση, εγώ σε καραντίνα. Όπως μας πληροφόρησαν, ο ιός μπορεί να χτυπήσει εντελώς ξαφνικά με περαιτέρω επιπλοκές από τη μία στιγμή στην άλλη, ειδικά την 5η με 7η μέρα, και εκεί που νομίζεις ότι όλα πάνε καλά, να βρεθείς σε μια ΜΕΘ μαζί με άλλους τόσους. Είναι ύπουλος, αδυσώπητος και, κυρίως, απρόβλεπτος. Αλλά στην πραγματικότητα, καθώς μαθαίνεις να ζεις με αυτόν, δεν διαφέρει και τόσο από άλλα κακά που σου χτυπάνε ξαφνικά την πόρτα. Ξέρεις, άλλωστε, ότι δεν αφορά μόνο τη μητέρα σου αλλά ολόκληρο τον κόσμο, απλώς δεν μπορείς να καταλάβεις πώς βρέθηκες ξαφνικά να πρωταγωνιστείς σε ένα θρίλερ χωρίς τέλος. Και οι αλλαγές τόσο στην κλινική εικόνα του αγαπημένου σου προσώπου όσο και στη ζωή τη δική σου και της χώρας σου είναι τρομακτικές.

 

Το αστείο είναι πως ενώ νόμιζες ότι θα βοηθήσει η πιο ψύχραιμη πλευρά του εαυτού σου, αυτή έρχεται διαρκώς αντιμέτωπη με την πιο μάτριξ πραγματικότητα: οι άνθρωποι ως νούμερα, θάνατοι σε όλο τον κόσμο, ειδικοί με λευκές στολές σαν αστροναύτες, μάσκες, γάντια, η μυρωδιά από το Ντετόλ να σου τρυπάει τη μύτη, έκτακτες ειδήσεις σε μόνιμη βάση, ο ιός να μεταλλάσσεται και να μεταμορφώνεται στο τρίτο πρόσωπο στη ζωή σου. Αυτός που σου κατσικώθηκε με το έτσι θέλω, απειλώντας όχι μόνο τη δική σου ζωή και των αγαπημένων σου αλλά και του πλανήτη ολόκληρου.


Αλλά και πάλι ελπίζεις. Σήμερα είναι 8η μέρα με τον ιό και είναι απλώς η αρχή. Και θες να νομίζεις ότι όλα θα πάνε καλά. Σκέφτεσαι πως όσο ζούμε, όσο παλεύουμε και αγωνιζόμαστε σε αυτό το ιδιότυπο σκηνικό πολέμου είμαστε υποχρεωμένοι να ανιχνεύουμε τη δική μας ευθεία προς το φως. Τα μηνύματα αγάπης από φίλους και αγνώστους αρκούν γιατί όλα κρίνονται τώρα ‒ τώρα θα ξεχωρίσει η ήρα από το στάρι και θα φανεί το βαθύ και το ουσιαστικό. Αυτή η ψεύτικη ευτυχία και η ευκολία της κοινωνικότητας καταρρέει μπροστά στο πρόσταγμα της αλήθειας: ας μείνουμε αληθινοί, ας σκεφτούμε, ας γίνουμε πιο ουσιαστικοί, ας αγαπήσουμε τώρα όσο πιο πολύ μπορούμε.


Γι' αυτό δεν μπορώ να ακούω πλέον ανοησίες ούτε ανθρώπους που τελικά είναι απλώς κλεισμένοι στο δικό τους κουκούλι. Η κρισιμότητα σε κάνει να επανατοποθετείς την αξία της ζωής στο σωστό της βάθρο και να ξανακερδίζεις την κοινωνική κατάσταση που είχες ξεχάσει ‒ όχι μόνο τον ασθενή στο σπίτι σου αλλά και τον συνάνθρωπό σου. Γιατί ό,τι κι αν κάνουμε, πάντοτε συνέβαιναν άσχημα πράγματα, πανδημίες και αρρώστιες, ακόμα και τότε όμως, όταν δέκα όμορφες νέες και νέοι άφηναν τη χτυπημένη από την επιδημία Φλωρεντία για τους μαγευτικούς λόφους του Φιέζολε στο «Δεκαήμερο του Βοκάκιου», την αρρώστια και τον θάνατο έβλεπαν μπροστά τους. Όταν ο Δάντης, με σύμμαχό του τον Βιργίλιο, έπιανε από το χέρι τη Βεατρίκη και το έσκαγε από την κόλαση της «Θείας Κωμωδίας», έβγαινε από τον ζόφο του Μεσαίωνα στην άνοιξη της Αναγέννησης. Αλλά τα κατάφεραν ‒ και δεν πρόκειται για θεωρία. Η ζωή συνεχίζεται ακόμα και την ύστατη ώρα: «Μες στην ανθρώπινη ζωή / πώς φτάνει και μας βρίσκει την ώρα που ο άλλος τρώει ή ανοίγει ένα παράθυρο ή έστω περπατάει βαριεστημένα» (Musée des Beaux Arts, μτφρ. Ερρίκος Σοφράς). Στο μπαλκόνι τα κυκλάμινα είναι ανθισμένα, ο Μπραμς ακούγεται σαν χάδι μέσα στο δωμάτιο, ο ήλιος χτυπάει το μέτωπο της μητέρας μου και ένα ζευγαράκι περνάει αποκάτω, σφιχταγκαλιασμένο, φορώντας μάσκες. Και ο παλιατζής φωνάζει στην ντουντούκα σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Θα τα καταφέρουμε, έστω και κάπως λαβωμένοι, και ο θάνατος δεν θα έχει πια καμία εξουσία, είμαι σίγουρη.