1η Μαΐου 2065

ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ. Προσπαθώ να θυμηθώ ποια ήταν η πιο σημαντική Πρωτομαγιά της ζωής μου. Γυρίζω πίσω στο 2020, όσο με βοηθά ακόμα η μνήμη. Εκείνη την Πρωτομαγιά τελείωσε ο εγκλεισμός μας και οι αυστηρές απαγορεύσεις εξαιτίας της φοβερής πανδημίας του κορωνοϊού. Ξεχυθήκαμε όλοι στους δρόμους ‒εγώ ζούσα ακόμα τότε στη Θεσσαλονίκη‒ και περπατήσαμε ξανά ελεύθεροι μετά από δύο μήνες που είχαμε μείνει αμπαρωμένοι στα σπίτια μας. Δεν μας επέτρεπαν ακόμα τα φιλιά και τις αγκαλιές, αλλά δεν θα ξεχάσω τα χαμόγελα και τις μεγάλες ανάσες. Ποτέ μου δεν ξανάδα τόσο κόσμο να χαμογελάει και να ανασαίνει έτσι βαθιά καθώς περπατούσε στον δρόμο. Ήθελες να αρπάξεις τον διπλανό σου, τον άγνωστο, και να τον αγκαλιάσεις σφιχτά. Με δυσκολία την άντεχες ακόμα αυτή την απόσταση. Είχαμε βγει, όμως, νικητές και αναβαπτισμένοι. Τα είχαμε καταφέρει.


Περάσαμε δύσκολα. Ήταν πρωτόγνωρο όλο αυτό. Θυμάμαι, είχα ανοίξει το δεύτερο εστιατόριό μου μόλις δύο μήνες πριν. Ήμουν σωματικά εξαντλημένος. Δούλευα σαν το σκυλί για να τα καταφέρω. Έτρεχαν όλα σαν να με καταδιώκουν, τα μαγαζιά, η διδασκαλία στη σχολή, γραψίματα, άρθρα, συνεντεύξεις, διαφημιστικά, γυρίσματα. Χρόνος δικός μου μηδέν. Είχα να κοιμηθώ κανονικά πάνω από 2 μήνες. Ζούσα με μέσο όρο ύπνου 4-5 ώρες και τρεφόμουν κατά κύριο λόγο με τα τσιμπολογήματα μέσα στις κουζίνες. Είχα αρχίσει να λυγίζω.

 

Κάθε κλεμμένη μέρα από τη ζωή μου μέσα στο διαμέρισμα ήταν δώρο ζωής για πολλούς άλλους ίσως.


Και ξαφνικά ήρθε αυτό. Σε μια στιγμή άλλαξαν όλα. Καταλαβαίναμε μέρες πριν ότι κάτι σοβαρό συνέβαινε, αλλά δεν περιμέναμε να ζήσουμε τέτοια πρωτοφανή μέτρα περιορισμού. Κλείσαμε τα μαγαζιά μας άρον άρον, προσπαθώντας να περισώσουμε ό,τι μπορούσαμε από τις πρώτες ύλες, και γυρίσαμε στα σπίτια μας. Θυμάμαι ακόμα ότι δεν αγχώθηκα με το σφράγισμα των μαγαζιών. Είπα «ό,τι είναι για μένα είναι και για όλον τον κόσμο. Αν βγούμε σώοι από αυτό, θα τα ξαναβάλουμε όλα μπρος». Άλλωστε, είχαμε καταφέρει ήδη να τα βγάλουμε πέρα με μια πρωτοφανή οικονομική κρίση. Δεν θα τα καταφέρναμε τώρα; Η Ιταλία, που μαστιζόταν από το θανατικό, μας είχε δώσει το προειδοποιητικό της μάθημα. Έπρεπε να καταλάβουμε. Έπρεπε να προλάβουμε.


Οι πρώτες μου μέρες μέσα στο σπίτι ήταν αφιερωμένες στον ύπνο και την ξεκούραση. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι την πρώτη μέρα κοιμήθηκα 14 ώρες, ενώ τις επόμενες 5-6 μέρες δεν έπεσα κάτω από τις 12. Το σώμα μου ρούφηξε τον ύπνο και ήρθε σιγά-σιγά στα ίσα του, ενώ το άγχος της καθημερινότητας και η πίεση του χρόνου είχαν απλώς χαθεί. Ούτε βαριόμουν να κάθομαι και να κοιτάω έξω από το παράθυρο, να κοιτάω το ταβάνι, να σκέφτομαι και να αυτοπροσδιορίζομαι, να αδειάζω από τα πάντα. Οι ώρες, όμως, της ημέρας ήταν πολλές. Και γέμισαν ευχάριστα. Ξαναγύρισα στις μουσικές μου, τραγουδούσα μαζί τους, χόρευα, ξανάνοιξα τα βιβλία μου, μαγείρεψα στις ξεχασμένες σπιτικές κατσαρόλες μου, είδα αγαπημένες ταινίες, μιλούσα με τους φίλους μου στα τότε δίκτυα. Έκανα και γυμναστική, θυμάμαι. Μου 'χε λείψει πολύ η γυμναστική. Είχα δύο ιμάντες, δύο βαράκια και ένα μονόζυγο σε μια πόρτα. Έφταναν για να ξαναθυμηθεί το σώμα μου την άσκηση. Πόσο με είχα παραμελήσει... Έξω βγήκα ελάχιστες φορές. Μόνο για να αγοράσω τα απαραίτητα. Κάτω από το σπίτι μου είχα τότε ένα μικρό μανάβικο και ένα σούπερ μάρκετ. Είναι περίεργο που μετά από τόσα χρόνια τα σούπερ μάρκετ τα λένε ακόμα έτσι. Γιατί τότε, θυμάμαι, είχαμε σταματήσει να λέμε «μπακάλικο», το αντίστοιχο σούπερ μάρκετ των παιδικών μας χρόνων. Βέβαια, εκείνα τα χρόνια κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί τα σημερινά σούπερ μάρκετ και τον τρόπο που θα λειτουργούσαν. Ούτε και τα είδη που σήμερα μπορεί να βρει κανείς εκεί. Τα μισά και παραπάνω από αυτά μάς ήταν τότε άγνωστα!


Όσο περνούσαν οι μέρες, ο εγκλεισμός άρχισε να με κουράζει. Όχι ότι δεν τον άντεχα ή ότι βασανιζόμουν. Απλώς βάραινα. Θυμάμαι ότι για να παρηγορηθώ σκεφτόμουν τους ανθρώπους που βρίσκονταν στη φυλακή. Κλεισμένοι σε ένα μικρό κελί, χωρίς τις ανέσεις του σπιτιού τους, χωρίς ουσιαστική επαφή με τον έξω κόσμο. Κάποιοι το άντεχαν για μια ζωή. Εμείς δεν θα μπορούσαμε για δύο μήνες; Και τότε ανακουφιζόμουν. Ακόμα και αν δεν εξαργύρωνα κάποια τιμωρία με τον εγκλεισμό αυτό, όπως οι βαρυποινίτες, ήξερα πως η θυσία αυτή είχε μεγάλο αντίκρισμα. Προστάτευα τους συνανθρώπους μου. Κάθε κλεμμένη μέρα από τη ζωή μου μέσα στο διαμέρισμα ήταν δώρο ζωής για πολλούς άλλους ίσως. Κυρίως για τους μεγάλους σε ηλικία ανθρώπους που κατέρρεαν στην επαφή με τον ιό. Τώρα που είμαι γέρος καταλαβαίνω καλύτερα πως η θυσία αυτή δεν πήγε χαμένη και χαίρομαι που είχα την ευαισθησία να σεβαστώ τη ζωή ακόμα και σε αυτό, το τελευταίο της τμήμα. Γιατί σας το λέω εγώ που είμαι πια στο ηλιοβασίλεμα, ότι θέλω να δω τον ήλιο να βυθίζεται στη θάλασσα, δεν μου 'φτασαν τα ωραία μεσημέρια και τα απογεύματα. Θέλω να κοιμηθώ μαζί με τον ερχομό της νύχτας. Ας είναι. Γίνομαι πάλι ρομαντικός, όπως ήμουν πάντα.


Μια μέρα δεν άντεξα. Πήρα το μηχανάκι μου, θυμάμαι, και ανέβηκα πάνω στο δάσος, έξω από την πόλη, ολομόναχος. Βρήκα ένα μεγάλο καταπράσινο χωράφι και άρχισα να κυλιέμαι σαν μικρό παιδί πάνω στα χορτάρια. Έμεινα για λίγο να κοιτάζω αποκαμωμένος τον ουρανό και τα μικρά λευκά σύννεφα που πάλευαν για μια σύμπραξη, ώστε να κρύψουν ελάχιστα τον πανίσχυρο ήλιο. Ήμουν σίγουρος ότι το φως είχε κερδίσει και αυτήν τη φορά.


Ο κόσμος μας άλλαξε δραματικά μετά από αυτό το μεγάλο μάθημα που πήραμε. Ξανακοιτάξαμε με άλλο βλέμμα όχι μόνο τον συνάνθρωπό μας αλλά και τον πλανήτη ολόκληρο. Μάθαμε να αγαπάμε περισσότερο και να σπαταλάμε λιγότερο. Μάθαμε να προσέχουμε τον εαυτό μας και το σπίτι μας περισσότερο από τα χρήματα και τις φιλοδοξίες μας. Σήμερα στέκουμε ακόμα ακέραιοι σε έναν πλανήτη που αναπνέει περισσότερο από τότε και αυτό το οφείλουμε σε μεγάλο βαθμό σε κείνους τους δύο μήνες που μείναμε απομονωμένοι εξαιτίας ενός θανατηφόρου ιού.


Δεν φοβάμαι πια τον θάνατο. Θα έρθει να με αγκαλιάσει στην ώρα του κι εγώ είμαι τόσο γεμάτος που δεν μπορεί πια να μου κλέψει τίποτα. Σας τα γράφω όλα αυτά για να 'χετε μνήμη. Να θυμάστε ότι πριν από 45 χρόνια καταφέραμε να ξαναβρούμε τον εαυτό μας και σας αφήνω κληρονομιά την υποχρέωση να μην ξεχάσετε ποτέ την ανθρωπιά σας. Είναι η μεγαλύτερη αξία που κρατάτε στα εύθραστα χέρια σας.