AΠΟ ΤΗ ΝΑΝΑ ΔΑΡΕΙΩΤΗ

Το καφενείο ήταν και είναι τόπος ζύμωσης και ανταλλαγής απόψεων. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Το καφενείο ήταν και είναι τόπος ζύμωσης και ανταλλαγής απόψεων. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Από τα αρχαία θερμοπώλια, «όπου συνέρχονταν οι πολίτες συνομιλούντες», πίνοντας ζεστά ποτά, μέχρι τα σύγχρονα καφενεία, η ανάγκη για επικοινωνία παραμένει ζωτική, έστω και αν πλέον πραγματοποιείται εν πολλοίς μέσω των κοινωνικών δικτύων. Η ιστορία του ίδιου του καφέ ξεκινά από έναν βοσκό που τον ανακάλυψε στην Αβησσυνία (σημερινή Αιθιοπία) και το πρώτο καταγεγραμμένο ιστορικά καφενείο ανοίγει στη Μέκκα του 13ου αιώνα. Τον 17ο αιώνα τα καφενεία εξαπλώνονται σε όλες τις μητροπόλεις της δυτικής Ευρώπης και μέχρι σήμερα δεν έχουν σταματήσει να εξελίσσονται και να αλλάζουν μαζί μας.

 

Στη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στη Θεσσαλονίκη μόνο μετρούσαν κάποιες εκατοντάδες, ενώ το πρώτο ελληνικό καφενείο άνοιξε στο Ναύπλιο μετά την ανακήρυξή του ως πρωτεύουσας του νεοσύστατου ελεύθερου κράτους. Ήδη το 1860, στη μικρή και επαρχιώτικη ακόμη Αθήνα, καταγράφονται πάνω από εκατό, με πρώτο χρονικά το Πράσινο Δεντρί στην Ιερά Οδό, με ιδιοκτήτη Βαυαρό.

 

 

Τόπος συνάντησης και ανταλλαγής απόψεων, πολιτικών ζυμώσεων και γέννησης επαναστατικών ρευμάτων, τα καφενεία από πολύ νωρίς χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Τα λαϊκά, όπου συχνάζουν καθημερινοί, απλοί πολίτες, και τα δυτικού τύπου, στα οποία θαμώνες είναι οι επιστήμονες, οι λογοτέχνες, οι πλούσιοι επιχειρηματίες και οι αστοί.

 

Τόπος συνάντησης και ανταλλαγής απόψεων, πολιτικών ζυμώσεων και γέννησης επαναστατικών ρευμάτων, τα καφενεία από πολύ νωρίς χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Τα λαϊκά, όπου συχνάζουν καθημερινοί, απλοί πολίτες, και τα δυτικού τύπου, στα οποία θαμώνες είναι οι επιστήμονες, οι λογοτέχνες, οι πλούσιοι επιχειρηματίες και οι αστοί. Θαμώνες πάντοτε και αποκλειστικά άνδρες, με μοναδική εξαίρεση το Πράσινο Δεντρί που δέχεται και κυρίες, στο καφενείο θα διαβάσουν εφημερίδα, θα διαπληκτιστούν, θα διαμορφώσουν ρεύματα. Στα λαϊκά, μάλιστα, την εφημερίδα αναλαμβάνει να διαβάσει κάθε φορά κάποιος γραμματιζούμενος πελάτης.

 

Στα πρώτα, ο καφές είναι πάντοτε και αποκλειστικά ο τούρκικος – ελληνικός πια, όπως επιβλήθηκε να λέγεται τη δεκαετία του '80, αν και ο Ηλίας Πετρόπουλος στο βιβλίο του Ο τούρκικος καφές εν Ελλάδι επιμένει στην αρχική του ονομασία. Στα δεύτερα, ήδη από τον 19ο αιώνα, ο καφές είναι γαλλικού τύπου και σερβίρεται με γάλα.

 

Τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του ελληνικού κράτους διάσημα καφενεία ορίζουν την πολιτική ζωή, όπως αυτό του Ιταλού ιδιοκτήτη Σάντο, Bella Grecia, που λίγο αργότερα μετονομάστηκε σε Ωραία Ελλάδα και έκλεισε το 1879, για να ξανανοίξει, στη Μητροπόλεως πια, το 1960. Ακόμη, το Πανελλήνιον της Πανεπιστημίου, του 1885, το καφενείο του Ζαχαράτου, του 1888, το Σολώνειο, το Βυζάντιο, η Ομόνοια και το Καφφενείον με δύο «φ» του Χάφτα (εξού και Χαυτεία ή Χαφτεία, η περιοχή στην αρχή της Αιόλου).

 

 Η εξέλιξη των καφενείων ακολουθεί την ιστορία της χώρας. Από τις αρχές του 1900 και μέχρι τη δεκαετία του '70, σταδιακά, αλλά με έντονα φθίνουσα πορεία όσο περνά ο χρόνος, οι χώροι συνάντησης γίνονται συντεχνιακοί ή αποκτούν έντονα τοπικό χαρακτήρα. Από το Νέον της Ομόνοιας που συγκεντρώνει κτίστες, τη Στοά του Πιγκουίνου απέναντι, τους γύρω δρόμους, μέχρι την πλατεία Κοτζιά αλλά και την πλατεία Καραϊσκάκη, όλες οι ειδικότητες της οικοδομής έχουν το δικό τους στέκι, σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα αφήνουν εκεί για φύλαξη τις τσάντες με τα εργαλεία τους για να μην τις πηγαινοφέρνουν, βαριές καθώς είναι, στα σπίτια τους.

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Αντίστοιχη άνθηση γνωρίζουν και τα καφενεία με ονομασία προέλευσης. Η Ζίτσα, η Ρούμελη, η Ήπειρος, η Κρήτη, η Νάξος, η Τήνος, απλώνονται ακτινωτά γύρω από την Ομόνοια και φιλοξενούν είτε τους νέους πολίτες της πρωτεύουσας που άφησαν τους τόπους τους είτε επισκέπτες λίγων ημερών που θέλουν να βρεθούν σε οικείο περιβάλλον.

 

Παράλληλα, αρχίζουν να αναπτύσσονται νέες μορφές καφενείων που συνήθως έχουν ένα δεύτερο συνοδευτικό, το οποίο τα χαρακτηρίζει. Καφέ σαντάν –με δυτικές μουσικές– και καφέ αμάν –με ανατολίτικες–, καφενείο-ουζερί ή γαλακτοπωλείο, καφέ-ζαχαροπλαστείο, σνακ μπαρ ή μεζεδοπωλείο με την πιο σύγχρονη μετεξέλιξή τους, τις καφετέριες, που στην ουσία τα αντικατέστησαν σχεδόν ολοκληρωτικά.

 

Στην ουσία, πάντως, τα καφενεία, όποια μορφή και αν παίρνουν, δεν χάνουν τον αρχικό τους χαρακτήρα, εκείνον του τόπου συνεύρεσης, της παρέας και της ανταλλαγής απόψεων. Εδώ, πρωταγωνιστής παραμένει το ποτό, ο καφές ή το αλκοολούχο, ενώ το φαγητό παίζει δεύτερο ρόλο, παραμένει μεζές που συνοδεύει την κουβέντα για να περνά η ώρα και να καταναλώνεται το κρασί, το ούζο, το τσίπουρο και η μπίρα με μέτρο.

 

Από τα μέσα της δεκαετίας του '70, στο κέντρο της Αθήνας και του Πειραιά, τα καφενεία αποσύρονται από τις κεντρικές αρτηρίες και μετακομίζουν σε εσωτερικούς δρόμους, όπου μέχρι σήμερα κάποια επιβιώνουν. Πολλά μετρούν τις τελευταίες μέρες τους, όπως το Καφενείο των Μουσικών της Σατωβριάνδου, το οποίο την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές ετοιμάζεται για λουκέτο, άλλα μπαίνουν στην καθημερινότητά μας φρεσκαρισμένα, διατηρώντας ωστόσο τον χαρακτήρα τους, άλλα αποκτούν νέο πρόσωπο και απευθύνονται σε διαφορετική πελατεία, όπως το Ελλάς στην πλατεία Πλαστήρα, στο Παγκράτι.

 

Στις περιφερειακές γειτονιές, στους δήμους της Αττικής, και πολύ περισσότερο στην περιφέρεια, τα καφενεία παραμένουν πιο ενεργά, διατηρώντας αλώβητο ένα κομμάτι της πελατείας τους. Στην έρευνά μας ανακαλύψαμε κάποια καφενεία σε κεντρικά σημεία τόσο της Αθήνας όσο και του Πειραιά που συνεχίζουν τον δρόμο τους σε πείσμα των καιρών.

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Τα παλιά καφενεία των Αθηνών

 Tο Πράσινο Δενδρί (Grüner Baum), στην Ιερά Οδό, κοντά στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας, εκτός από την κυρίως αίθουσα, διέθετε αναγνωστήριο, εστιατόριο και μαγειρείο. Πελάτες του οι Δημήτρης Παπαρρηγόπουλος, Άγγελος Βλάχος, Αχιλλέας Παράσχος.

 

Οι αγωνιστές της Επανάστασης συγκεντρώνονταν στο Καφενείο των Αγωνιστών επί της πλατείας Δημοπρατηρίου, στη συμβολή των οδών Αιόλου και Μητροπόλεως (έτσι μετονομάστηκε η πλατεία Αγίου Παντελεήμονος όταν εκεί άρχισαν να πραγματοποιούνται δημοπρασίες παλιών αντικειμένων, περίπου το 1907).

 

Στη διασταύρωση της Ερμού και της Αιόλου, στο ισόγειο της οικίας Βρυζάκη, συστάθηκε το ιστορικό καφενείο Ωραία Ελλάς. Υπήρξε για σαράντα χρόνια το κέντρο της πρωτεύουσας. Διέθετε ευρωπαϊκές εφημερίδες, οι αντιπρόσωποι των κομμάτων παρακολουθούσαν τις τάσεις του εκλογικού σώματος, αλλά εκεί εξυφαίνονταν και οι συνωμοσίες κατά της πρώτης δυναστείας, αφού η «Χρυσή Νεολαία» εξέφραζε κυρίως τα αντιμοναρχικά της φρονήματα, καθιστώντας το μια διαρκή επαναστατική εστία. Έκλεισε το 1879.

 

Οι θαμώνες της Ωραίας Ελλάδος βρήκαν στέγη στα καφενεία του Γιαννόπουλου, Σταδίου και Μουσών (Καραγιώργη Σερβίας), και του Κεραμά, που οι ποιητές της ρομαντικής σχολής είχαν μετονομάσει σε Κεραμικό, στο Σύνταγμα.

 

Στα Χαφτεία για πολλά χρόνια λειτουργούσε το Τίβολι, στέκι δικηγόρων, που αργότερα με το ίδιο όνομα, αλλά στην Μπενάκη πια, συνέχισε να στεγάζει σταθερά όλους τους νομικούς της περιοχής. Ακόμη, το Καφφενείον του Χάφτα που στη συνέχεια έγινε Των Γερόντων και έπειτα Των Ευ Φρονούντων, το οποίο ο Σουρής μνημονεύει σε στίχο του: «καφενείον ευφρονούντων / νύχτα μέρα συζητούντων». Εκεί ακούστηκε πρώτη φορά το παρατσούκλι Ψωροκώσταινα, όταν ένας θαμώνας παρομοίασε τη χώρα με μια φτωχή Ναυπλιώτισσα χήρα αγωνιστή του '21 που ζούσε από θελήματα, περήφανη καθώς ήταν και δεν ήθελε να καταντήσει ζητιάνα.

 

Στο κτίριο ιδιοκτησίας της οικογένειας Γιαννοπούλου, όπου σύχναζαν οι Παράσχος, Ροΐδης, Παλαμάς, Δροσίνης, Σουρής, Άννινος, Ξενόπουλος κ.ά., στεγάστηκε για μικρό χρονικό διάστημα το καφενείο του Ζαχαράτου (1888), κατόπιν το Βιβλιοπωλείο του Ελευθερουδάκη και στη συνέχεια το ζαχαροπλαστείο του Καπερώνη. Από την οικία Γιαννοπούλου, το Kαφενείο του Ζαχαράτου μεταφέρθηκε στο απέναντι ισόγειο της οικίας Βούρου, στη θέση του σημερινού Athens Plaza. O Σουρής, ο Κονδυλάκης, ο Ουράνης, ο Φώτος Γιοφύλλης και άλλοι έχουν γράψει για το καφενείο που λειτουργούσε ως άλλο παρλαμέντο. Με αφορμή την οριστική του κατεδάφιση το 1963, πάντως, ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Παύλος Παλαιολόγος, σε χρονογράφημά του, ανακοινώνει τον θάνατο του καφενείου – ως ιδέα.

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Λογοτεχνικά καφενεία

To καφενείο της Δεξαμενής έγινε γνωστό από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ο οποίος προτιμούσε τα ήσυχα μέρη, όπως τα λαϊκά καφενεία του Ψυρρή. Στις αρχές του 1900, ωστόσο, τα τελευταία χρόνια της διαμονής του στην Αθήνα, δείχνει να προτιμά το μαγαζί του Μπάρμπα Γιάννη, δημάρχου του Αγκιστρίου. Είχε επιλέξει μάλιστα μια απομονωμένη θέση στην πίσω πλευρά του μαγαζιού, όπου έγραφε, μετέφραζε ή απλώς περνούσε την ώρα του. Αργότερα το έκαναν στέκι τους οι Κώστας Βάρναλης, Νίκος Καζαντζάκης, Μάρκος Αυγέρης, αλλά και ποιητές της γενιάς του '30, όπως ο Οδυσσέας Ελύτης, ο ανδριάντας του οποίου βρίσκεται στην πλατεία της Δεξαμενής.

 

Το καφενείο Μαύρος Γάτος, στη συμβολή Ακαδημίας και Ασκληπιού, βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο σπίτι του Κωστή Παλαμά, σε έναν ημιυπόγειο χώρο. Το άνοιξε το 1917 ο Κερκυραίος Ιωάννης Σπαταλάς, αδελφός του ποιητή Γεράσιμου Σπαταλά, δίνοντάς του το εξελληνισμένο όνομα του γαλλικού φιλολογικού καφενείου, Chat Noir. Ταυτίστηκε με τους μποέμ του 1918-19, που το χρησιμοποιούσαν ως στέκι για να σχεδιάζουν εκδόσεις και να παρουσιάζουν βιβλία. Έκλεισε για πολιτικούς λόγους. Σταθεροί πελάτες ήταν οι Τέλλος Άγρας, Δημοσθένης Βουτυράς, Φώτος Γιοφύλλης, Κλέων Παράσχος, Λάμπρος Πορφύρας, Σωτήρης Σκίπης, Ρώμος Φιλύρας, Κώστας Βάρναλης, Ναπολέων Λαπαθιώτης.

 

To Πατάρι του Λουμίδη άνοιξε από τους Αδελφούς Λουμίδη το 1938 ως «συνέχεια» του καφεκοπτείου στο ισόγειο του κτιρίου, Σταδίου 38, πλάι στη στοά Νικολούδη. Έγινε πολύ σύντομα στέκι για τον καλλιτεχνικό, τον λογοτεχνικό και τον δημοσιογραφικό κόσμο, αφού βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής από εκδοτικούς οίκους, εφημερίδες και θέατρα. Η διάταξη των τραπεζιών ήταν συγκεκριμένη, σε σχήμα «πι» και οι θέσεις ήταν επίσης συγκεκριμένες: στα αριστερά συναντιόντουσαν οι ηθοποιοί, οι δημοσιογράφοι και οι επιθεωρησιογράφοι, ενώ οι συγγραφείς συγκεντρώνονταν στο βάθος. Ανάμεσα στους τακτικούς ήταν οι Οδυσσέας Ελύτης, Νίκος Γκάτσος, Μάνος Χατζιδάκις, Μίλτος Σαχτούρης, Μιχάλης Κατσαρός, Μίκης Θεοδωράκης, Γιάννης Τσαρούχης, Γιάννης Μόραλης, Ανδρέας Εμπειρίκος, Ελένη Βακαλό, Τάκης Σινόπουλος κ.ά.

 

Το Μπραζίλιαν της οδού Βουκουρεστίου ήταν διάσημο για τον εξαιρετικής ποιότητας καφέ και τα γλυκά του. Το άνοιξε ο Ευάγγελος Σαραβάνος, που έμαθε τα μυστικά του καφέ στη Βραζιλία και στην Αλεξάνδρεια. Τις δεκαετίες του '50 και του '60 παίρνει τη θέση άλλων λογοτεχνικών στεκιών, όπως το Πατάρι του Λουμίδη. Το ποιητικό έργο «Η συμφωνία του Μπραζίλιαν» του Κώστα Ταχτσή, εικονογραφημένο από τον Γιάννη Τσαρούχη, κρεμόταν στον τοίχο του Μπραζίλιαν στη Βαλαωρίτου 10, όπου μεταφέρθηκε από το 2007, για να κλείσει οριστικά το 2015. Σε κείμενό του, ο Ταχτσής περιγράφει: «Το '48-'49, μια σταλιά μαγαζάκι ήταν, μα ανάμεσα στους θαμώνες που συνωθούντο στα λίγα τετραγωνικά του μέτρα ήταν και καμιά δεκαριά άνθρωποι που, ακόμα κι αν δεν υπήρχε κανένας άλλος, θα μπορούσαν να εκπροσωπήσουν άνετα την πνευματική Ελλάδα, με όλα της τα ελαττώματα αλλά και με όλες της τις αρετές: ο Μόραλης, ο Ελύτης, ο Τσαρούχης, ο Εγγονόπουλος, ο Σαχτούρης, ο Βαλαωρίτης, ο Χατζιδάκις και άλλοι, που περιττεύει να αναφέρω».

 

Πάμπολλα ήταν και τα λογοτεχνικά καφέ-ζαχαροπλαστεία, όπως το Zonar's και το Φλώκα στη στοά του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, αργότερα το Dolce –σημερινό Φίλιον– στη Σκουφά, ακόμη και το καφέ Κοραής, στην Ιπποκράτους.

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

10 Καφενεία που αξίζει να επισκεφτείς στην Αθήνα

1.

Η Ωραία Ελλάς

από το 1960

Ένα εξαίσιο βεραντάκι κρυμμένο από τα δέντρα βλέπει στην πλατεία Μητροπόλεως, η ταράτσα μετατρέπεται σε αστική αυλή με θέα ολόκληρη την Πλάκα μέχρι την Ακρόπολη. Από τις 7 το πρωί για καφέ χόβολης με λουκούμι και εφημερίδα, μέχρι αργά το βράδυ, για κρασί, μπίρα, τσίπουρο και ελαφριά πιάτα. Μέσα, η αρχιτεκτονική του Πικιώνη και τα εκθέματα του Κέντρου Ελληνικής Παράδοσης σε μεταφέρουν σε μια ζωντανή καρτ-ποστάλ του '30.

Μητροπόλεως 9 & Πανδρόσου 36, Αθήνα, 210 3216850

 

2.

Φούρνοι Ικαρίας

από το 1980

Ο Στέφανος ξεκινάει στις 8 το πρωί με καφέδες και συνεχίζει ως τα μεσάνυχτα με μπίρα, κρασί, ούζο και τσίπουρο, συνοδεία μεζέδων, κυρίως στο τηγάνι. Λιανόψαρα ημέρας και κρεατομεζέδες για τις συντροφιές – ναυτικοί οι περισσότεροι, που, γνωστοί μεταξύ τους, νεαρά παλικάρια και συνταξιούχοι, ανταλλάσσουν πειράγματα και συζητούν επί παντός επιστητού. Ποικιλία παλαιού τύπου με αντσούγια, χταπόδι, αυγό, λουκάνικο, σουτζούκι, τυρί, ντομάτα, ελιά, σκέτη λατρεία.

Ακτή Ποσειδώνος 24, στη στοά, Πειραιάς, 210 4130090

 

3.

Ο Κερκυραίος

από το 1969

Γνωστός με το προσωνύμιο «ο Γαϊδούρας», έκανε καριέρα το καφενείο, και τα τελευταία χρόνια το ανέλαβε ο μπατζανάκης του, «ο Κερκυραίος». Πεντακάθαρο, με καταπράσινο λόγω ζαρντινιέρας πεζοδρόμιο, σου σερβίρει τον –μαστόρικο– καφέ και σε γυάλινο κρασοπότηρο, αν του το ζητήσεις. Από τις 7.30 το πρωί ανοιχτός, για το μεσημέρι και το απόγευμα ετοιμάζει γαύρο φούρνου, γαρίδα τηγανητή, μύδια αχνιστά και άλλα νόστιμα. Στην ψησταριά του πεζοδρομίου «κάποτε κάναμε γλέντια ολοήμερα, τώρα έχει φυτρώσει γιασεμί, δεν βλέπεις;».

Χατζηκυριακού 56, Πειραιάς, 6932 202951

 

4.

Βιολέττα

από το 1920

Το 1938 πιτσιρικάδες γυρνούσαν την Κυψέλη με χαρτόνια που έγραφαν «Την Κυριακήν εις την Βιολέττα θα ακουστεί ραδιόφωνον», σήμερα στα τραπεζάκια του έχει ακόμη πελάτη τον κύριο Χαρίλαο, σταθερά από το 1954, από την πρώτη μέρα που έπιασε δουλειά σε παρακείμενη τράπεζα. Ανακαινισμένο με σεβασμό από τον Χρήστο Παυλίδη, που έπειτα από οκτώ χρόνια σπουδές στο Μάντσεστερ και δουλειά γραφείου, γύρισε στους καφέδες, τη δουλειά του πατέρα του. Από τις 7 το πρωί, για το μεσημέρι ετοιμάζει συκωτάκια τηγανητά, κεφαλοτύρι σαγανάκι και άλλα νόστιμα. Πλατεία Κυψέλης &

Κρίσσης, Αθήνα, 210 8670931

 

5.

Η Μουριά

από το 1915

Ο Χρήστος Βάνας είναι η ψυχή του μαγαζιού που συγκεντρώνει όλες τις ηλικίες στις πολύχρωμες καρέκλες του. Μαζί νέοι και μεσήλικες, άνθρωποι της γειτονιάς κυρίως, σταθεροί πελάτες, έρχονται για καφέ και ποτό με κρύο μεζέ, ακούγοντας ελληνικά έντεχνα. Οι πελάτες της λαϊκής αγοράς του Σαββάτου ανέκαθεν έρχονταν και έρχονται εδώ για ξεκούραση και αναψυκτικό. Η όμορφη 28χρονη κόρη του Αρετή έφυγε για σπουδές και επέστρεψε: «Εδώ περπάτησα για πρώτη φορά, δεν μπορώ να σκεφτώ τη ζωή μου μακριά του, το μόνο μου άγχος είναι να διατηρήσω τον χαρακτήρα του».

Χαρ.Τρικούπη 87, Εξάρχεια, 210 3812607

 

Στη Μουριά στα Εξάρχεια. Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης/grekamag.gr
Στη Μουριά στα Εξάρχεια. Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης/grekamag.gr

 

6.

Ναυαρίνου (του Γιλμάζ)

μέσα του '70

Ανοίγει στις 8 το πρωί για να σερβίρει τους πρώτους καφέδες σε βιαστικούς δικηγόρους των πέριξ γραφείων, πριν ξεκινήσουν για την Ευελπίδων. Από νωρίς το μεσημέρι ξεκινά τις μπίρες με μεζέ ξηρό καρπό και πατατάκια και συνεχίζει μέχρι αργά το βράδυ, με ροκοφέρνουσες μουσικές. Απέναντι ακριβώς βρίσκεται το αυτοδιαχειριζόμενο παρκάκι της Ναυαρίνου.

Ναυαρίνου & Ζωοδόχου Πηγής, Εξάρχεια, 210 3840107

 

7.

Καφενείο Μόκα

από το '50

Στην Αλεξάνδρας αρχικά, τις δεκαετίες του '50 και του '60, εκτός από τους πρωινούς πελάτες με καταγωγή από τα Τρίκαλα, το επισκέπτονταν ηθοποιοί και θιασάρχες από τα γειτονικά θέατρα. Αργότερα, με την έκρηξη της οικοδομής, στη νέα του θέση, από τις 5:30 σέρβιρε καφέδες σε οικοδόμους και υπαλλήλους μεταφορικών. Σήμερα είναι ένα πολυσυλλεκτικό καφενείο της γειτονιάς, μια μικρή «βουλή», με συζητήσεις για πολιτική, ποδόσφαιρο, μουσική. Κόσμος ανάκατος, νέοι, σαραντάρηδες και συνταξιούχοι, γυναίκες μόνες, παρέες. Από τις 8 το πρωί καφέδες και έπειτα ποτό και μεζέδες. Τα Σαββατοκύριακα μουσική από παρέες, χωρίς μικροφωνικές, ρεμπέτικα και άλλα. Στους τοίχους φωτογραφίες ασπρόμαυρες του Μπαλάφα, με τη ζωή στην ηπειρώτικη ύπαιθρο.

Καλλιδρομίου & Σπυρίδωνος Τρικούπη, Αθήνα, 210 8238421

 

8.

Πλατεία Κοτζιά

από το 1920

Πάνω στην πλατεία, στεγάζεται σε ένα παλιό ψηλοτάβανο κτίριο με τραπεζάκια που βλέπουν στα αρχαιολογικά ευρήματα, στην κίνηση του πεζόδρομου της Αιόλου και στο δημαρχείο στην Αθηνάς. Σταθεροί πελάτες για πρωινό καφέ και εφημερίδα, περαστικοί για ψώνια ή δουλειές, κυρίες με σακούλες και κινητά, δικηγόροι με τους πελάτες τους.

Ευπόλιδος 4, πλ. Κοτζιά, Αθήνα, 210 3241698

 

9.

Ζίτσα

από το 1936

Το παλιό στέκι των εν Αθήναις Ηπειρωτών ανέλαβε νέος ιδιοκτήτης, πρώην υπάλληλος πολυεθνικής. Στα τραπεζάκια, οι ηλικιωμένοι ξεκινούν από τις 6.30 το πρωί με καφέ, για να συνεχίσουν με ποτό και μεζέ, συχνά μέχρι το απόγευμα. Χιούμορ και ατάκες του θανάτου, απέξω η κίνηση του κέντρου, κορίτσια και αγόρια νοικιάζουν τις υπηρεσίες τους σε υπερήλικες πελάτες, ενώ εσύ πίνεις το ούζο σου.

Βερανζέρου 23, Ομόνοια, 210 5222684

 

10.

Πανελλήνιο

από το 1885

Μεγάλωσα, όπως και αμέτρητοι νομικάριοι πολλών γενεών, στα τραπέζια του Πανελλήνιου, στην Κιάφας, όμως η ιστορία του ξεκίνησε το 1885 στην Πανεπιστημίου «με χιλίας θέσεις». Σκάκι, δηλωτή και τάβλι τα αθλήματα στα οποία επιδιδόμασταν. Σήμερα, στη Μαυρομιχάλη πια, ο κύριος Γιάννης, Αρκάς την καταγωγή, υπερήλιξ και αγαπησιάρης, φιλοξενεί κυρίως τους σκακιστές της ευρύτερης περιοχής. «Κορίτσι μου, έχει κλείσει σπίτια το σκάκι, κάθονταν και ξεχνούσαν να σηκωθούν, τέτοιο πάθος» θυμάται καθώς με κερνάει ούζο με μεζέ. Απίστευτο φωτογραφικό υλικό στους τοίχους, το πατάρι μια κούκλα, πίνεις τον καφέ σου βλέποντας κάθε μέρα ένα άλλο έργο να παίζεται μπροστά σου, στις σκακιέρες.

Μαυρομιχάλη 16, Εξάρχεια, 210 3634492

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO