«Τι ωραία θέα από κεραίες..!» Η φράση αυτή, κάπως ειρωνική, αλλά τόσο αληθινή ήχησε στα αυτιά μου καμπανιστά. Την ξεστόμισε ο φίλος μου που ήρθε από το Παρίσι φιλοξενούμενός μου πέρσι τον Αύγουστο. Η αλήθεια είναι πως από το μεγάλο παράθυρο της τραπεζαρίας του σπιτιού μου στα Κάτω Πατήσια δεν έχω να επιδείξω κάτι καλύτερο ως θέα. Πήρα τον Γάλλο και βγήκαμε έξω. Περπατήσαμε μία στον δρόμο και μία στο πεζοδρόμιο, όπου βρίσκαμε ελεύθερο χώρο. Αποφύγαμε δύο-τρία δείγματα των πιο πιστών φίλων του ανθρώπου αραδιασμένα στο πεζοδρόμιο, μέχρι να φτάσουμε στην στάση του λεωφορείου. Η πόλη ήταν άδεια. Θυμάμαι το καρφωμένο βλέμμα του στην Ακρόπολη κατεβαίνοντας την Πατησίων. Του έτρεχαν τα σάλια από την επιθυμία να ανέβει στον Ιερό Βράχο κι εγώ είχα μια ακαταμάχητη υπεροπτική διάθεση όσο πλησιάζαμε στον αυτονόητο προορισμό μας. Τον βασάνισα μέχρι το μεσημέρι καθυστερώντας την επίσκεψή μας στον αρχαιολογικό χώρο με βόλτες κι επισκέψεις στα μουσεία του Κέντρου. Ο Γάλλος έριχνε τα σχόλια βροχή και ομοίως τα χτυπήματα στον εγωισμό μου: «τα δέντρα μοιάζουν σα να τα κάρφωσε κάποιος στο μπετόν», «πρώτη φορά βλέπω τόσους κουρασμένους σκύλους σε μια πόλη», «η Αθήνα μοιάζει με πόλη του Μαγκρέμπ...».

Κατεβαίνοντας από την Ακρόπολη, κινήσαμε για το σπίτι κάπως χλιαρά. Στην Αχαρνών παρατήρησα πάλι το βλέμμα του να ζωηρεύει με επίκεντρο τα πολύχρωμα μαγαζιά. Κοιτούσε ψηλά τα παλιά αρχοντικά και τις μεσοπολεμικές πολυκατοικίες. Χάζευε στο δρόμο την πολυκοσμία, αν και ήταν Αύγουστος. Ανέμενα κάθε είδους σχόλιο, αλλά σίγουρα όχι αυτό που αυθόρμητα μονολόγησε: «Η Αθήνα στο Κέντρο είναι άδεια, όμως η περιοχή αυτή κινείται, ζει!».

 

Συγκινήθηκα. Σκέφτηκα πόσες φορές αδίκησα την περιοχή που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Πόσες φορές γκρίνιαξα, πόσες φορές σκέφτηκα να φύγω, να την εγκαταλείψω στο έλεός της, με τα προβλήματά της, την βρωμιά της, την ασχήμια της, τους «ξένους» της. Όλα αυτά τα χρόνια περπάτησα τα στενά των Κάτω Πατησιών με διαφορετικές διαδρομές και καμία δεν μου άρεσε. Έπεσα στη λήθη της ξεπεσμένης γειτονιάς, σταμάτησα να πιστεύω πως μπορεί κάτι να προσφέρει στους κατοίκους της. Ένας εξωτερικός παρατηρητής όμως είδε ότι υπάρχει ακόμη ομορφιά. Πήρα την απόφαση να μείνω.

 

Δυο χρόνια μετά νιώθω ότι ένας ακόμη άνθρωπος κοιτάζει την πόλη υπό το ίδιο πρίσμα. Δεν είναι εξωτερικός παρατηρητής, γνωρίζει τα προβλήματα εκ των έσω, έχει όμως πίστη ότι η γειτονιά μου, όπως κι οι άλλες γειτονιές της Αθήνας, υπάρχει, κινείται, ζει. Αρκεί να κοιτάς ψηλά.

 

Σε μια πόλη σαν την Αθήνα, υπάρχουν λίγες στιγμές που οι πράξεις των κατοίκων της μπορούν να επηρεάσουν κάτι ευρύτερο, κάτι πιο σημαντικό. Ίσως η επόμενη Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010 ανήκει σε αυτές τις στιγμές.

 

 

Χαρά Δαούτη

chara.david@gmail.com