Οι Wham είναι από τα πρώτα πράγματα που θυμάμαι στην μουσική.
Την δεκαετία του 80, και όσο ήμουν στο δημοτικό, κάθε καλοκαίρι πηγαίναμε για παραθερισμό στην Κατερινόσκαλα. Ο μπαμπάς μου λόγω δουλειάς δεν μπορούσε να είναι όλες τις μέρες μαζί μας, μας άφηνε εκεί και ερχόταν πάλι κάποιες μέρες μετά, πάλι για λίγο, φορτωμένος με γάλα, καρπούζια και άλλα. 
 
Κάθε χρόνο μέναμε στο ίδιο σπίτι, τις ίδιες μέρες. Απέναντι από το μαγαζί με τα μαγιό (έτσι το θυμάμαι), που το είχε ένας κύριος που με συμπαθούσε πολύ και μου έκανε διάφορα ταχυδακτυλουργικά με τα δάχτυλα του, που μου άρεσαν πολύ. 
 
Πίσω από αυτό το μαγαζί ήταν η παραλία. Πολύ κοντά στο σπίτι. Θυμάμαι την μαμά μου να πηγαίνει εκεί πολύ πρωί, για να αποφύγει τον ήλιο που την ενοχλούσε στις ημικρανίες της.  Καθόταν κάτω από την ομπρέλα με το μεγάλο της καπέλο και νομίζω έπλεκε...
 
Κάτω από το διαμέρισμα μας υπήρχε ένα εστιατόριο που το είχαν οι ίδιοι ιδιοκτήτες. Ήταν πλέον φίλοι με τους γονείς μου μετά από τόσα χρόνια. Και δίπλα ακριβώς είχαν φτιάξει μια μεγάλη πίστα για πατίνια από ένα ροζ υλικό με άσπρα κάγκελα ολόγυρα.
 
Αυτή ήταν η μεγάλη αγάπη της αδερφής μου και η δική μου. Κάθε βράδυ που ανέβαζαν την μουσική έμοιαζε λες και όλη η παραλία ερχόταν κάτω από το σπίτι μας να δει τον κόσμο να κάνει πατινάζ. Κάθε βράδυ εμείς κοιτούσαμε εκείνο το όμορφο, μαυρισμένο αγόρι με τα καστανά σπαστά μαλλιά και το πιο ωραίο χαμόγελο, να κάνει τις καλύτερες φιγούρες μαζί με την φίλη του, και όλοι να τον χειροκροτούν. Ήταν λίγο ενθουσιασμός και λίγο ζήλια μαζί. Περισσότερο θαυμασμός μάλλον.
 
 
Η συμφωνία με την μαμά ήταν, ή μία φορά πατίνια την μέρα, ή μια φορά ηλεκτρονικά - μάλλον κόστιζαν το ίδιο. Εμείς όμως είχαμε ήδη πάρει την απόφαση μας... Kάθε βράδυ θα μπορούσαμε και εμείς να διαλέξουμε πέδιλα και να μπλεχτούμε ανάμεσα σε όλους αυτούς που χόρευαν το careless whispers κάτω από τους μεγάλους προβολείς. Έτσι κ έγινε. Το αγόρι συνέχισε να έρχεται, εμείς τον ακολουθούσαμε και το careless whispers ακουγόταν κάθε βράδυ και πιο δυνατά. Λες και αυτή η κασσέτα δεν είχε άλλο τραγούδι...
 
Ενα μεσημέρι και ενώ γυρίζαμε από την παραλία, κάτω από το σπίτι και δίπλα στη πίστα με τα πατίνια, στεκόταν το αγόρι με τα σπαστά καστανά μαλλιά χαμογελώντας. Και τότε έγινε κάτι συνταρακτικό. Η μαμά μας άφησε, τον πλησίασε και ξεκίνησαν να μιλάνε λες και γνωριζόταν από κάπου. Κοιταχτήκαμε με την αδερφή μου και απορήσαμε γιατί και οι δύο γελούσαν και κάπου κάπου μας κοιτούσαν. "Μα τι λένε επιτέλους τόση ώρα, και από που ξέρει η μαμά το αγόρι με το σπαστά καστανά μαλλιά?" Η απάντηση δεν άργησε. Την έφερε η μαμά μου μαζί με το αγόρι, μπροστά μας!
 
Τόσες μέρες εκτός από εμάς, θαύμαζε κι αυτή τις φιγούρες του, και έτσι πήρε το θάρρος και του ζήτησε για όσες μέρες θα είμαστε εκεί να μας δείξει και να μας μάθει να κάνουμε πατίνια. Μάλλον γι'αυτό γελούσε πριν. θα του είχε φανεί περίεργο.
 
Είχε δεχτεί να κάνει μαζί μας πατίνια αλλά όχι να μας μάθει γιατί αισθανόταν άβολα αλλά και γιατί θα έφευγε εκείνες τις μέρες, μιας που ήταν και αυτός παραθέριση και οι διακοπές του τελείωναν.
Έτσι κι έφυγε. Και δεν προλάβαμε να γνωριστούμε και να κάνουμε πατίνια μαζί.
 
 
Μετά από αυτό, το έβαλα σκοπό να μάθω έστω κ μόνος μου. Πήγαινα κάθε μέρα εκεί, την ίδια ώρα. Με το που νύχτωνε. Έπεφτα, ξανασηκωνόμουν, ίδρωνα, αλλά το ήθελα τόσο που δεν τα παρατούσα. Και έτσι περνούσαν τα απογεύματα.
 
Mέχρι που μια μέρα, βλέποντας μια παρέα παιδιών να προσπαθεί να κάνει κύκλους με τα πατίνια τους μέσα στο μεσημέρι, ζήτησα από την μαμά μου να με αφήσει να κάνω και εγώ. Με την συμφωνία πως έτσι δεν θα είχα χαρτζιλίκι για να κάνω το βράδυ, έβαλα τα πέδιλα μου και άρχισα να τρέχω πάνω κάτω, κάνοντας όσα ήξερα για να τους εντυπωσιάσω.
Μέσα σε λίγη ώρα τα παιδιά σταμάτησαν γιατί είχε τελειώσει ο χρόνος τους και έμεινα μόνος μου σε ολόκληρη την πίστα για πρώτη φορά, μέρα μεσημέρι με το careless whispers να παίζει δυνατά σαν να ακούγεται παντού μέσα στην ησυχία του μεσημεριού. Αυτό, και ο ήχος από τις μικρές μου ασημένιες ρόδες που τσουλούσαν πάνω στην ροζ πίστα. 
 
Το βράδυ είχε πολύ κόσμο και πάλι. Η πίστα γεμάτη και γύρω από αυτήν άλλος τόσος κόσμος να κοιτάζει. Εγώ είχα ξοδέψει το χαρτζιλίκι μου το μεσημέρι, οπότε το μόνο που έμενε να κάνω ήταν να καθίσω δίπλα σε όλους αυτούς και να κοιτάζω. Κάθισα ώρα πολύ, μέχρι που μια κυρία με πλησίασε και ρώτησε το όνομα μου. Ήταν η μητέρα ένός από τα παιδιά που έκαναν το μεσημέρι πατίνια. Με είχε δει που έκανα μόνος μου όλα όσα είχα μάθει και πλέον ήξερα τόσο καλά, και τώρα με ζητούσε αν ήθελα κι μπορούσα να δείξω στο παιδί της και να του μάθω να κάνει πατίνια όπως εγώ...
 
Αλλά έγώ ένοιωθα άβολα με όλο αυτό, και επίσης θα φεύγαμε σε λίγες μέρες από 'κει, γιατί τελείωναν οι μέρες των διακοπών μας...
 
Μα μια χαρά με είχε πλημμυρίσει με όλα αυτά... Θυμήθηκα το αγόρι με τα σπαστά καστανά μαλλιά που ποτέ δεν είχα ξεχάσει και ήταν λες και με κοιτούσε με εκείνο το ωραίο χαμόγελο για όλο αυτό που είχε συμβεί.
Σαν μια μικρή αθώα συνωμοσία. Σαν έναν κύκλο που ο ένας ξεκίνησε κι ο άλλος έκλεισε, από αυτούς που συναντιέσαι στο τέλος τους, εκεί που ενώνονται οι δυο γραμμές που οι δυο έχουν τραβήξει, χωρίς να έχουν συννενοηθεί αλλά γνωρίζοντας και θέλοντας το ίδιο να συμβεί.
 
 
_________________________________________________________
 
Aρκετά χρόνια μετά, πρέπει να τελείωνα το γυμνάσιο, έτυχε να περάσουμε από το ίδιο μέρος, κάνοντας στάση από μια εκδρομή που είχαμε πάει. Eίχαμε να πάμε από τότε που ήμουν μικρός στο δημοτικό. Φάγαμε στο εστιατόριο κάτω από το σπίτι που μέναμε εκείνα τα καλοκαίρια. Οι ιδιοκτήτες με το που μας είδαν έτρεξαν πάνω στους γονείς μου και τους αγκάλιασαν. θυμήθηκαν και εμένα και χάρηκαν που μεγάλωσα και έγινα ολόκληρο παλικάρι, αλλά εγώ δυστυχώς δεν τους θυμόμουν... Μίλησαν για τα πράγματα που άλλαξαν όλο αυτόν τον καιρό. Τον κόσμο που άλλαξε, τα μαγαζιά που έκλεισαν, τα καινούργια που χτίστηκαν και τις παλιές μέρες που πάντα δείχνουν να είναι καλύτερες... Όσο συζητούσαν, εγώ έκανα μια βόλτα να θυμηθώ κάποια από αυτά τα πράγματα για τα οποία μιλούσαν. 
 
Το μαγαζί με τα μαγιό είχε πλέον κλείσει και ο κυριούλης δεν ήταν πια εκεί. Και η πίστα με τα πατίνια; Αυτή είχε εξαφανιστεί - τη θέση της πήρε μια μεγάλη πολυκατοικία, κολλητά από αυτήν που μέναμε, τόσο μεγάλη που έκρυβε το απέναντι χωράφι, αυτό που διέσχιζα τα πρωινά για να φτάσω στο περίπτερο να πάρω το μίκυ μάους της βδομάδας. Τίποτα σχεδόν δεν θύμιζε όλα αυτά που είχα κρατήσει μέσα μου. Προσπαθούσα να δω το αγόρι με τα σπαστά καστανά μαλλιά να κάνει φιγούρες με τα πατίνια του πάνω στην ροζ πίστα, αλλά όλα είχαν αλλάξει. Το ίδιο όμως κι εμείς. Ο μπαμπάς δεν είχε πια την ίδια δουλεια, τα οικονομικά μας δεν ήταν το ίδιο καλά, η μαμά υπέφερε ακόμη περισσότερο με τις ημικρανίες της και η αδερφή μου νομίζω είχε ήδη αρραβωνιαστεί. Γυρνώντας πίσω, η μητέρα μου έδωσε τα δύο ζευγάρια από τα πατίνια μας στον μικρότερο ξάδερφο μου.