Το Μπρίστολ που προλάβαμε να δούμε είναι μια πόλη με γκρίζα κτίρια, βαρετή αρχιτεκτονική και μόνιμη βροχή που σε μουσκεύει ύπουλα μέχρι τα εσώρουχα, μουντό και πληκτικό, χωρίς πράσινο. Άσ' τα να πάνε δηλαδή, μετά την πρώτη μέρα καταλαβαίνεις γιατί όλα αυτά τα συγκροτήματα της περιοχής γράφουν τραγούδια στα όρια της κατάθλιψης. Το γεγονός ότι το αεροπλάνο που μας μετέφερε έχασε απότομα ύψος μόλις ξεκίνησε η διαδικασία προσγείωσης και βρεθήκαμε σε ένα αιφνιδιαστικό Shock Tower είχε προλάβει κι είχε δημιουργήσει τις χειρότερες προϋποθέσεις, πριν ακόμα πατήσουμε το πόδι μας στην Αγγλία.
 
Λίγο ο κακός καιρός, λίγο η βαρετή πόλη που το μόνο αξιοπρόσεκτο που διαθέτει είναι τα στένσιλ του Banksy στα κτίρια του κέντρου, λίγο το σοκ της βουτιάς στον αέρα, το μόνο που δεν είχα διάθεση να δω ήταν ένα μιούζικαλ με τραγούδια των Abba. Η αλήθεια είναι ότι πήγα να δω την παράσταση σαν αγγαρεία, κι όλα αυτά τα στοιχεία και οι λεπτομέρειες που μας έλεγαν ξεναγώντας μας στα παρασκήνια και στη σκηνή λίγο πριν αρχίσει το έργο με άφηναν εντελώς αδιάφορο. Το σκηνικό -στο οποίο στηθήκαμε για την αναμνηστική φωτογραφία- είναι ασβεστωμένα πέτρινα σπίτια ελληνικού νησιού που περιστρέφονται και αλλάζουν γωνίες, απλό και λιτό, καθόλου εντυπωσιακό. Γύρω μας βρίσκονται κρεβάτια με άσπρες κουβέρτες, τραπέζια νησιώτικου καφενείου, φανταχτερά κουστούμια, μπογιές για «μαύρισμα» και ρετσίνες Κουρτάκη που θυμίζουν την Ελλάδα των ‘80s, κονσόλες για τη ρύθμιση του ήχου και μηχανήματα που μετακινούν τα σκηνικά. Το πιο εντυπωσιακό της υπόθεσης ήταν το ίδιο το Θέατρο Hippodrome, πολυτελές και τίγκα στο κόκκινο βελούδο, με ξύλινους εξώστες, μνήμες εκατονταετίας και αρκετή τύχη: Κατάφερε να τη γλιτώσει απ' τους βομβαρδισμούς των Γερμανών, μια πυρκαγιά, και το ποδοβολητό δεκάδων χιλιάδων θεατών που συντονίζονταν κάθε βράδυ στους ντίσκο ρυθμούς των τραγουδιών των Abba.
 
Αυτό που επακολούθησε δεν το περίμενα ποτέ. Να δω ένα μιούζικαλ με απλοϊκό -σχεδόν αφελές- σενάριο να μεταμορφώνεται σε ένα τεράστιο ντίσκο πάρτι και δυο χιλιάδες ενθουσιασμένους Άγγλους -οι περισσότεροι μεσήλικες- να τραγουδάνε όρθιοι και να χορεύουν ξέφρενα τις επιτυχίες των Abba. Τα κομμάτια τους είναι όλα τα λεφτά. Ακόμα κι αν δεν τους συμπάθησες ποτέ στη ζωή σου, είναι αδύνατο (ΑΔΥΝΑΤΟ) να μη σε ταρακουνήσει το συναρπαστικό φινάλε με το «Dancing Queen» και το «Waterloo», με σύσσωμο το καστ να βγαίνει με εξωφρενικά ‘70s κουστούμια και να μετατρέπει τη σκηνή σε μια τεράστια πίστα. Είναι μάλιστα τόσο δυνατός ο ενθουσιασμός που προκαλεί, που σε τινάζει απ' τη θέση σου με την ίδια δύναμη που σε τινάζει ενστικτωδώς το «κύμα» στα γήπεδα.
 
Το έργο μπορεί σαν στόρι να μην λέει και πολλά πράγματα, αυτό που το κάνει ενδιαφέρον είναι ότι όλη η εξέλιξη ξεδιπλώνεται μέσα από τα 22 τραγούδια-hit που ακούγονται, πασίγνωστα σε τρεις ολόκληρες γενιές, απ' τη γιαγιά ως την εγγονή, κι εκεί ακριβώς πόνταραν οι δημιουργοί του. Κι έπιασαν μπίνγκο. Μια μάνα, πρώην χίπισσα, που ετοιμάζεται να παντρέψει την κόρη της στο ελληνικό νησί όπου διατηρούν ένα μικρό ξενοδοχείο, της κρύβει επιμελώς όλα αυτά τα χρόνια ποιος είναι ο πατέρας της. Η 20χρονη κόρη ψάχνει τις ρίζες της και βρίσκει ότι οι πιθανοί πατεράδες της είναι τρεις, τους καλεί στο γάμο και γίνεται ακριβώς το μπάχαλο που μπορείς να προβλέψεις απ' την αρχή. Ταυτόχρονα καταφθάνουν δυο παλιές φίλες της μαμάς -απολαυστική η Φελίσιτι Ντάνκαν, η αφράτη φίλη, ο ρόλος που ξεχωρίζει - ενώ για ο γαμπρός πέρα βρέχει, στην κοσμάρα του. Βγαίνει με στολή σέρφερ μαζί με τους φίλους του και κάνουν τη σκηνή Chippendale. Τα τραγούδια τρέχουν απ' την αρχή ως το τέλος της παράστασης, οι πλατφόρμες, οι βάτες και τα σατέν παρελαύνουν ασταμάτητα, τα συναισθήματα κορυφώνονται μαζί με τις μελωδίες, το «Honey Honey» δίνει τη θέση του στο «Thank You For The Music», αυτό στο «Mamma Mia», στο «Chiquitita» και στο «Dancing Queen». Αν ο σκοπός μιας παράστασης είναι να κάνει τον κόσμο χαρούμενο και να έχει, φεύγοντας, την αίσθηση ότι διασκέδασε πραγματικά, ότι εκτονώθηκε και άφησε έξω για λίγο όλες τις έγνοιες και σκοτούρες, τότε το Mamma Mia είναι ιδανική παράσταση. Είναι αυτό ακριβώς που ήταν και τα κομμάτια των Abba που άντεξαν στο χρόνο: ποπ μουσική που την αντιμετώπισαν στην εποχή της σαν ελαφριά και αφελή, αλλά με τον καιρό πήρε την εκδίκησή της. Γιατί τίποτα απ' όσα δίνουν στον κόσμο χαρά δεν μπορεί να το αγγίξει ο χρόνος. Γι' αυτό και το Mama Mia παίζεται με τέτοια τεράστια επιτυχία σε ολόκληρο τον κόσμο εδώ και οχτώ χρόνια, το έχουν δει πάνω από 30 εκατομμύρια θεατές, ενώ η κινηματογραφική βερσιόν του με τη Μέριλ Στριπ και τον Πιρς Μπρόσναν θα είναι σίγουρο μπλοκ μπάστερ.
 
Το καστ της διεθνούς περιοδείας του Mamma Mia έρχεται στην Αθήνα φέρνοντας στο Θέατρο Μπάντμιντον στο Γουδί την ίδια ακριβώς παράσταση που είδαμε στο Μπρίστολ από τις 6 μέχρι τις 25 Μαΐου, για 24 παραστάσεις. Η προπώληση των εισιτηρίων έχει ξεκινήσει και όποιος ενδιαφέρεται καλύτερα να βιαστεί.