κάποιες φορές, μεταξύ φίλων, μεταξύ εραστών ή απλώς ομοτράπεζων, σε ένα καπηλειό, έρχεται εκείνη η στιγμή της απλής αρχικής αμηχανίας, εν συνεχεία μουδιάσματος, παγώματος στα χείλη, του στιγμιαίου κενού στο βλέμμα. ακούς κάτι που σε αφήνει ενεό, μια φράση που δεν την περιμένεις, γυρνάς το βλέμμα για να βρεις ομοϊδεάτες, αλλά κανένας δεν βρίσκεται την κατάλληλη στιγμή στο σωστό μέρος. αυτός δεν είναι ο φίλος σου, ο εραστής σου, σου φαίνεται άγνωστος, με ποιούς μοιράζεσαι στ' αλήθεια αυτό το γεμάτο τραπέζι. κάποιο σχόλιο για τους μετανάστες, η κατάσταση στο κέντρο της αθήνας, οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν στην κοινωνία, τα χρόνια που μου πέρασαν, οι αγάπες που ψοφήσανε, λάφυρα που χαθήκανε. τότε, αισθάνεσαι και πάλι μόνος. να δώσω ένα άλλοθι, ακόμη μια φορά. να πάει το παλιάμπελο. όλοι έχουν δικαίωμα να πιστεύουν ό,τι θέλουν, κάτι διαφορετικό από μένα. στο επόμενο τσούγκρισμα, θα γελάμε και πάλι. αν το καταπιώ, θα κάνω σεξ σε λίγο. αύριο, δεν θα τους ξαναδώ. μια εφήμερη ήττα, μια ολομόναχη νίκη. αλλά αυτό το βλέμμα της αμφισβήτησης, αυτό που δεν σε πείθει με τίποτα και για κανέναν, θα αποτυπωθεί για πάντα εντός σου. αυτό δεν ήταν το ιδανικό. θα μπορούσε. αλλά, δεν. κι αυτό φάνηκε με την άκρη του ματιού. φαντάσου να σε κοιτούσα κατάματα.