Έχουν περάσει δυόμισι χρόνια από την προηγούμενη φορά που μιλήσαμε. Δυόμισι χρόνια πολύ γεμάτα και δημιουργικά για τον Γιάννη Ντούσκο που αυτές τις μέρες επιστρέφει με τον εξαιρετικό δίσκο Kind of Human. Δηλώνει ότι ο τίτλος προέκυψε τυχαία, αλλά δεν θα μπορούσε να είναι πιο πετυχημένος. Οι κατά βάση χορευτικοί ρυθμοί του DIY έχουν δώσει τη θέση τους σε μεγαλύτερη ποικιλία ήχων, περισσότερο downbeat, με φωνές, με blues samples και μοντέρνα swing να εναλλάσσονται με το μελωδικό τέκνο και να σε ξαφνιάζουν. «Δεν έχουν αλλάξει και πολλά αυτά τα δυόμισι χρόνια» μου λέει. «Μεγάλωσα απλά και μεγάλωσε και η κλίμακα. Αυτό που έχει αλλάξει λίγο είναι η κατεύθυνση, έχει πάει περισσότερο προς το εξωτερικό και λιγότερο πια στην Ελλάδα. Φαίνεται να είναι η σωστή επιλογή προς το παρόν, άξιζε τον κόπο αυτή η κίνηση τα τελευταία χρόνια προς τα έξω. Έγραφα μουσική κι έκανα remix κυρίως για κλαμπ και μια και τα πήγαινα καλά έπρεπε να το συνεχίσω αυτό το πράγμα. Να στηρίξω όλη αυτή την ιστορία με τα charts, ειδικά τώρα με τα digital downloads που είναι ο νούμερο ένα τρόπος για να διακινηθεί η ηλεκτρονική μουσική. Στο εξωτερικό τουλάχιστον. Πιστεύω ότι έχω γίνει πιο οργανωτικός από τότε, έχει αλλάξει κι ο τρόπος που σκέφτομαι και βλέπω τη μουσική γενικότερα, τη μουσική ως δουλειά. Αγχώνομαι λιγότερο, δεν έχω πια αυτή τη δίψα για την έγκριση, αποφάσισα να ηρεμήσω λίγο».

Ο Dousk εξακολουθεί να είναι φανατικός gamer και να μένει στην Πάτρα. «Όπως έχουν γίνει τώρα τα πράγματα και με τόσα ταξίδια έχει πολύ λίγη σημασία το πού μένεις» λέει. «Το μόνο που χρειάζεται είναι να έχεις μια βάση κι ένα μέρος για να ηρεμείς, να ξεκουράζεσαι και να γράφεις κάτι καινούργιο. Η Πάτρα είναι μια πόλη με πολλούς φοιτητές και μια και η ίδια δεν προσφέρει πολλές συγκινήσεις σου αφήνει χρόνο για δημιουργία. Τουλάχιστον σε ‘μένα κάπως έτσι προέκυψε η ασχολία μου με τη μουσική. Πιστεύω ότι με ωφέλησε το ότι μένω ακόμα εκεί».

Την προηγούμενη φορά που είχαμε μιλήσει ετοιμαζόταν να πάει στην Ιαπωνία. Αυτή τη φορά είχε μόλις πάρει τη βίζα για τη Βραζιλία και τις χώρες της Νότιας Αμερικής. «Πλάκα είχε στην Ιαπωνία» προσθέτει. «Είναι άλλος κόσμος, διαφορετικός, και από άποψης μουσικής σκηνής και από άποψης ανθρώπων. Τόσο αλλιώτικα απ' την Ευρώπη που νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε άλλο πλανήτη. Είναι πολύ ευγενικοί, αρκεί να είσαι κι εσύ μαζί τους. Υπάρχουν πολλά που μπορείς να μοιραστείς και να κερδίσεις απ' αυτούς».

Ο νέος δίσκος του κυκλοφορεί ήδη στην Ελλάδα, αλλά στα δισκάδικα του εξωτερικού θα υπάρχει στις 22 Αυγούστου. To feedback είναι περισσότερο από καλό, τα πρώτα σχόλια είναι ενθουσιώδη. «Μου κάνει εντύπωση» σχολιάζει, «παρόλο που περίμενα να είναι περίπτωση hit or miss. Φοβόμουν ότι κάποιοι που είναι hardcore οπαδοί του χορευτικού ήχου θα αφορίσουν το νέο άλμπουμ, αλλά από την άλλη ήλπιζα ότι θα φτάσει στα αυτιά κάποιων που δεν έχουν καμία σχέση με την ηλεκτρονική μουσική. Ότι θα ακούσουν κάτι χωρίς να τους σοκάρει και μακάρι να τους πείσουν να ακούσουν και άλλα πράγματα. Θέλω να καταλάβουν κάποιοι ότι η ηλεκτρονική δεν είναι περιθωριακή μουσική. Έτσι κι αλλιώς έχει μπει "ύπουλα" στη ζωή μας. Η συντριπτική πλειοψηφία των ποπ παραγωγών και των hits αυτήν τη στιγμή είναι ηλεκτρονικά. Τα περισσότερα ροκ συγκροτήματα χρησιμοποιούν τόση επεξεργασία από ηλεκτρονικό εξοπλισμό στις ηχογραφήσεις τους που εκεί συνειδητοποιείς ότι δεν έχει σημασία το μέσο, αλλά το αποτέλεσμα».

Σχολιάζει τα live που ετοιμάζει από το φθινόπωρο, κανονικά live, με drummer, διαφορετικές ενορχηστρώσεις, τη συνεργασία σκηνοθέτη και άλλων μουσικών. «Για ‘μένα ένα κανονικό live έχει ζωντάνια, έχει κίνηση, έχει ανθρώπους, σημαίνει ότι το μάτι του ακροατή μπορεί να αλλάζει παραστάσεις, να βλέπει πώς δουλεύει σαν σύνολο» λέει κατηγορηματικά. «Δεν θα το πω κοροϊδία το live με ένα laptop, αλλά είναι λίγο λειψό πιστεύω».

Μιλάει για τις πρόβες για τις εμφανίσεις του στο αρχαίο θέατρο της Πάτρας, που στη συνέχεια θα συνεχιστούν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. «Και στο εξωτερικό, αν πάει καλά και μπορώ να το βγάλω με το κεφάλι ψηλά» λέει. Σχολιάζει το κοινό της Ελλάδας, «παρόμοιο με της Μεσογείου, Ισπανούς, Ιταλούς, Πορτογάλους». Όχι και το καλύτερο που υπάρχει. «Αν θέλεις να μιλήσουμε ειλικρινά, είμαι ευχαριστημένος μόνο από όσα μου έχει προσφέρει η μουσική σε παγκόσμιο επίπεδο μέχρι τώρα» λέει. «Σε ελληνικό επίπεδο όχι. Τα ονόματα που έχουν επωφεληθεί απ' το μάρκετινγκ τραβάνε όλο το κοινό, όλο το χειροκρότημα και το πάθος του κόσμου. Οι υπόλοιποι που ίσως προσπαθούν περισσότερο δεν απολαμβάνουν τα ίδια επειδή δεν έχουν την ίδια αναγνώριση. ΟΚ. Το καλό είναι ότι πήγα παραέξω και είδα πως δεν δουλεύει όλος ο κόσμος έτσι. Παλιότερα είχα την εντύπωση ότι αυτό το πράγμα αλλάζει. Τώρα έχω γίνει λίγο πιο κυνικός. Βλέπω ότι έχει γίνει τόσο πάγιο που δεν είναι εύκολο να γίνει κάτι. Ο Έλληνας επίσης δεν χορεύει. Ξέρεις από πού πηγάζει αυτό; Δεν βγαίνει έξω για να διασκεδάσει. Βγαίνει για να κάνει επίδειξη του κοινωνικού status του, είτε μέσω της οικονομικής του κατάστασης είτε μέσω του μπλα μπλα. Ιδανική βραδιά του Έλληνα είναι να παρκάρει το ακριβό του αυτοκίνητο έξω από το μαγαζί, να ανοίξει μια σαμπάνια στο τραπέζι που έχει κρατήσει και να πει με ικανοποίηση την επόμενη μέρα στον καφέ του πόσα λεφτά χάλασε το προηγούμενο βράδυ. Γι' αυτό βλέπουμε σε μαγαζιά με 3.000 άτομα να χορεύουν οι δέκα, κι αυτοί να είναι δακτυλοδεικτούμενοι. Έχει γίνει αντικοινωνικός ο κόσμος στην Ελλάδα, κομπλεξικός. Δυστυχώς. Δεν βοηθάνε και τα κανάλια. Αν η μοναδική πηγή πληροφόρησης ήταν η τηλεόραση, αυτήν τη στιγμή θα ήξερα ότι ο μόνος τρόπος για να πετύχω στην Ελλάδα θα ήταν να ήμουν ποδοσφαιριστής, τραγουδιστής ή μοντέλο. Εάν δεν κάνω κάτι από αυτά τα τρία δεν είμαι τίποτα, δεν υπάρχω. Είμαι νεκρός...».