Δύο από τους πλέον διακεκριμένους σύγχρονους Έλληνες σκηνοθέτες αφήνονται να σκηνοθετηθούν από συναδέλφους τους στο φετινό Ελληνικό Φεστιβάλ. Ο Λευτέρης Βογιατζής και ο Μιχαήλ Μαρμαρινός. Ο πρώτος, στην εποχή της μεγάλης του ωριμότητας, μετά από δύο στη σειρά αναμετρήσεις του με κλασικούς και με προσκλήσεις για παρουσίαση των παραστάσεών του σε διεθνή φεστιβάλ. Ο δεύτερος, με τον αέρα του ταλέντου του, να ετοιμάζει ήδη τις βαλίτσες του για την πρώτη ελληνική συμμετοχή στα μεγάλα φεστιβάλ των Βρυξελλών και της Βιέννης. Κι όμως. Από δάσκαλοι ξανά μαθητές. Άνευ όρων, με τόλμη και εμπιστοσύνη. Ο Βογιατζής στον Φιλοκτήτη του Χάινερ Μίλερ σε σκηνοθεσία του «αιρετικού» Ματίας Λάνγκχοφ (27, 28 Ιουνίου, Μικρή Επίδαυρος) και ο Μαρμαρινός με τους δύο Οιδίποδες σε ενιαία παράσταση, σε σκηνοθεσία της Ρούλας Πατεράκη (8, 9 Αυγούστου στην Επίδαυρο). Τους πετύχαμε στα διαλείμματα από τις πρόβες τους για να μας πουν πώς αποφάσισαν να περάσουν στην άλλη όχθη.

«Δεν είναι η πρώτη φορά που με σκηνοθετούν. Αλλά έχουν περάσει κάμποσα χρόνια από τότε» λέει ο Βογιατζής. «Είναι ανακούφιση για μένα και μακάρι να μου συνέβαινε πιο συχνά. Είναι μια άσκηση για να δεις αν αυτά που ζητάς από τους άλλους μπορείς να τα κάνεις εσύ. Αφήνομαι στο σκηνοθέτη μου γιατί έχω ανάγκη να αφεθώ. Και με χαρά βλέπω πως είμαι φυσιολογικός. Ωριμάζω, εμπλουτίζομαι, μαθαίνω». Η γνώμη του για τον Λάνγκχοφ; Πριν από χρόνια, με τις Βάκχες του στην Επίδαυρο είχε ξεσηκώσει εναντίον του κοινό και κριτικούς. «Δεν καλοθυμάμαι εκείνη την παράσταση. Το σίγουρο είναι ότι αν δεν εκτιμούσα τον Λάνγκχοφ δεν θα συνεργαζόμουν μαζί του. Τον γνώρισα, είδα πώς σκέφτεται και τον εκτίμησα διότι είναι έντιμος με τον εαυτό του, με το στόχο του, χωρίς ψευδοφιλοδοξίες, χωρίς ψευδοϋφολογικές αναζητήσεις. Πραγματιστής χωρίς να εκλογικεύει αλλά με εμμονή στην ουσία της ακρίβειας, αληθινός. Δεν έχει καμιά ανάγκη να πουλήσει persona, έχει απίστευτη εμπειρία και μεγάλη χαλαρότητα. Πολλή χαλαρότητα. Σε μερικά μοιάζουμε, σε άλλα όχι. Είμαι μαζί του χωρίς κανέναν περιορισμό και περίεργος να δω το τελικό αποτέλεσμα». Ο Μαρμαρινός, λίγο πριν φύγει για να παρουσιάσει το Πεθαίνω σαν Χώρα στο εξωτερικό και ανάμεσα στις προετοιμασίες για το «Σύστημα Αθήνα» που διοργανώνει το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου με την υποστήριξη του Εθνικού Κέντρου Θεάτρου και Χορού (14-18 Μαΐου), μας μιλάει για τη δική του απόφαση. «Υπάρχουν εκλεκτικές συγγένειες στο χώρο, που μας κάνουν να νιώθουμε εμπιστοσύνη. Θεωρώ ότι η δουλειά της Πατεράκη είναι ένα κομμάτι πολιτισμού. Έχει δώσει πολλά στη διαμόρφωση του υποκριτικού τοπίου στα ελληνικά θεατρικά πράγματα». Του είχε λείψει να τον σκηνοθετήσει άλλος; «Εάν σε σκηνοθετεί κάποιος με τη ματιά της Ρούλας, ναι. Δεν είναι εξάλλου η πρώτη φορά που δουλεύουμε μαζί. Πάντως, πρέπει να πω ότι ποτέ δεν θα έκανα έναν τέτοιο ρόλο εάν δεν με σκηνοθετούσε άλλος. Μου είναι αδιανόητο». Και το άγχος του ρόλου; Μήπως τον βάζει σε πειρασμό να προτείνει δικές του ιδέες; «Δεν προτείνω τίποτα. Άγχος; Αστειεύεσαι...» λέει ειρωνικά.

Ρωτήσαμε και τους δύο τη γνώμη τους για το Ελληνικό Φεστιβάλ. Ο Βογιατζής αποστομωτικά κοφτός: «Τόσα χρόνια δεν υπήρχε Φεστιβάλ και τώρα έχουμε». Ο Μαρμαρινός, πιο πολιτικός, τονίζει: «Μόνο μέσω των θεσμών μπορεί να υπάρξει μια πολιτική για τον πολιτισμό. Μόνο με θεσμοθετημένους μηχανισμούς μπορούμε να εκπέμψουμε πολιτισμό και να μας γνωρίσει το διεθνές κοινό. Και, βεβαίως, μόνο μέσω των ανθρώπων που κάνουν τους θεσμούς να λειτουργήσουν».