Mια πραγματική ιστορία: κάποτε ο Χάινερ Μίλερ έδωσε στον Ντίμιτερ Γκότσεφ ένα ποίημα. Του είπε, «διάβασέ το για μένα». Ο τελευταίος στίχος ήταν «Και η αλήθεια σιγανή και αβάσταχτη». Και ο Γκότσεφ τότε κατάλαβε πως αυτός ο στίχος θα πρέπει να είναι ο στόχος του για το θέατρο. Αυτός ο στίχος, που έγινε το μάντρα του για το θέατρο, είναι η δύναμη που θα κινήσει τους Πέρσες του Αισχύλου που ετοιμάζει για την Επίδαυρο φέτος, για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου. Μια παράσταση πρωτόφαντων αλλά και επαναληπτικών συναντήσεων γι' αυτόν το μεγάλο σκηνοθέτη του βερολινέζικου θεάτρου. Επιστρέφει στους Πέρσες μετά τη θρυλική παράσταση που ανέβασε το 2006 στο Deutsches Theater με τέσσερις ηθοποιούς, που χαρακτηρίστηκε «η παράσταση της χρονιάς». Επιστρέφει στο ελληνικό κοινό που γνώρισε καλά το 2006 με το Φιλοκτήτη στην Πάτρα αλλά και με τον Ιβάνοφ που παρουσίασε το 2007 στο Φεστιβάλ με την Volksbühne. Σκηνοθετεί όμως για πρώτη φορά για την Επίδαυρο, χώρο που μπορεί να αποδειχτεί μοιραίος ή ιδανικός για να εφαρμόσει το μάντρα του: να ακουστεί η αλήθεια σιγανή και αβάσταχτη. Να ακουστεί, εν τέλει, η σιγή.

Έχοντας στην ομάδα του την Αμαλία Μουτούση, τον Μηνά Χατζησάββα, τον Νίκο Καραθάνο, την Στεφανία Γουλιώτη, τον Νίκο Κουρή κ.ά., αντιμετωπίζει το κείμενο του Αισχύλου διατηρώντας ζωντανή την εγγραφή της σχέσης με τον Μίλερ. Όπως επισημαίνει η Ελένη Καρακούλη, δραματολόγος της παράστασης, «Η επαφή του Γκότσεφ με την αρχαία τραγωδία έγινε μέσα από το πρίσμα, του Χάινερ Μίλερ. Χρησιμοποιώντας στο Βερολίνο την εξαιρετική μετάφραση-εκδοχή του Μίλερ, ο Γκότσεφ άνοιξε ένα "διάλογο" με το αρχαίο δράμα, που συνεχίζεται στην Επίδαυρο. Η πρόσκληση του Εθνικού Θεάτρου τού δίνει το ερέθισμα και την πρόκληση να επιστρέψει στο συγκεκριμένο έργο, όχι για να επαναλάβει, αλλά για να εμβαθύνει, να ανατρέψει, να συνεχίσει -με την επιμονή που τον διακρίνει- την αναζήτησή του». Το δωρικό αφαιρετικό στοιχείο της παράστασης στο Βερολίνο υποχωρεί μπροστά στο μέγεθος της Επιδαύρου. Ο θίασος είναι αυτήν τη φορά πολυπληθής και παίζει ρόλο στις τελικές αποφάσεις του Γκότσεφ, αφού ο ίδιος ομολογεί πως «εξαρτάται» από τους ηθοποιούς του.