Δεν κρύβομαι, δεν λέω ψέματα γιατί όπως όλοι ξέρουμε και το αναφέρω κι εγώ πολλάκις, αν λες ψέματα είσαι μέσα στα αίματα και αυτό δεν το θέλει κανείς, εκτός αν σε λένε Αλαχούζο και έχεις να κάνεις μια κάποια σκηνή αποκεφαλισμού η ξεντεριάσματος. 

Από την στιγμή που δεν λέω ψέματα λοιπόν, οφείλω να ομολογήσω με γνώση των συνεπειών ότι μισώ την Βαρκελώνη. Μου σπάει τα νεύρα. Σιχαίνομαι το Πριμαβέρα της, σιχαίνομαι την ταγαροσύνη της, σιχαίνομαι την Μπαρτσελόνα της και τον φασισμό του «δεν μπορεί να μην σου αρέσει η Μπαρτσελόνα». Και μπάι δε γουέη μια χαρά δεν μου αρέσει. Τίκι τάκα τίκι τάκα και το λουρί της μάνας. Σας παρακαλώ. 

Την σιχαίνομαι λοιπόν την πόλη. Γιατί μεταξύ μας, τι είναι η Βαρκελώνη πέρα από μια απείρως πιο μεγάλη, αρχιτεκτονικά αρτιότερη και κομματάκι δα πιο οργανωμένη Ανάφη; Ναι, αυτό είναι. Και αν έχει ήδη τσαντιστεί και λες «μα τι λέει ο χαλβάς», είναι επειδή έχεις εκνευριστεί που σε τρώει το λουρί από το ταγάρι σου στον λαιμό. Ας πρόσεχες. Πάρε τα στικ σου και πήγαινε πιο ‘κει τώρα μυρίζεις χιπίλα. 

Είναι η Ανάφη on steroids. Και όπως όλα τα πράματα που σου αρέζουν επειδή αρέζουν στους άλλοι, οι περισσότεροι επισκέπτες της πόλης πάνε κατά ‘κει, μένουν, ξαναγυρνάνε, χωρίς όμως να μπορούν να σου πουν γιατί ακριβώς τους αρέσει. Γιατί σου αρέσει παιδί μου η Βαρκελώνη; Ε ναι μωρέ ξέρεις που είναι αυτό το Γκαλντί, Γκιουλντί, Γκελντί, Γκαβδί πως το λένε, που είναι που πάνε και ξέρω ‘γω είναι όλα ξέρεις κάπως που είναι όλοι μαζί που κάθονται και ήλιος που είναι και εκεί στην παραλία και που μπύρες ξέρω ‘γω και φάση λίγο πιο ήρεμη αλλά όχι μόνο αν θέλεις και τελικά γυρίζεις και λες να ήταν κι άλλο και γιατί δεν ήρθες; 

Γιατί ο μόνος τρόπος να έρθω σε αυτήν την πόλη θα είναι να έρθω ως σουισάηντ μπόμερ στο κατάπτυστο φεστιβάλ, που και αυτό με την σειρά του είναι η πλατεία Καρύτση on steroids. 
Τι είδες; 
Τον Γιάννη, τον Κώστα, την Μαρία, την Σούζι, τον Τζίμι, τον Ποκοπίκο, τον Γκαούρ, ξέρεις μωρέ, όλους. 
Όχι εννοώ από μπάντες. 
Α. Δεν θυμάμαι. Είδα όμως Γκοτζασούφι.
Πλύθηκε;
Δεν νομίζω.
Μην χαλάσει το γούρι.
Μάλλον.

Οπότε κανονίζεις ένα ολάκερο ταξίδι, αλλάζεις χώρα και πας σε ένα πράμα που ουσιαστικά είναι μια μεγάλη συνάντηση σερλ τζερκάδων, όπου ο ελληνικός λαός αλληλοσυγχαίρεται επειδής κατάφερε να φύγει από την Ελλάδα για λίγες μέρες και να πάει σε ένα άλλο μέρος που του θυμίζει μια κάπως σαν Ελλάδα, όπου όλοι χαίρονται επειδή χαιρετιούνται όλοι με όλους που χαίρονται επειδή χαιρετιούνται που χαίρονται που χαιρετιούνται που δεν είναι στην Ελλάδα. Αλλά χαιρετιούνται με τους ίδιους. Που χαίρονται. Και στην Ελλάδα. Fucking genius.

Την μια και μοναδική φορά που έχω πάει (ποτέ ξανά), κανονίζω με γνώστη της πόλης να πάμε σε ένα μπαρ-καφετέριο ασούμε και λέω «να, τώρα μάλιστα, παρέα με τον γνωστικό θα πάω κάπου καλά». Και με πάνε σε ένα πλακόστρωτο με κάτι ομπρελίνια, ντάλα ήλιος, όξω όλοι σαν τα χταπόδια στην σχάρα, που κάθε δεύτερη λέξη είναι ελληνικά και σε κόβουν πάνω κάτω, επειδής όλοι θέλουν να δουν αν τους ξέρεις που σε ξέρουν, γιατί αλλιώς πρέπει να ρωτήσουν αν τελικά σε ξέρουν ή τους ξέρεις που σε ξέρουν. Εδώ μου λέει είναι, ανάθεμα το κέρατο του Σατανά που σε γέννησε σκέφτομαι, «σερβέθα» λέω στην τύπα, τι άλλα ισπανικά ξέρεις μου λέει «ντόντε εστά λα μπιμπλιοτέκα» της λέω, με κοιτάει με ύφος καλό μαλάκα βρήκαμε και είχε και δίκιο και εμένα να μου κάνει η όλη ιστορία Εξάρχεια με καλύτερη διαρρύθμιση. 

Πείτε με αμόρφωτο δεν έχω θέμα δεν θα είστε οι πρώτοι. Τουλάχιστον δεν θα είμαι ένα ακόμα μέλος της λεγεώνας των τιτάνιων ντούσμπαγκζ, που θα κάμουν απόβαση στο Πριμαβέριο ωσάν διασκευές απάνου στην απόβαση στην Νορμανδία. Το άτυχο της διασκευής είναι ότι στην Νορμανδία κατεβήκανε ξέρω ‘γω σαράντα από τα πλοιάρια και γυρίσανε δεκαπέντε. Στην Βαρκελώνη θα πάνε εκατό ασούμε και θα γυρίσουνε εκατό. Απλά κάποιοι παίζει να γυρίσουν με σπυριά στα γεννητικά τους όργανα.

The downside of hanging out en masse with the trendily unwashed.

Ya bunch of hippie scum.

A ναι και τάπας; ΤΑΠΑΣ; Γιουβετσάκια και γάστρες. Ο επόμενος.

 

Μάκης Παπασημακόπουλος