«Σιωπή / κι ακόμα πιο βαθιά σιωπή / όταν τα τριζόνια / διστάζουν.» Ακόμη και αυτό το καλοκαιρινό χαϊκού του Λέοναρντ Κοέν δεν ξεφεύγει από την γραμμή της άρνησης, της στέρησης και της απέλπιδης χειρονομίας. Από τον τόνο δηλαδή που φέρουν όλα τα ποιήματα και τα τραγούδια του σημαντικού Καναδού ποιητή, συνθέτη και τραγουδιστή, όπως αποκαλύπτονται -σε όλη τους την έκταση- στο νέο βιβλίο του που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ιανός. Πρόκειται για το Η μουσική του ξένου, Επιλογή από ποιήματα και τραγούδια, σε μεταγραφή της Λίνας Νικολακοπούλου και σε συνεργασία με τη Δάφνη Αλεξανδρή. Αυτή η οριστική έκδοση (κυκλοφορεί περίπου τέσσερις μήνες μετά Το Βιβλίο του Πόθου των εκδόσεων Ιανός) περιλαμβάνει τις εξής ενότητες: Ας συγκρίνουμε τις μυθολογίες, Το κουτί με τα μπαχάρια της Γης, Λουλούδια για τον Χίτλερ, Τα παράσιτα του Παραδείσου, Τραγούδια του Λέοναρντ Κοέν, Επιλεγμένα Ποιήματα 1956-1968, Όμορφα χαμένοι, Τραγούδια από ένα δωμάτιο, Τραγούδια αγάπης και μίσους, Η ενέργεια των σκλάβων, Καινούργιο δέρμα για την παλιά τελετή, Ο θάνατος του εραστή κυριών, Ο θάνατος ενός γυναικά, Πρόσφατα τραγούδια, Το βιβλίο του ελέους, Διάφορες στάσεις, Είμαι ο άνθρωπός σου, Το μέλλον, Σκόρπια ποιήματα.

Διαβάζοντας το πυκνό βιβλίο των 424 σελίδων, ο αναγνώστης προφανώς δεν σκοντάφτει σε εκπλήξεις. Η ποίηση και τα τραγούδια του Κοέν είναι από τους πλέον αναγνωρίσιμους κώδικες της σύγχρονης πολιτισμικής τέρψης - όπως καθορίζεται από τις εμμονές για τον έρωτα, τα υπαρξιακά αδιέξοδα, την καταγγελία της πολιτικής τάξης πραγμάτων που πρεσβεύει το άδικο και λοιδορεί την ισότητα. Πέρα από την αδρή μυθολογία του «Υδραίου», του φίλου της Ελλάδας Κοέν, ο ποιητής και συνθέτης κατορθώνει να απευθύνεται ευθύβολα στο θυμικό και -γιατί όχι- στο γούστο του ελληνικού κοινού, που σίγουρα θα διαβάσει με τρομερή ικανοποίηση το βιβλίο Η Μουσική του Ξένου.

Η αρπαγή του αναγνώστη ξεκινά από το πρώτο ποίημα του βιβλίου, όπου αναγνωρίζουμε τον ανασφαλή εραστή: «Έχω ακούσει για έναν άντρα που λέει τις λέξεις τόσο όμορφα που προφέροντας και μόνο τ' όνομά τους του δίνονται οι γυναίκες. Αν μένω άλαλος δίπλα στο σώμα σου την ώρα που η σιωπή ανθίζει όπως οι όγκοι πάνω στα χείλη μας είναι γιατί ακούω έναν άντρα ν' ανεβαίνει τα σκαλιά και να κάνει πώς βήχει έξω από την πόρτα μας.» Ο Κοέν βάζει ενέχυρο την υπερηφάνεια του για μια γυναίκα, ναρκώνει την αίσθηση της ταπείνωσης, αρκεί να νιώσει πως η γυναίκα αυτή κοιμάται στο πλευρό του - πάντα βέβαια με τον υπόκωφο ήχο ενός αντρικού βήχα έξω από την πόρτα. Ακόμη και η οργή, του όταν τον απατά αυτή η γυναίκα, έχει μια φιλική απεύθυνση, όπως στο Τραγούδι του κερατά: « Ξέρω από πάθος και τιμή, μα δυστυχώς τούτο εδώ δεν είχε καμία σχέση μ' αυτά τα δύο: Ω ναι, υπήρχε σίγουρα πάθος, ακόμα και λίγη τιμή, το θέμα όμως ήταν να κερατωθεί ο Λέοναρντ Κοέν».

Ο λυρισμός του έχει υμνηθεί από όλους - ανεξαρτήτως του θέματος που επιλέγει. Διαβάζοντας ή ακούγοντάς τον, τα λόγια του μοιάζουν με προσευχές, ακολουθούν το ρυθμό και την αρχιτεκτονική των ιουδαϊκών ψαλμών και κειμένων. «Είναι ο σημαντικότερος τραγουδιστής των τραγουδιών της Σιών, στα μολυσμένα νερά της μεταχριστιανικής Βαβυλώνας» έγραφε ο Paul Monk τον Ιούνιο του 2001. Είναι και αυτή μια διάσταση της ταραγμένης ψυχής του, που έψαξε παντού καταφύγια -έγινε ακόμη και μοναχός του Ζεν- για να σκαλώσει στα μονοπάτια της κατάθλιψης. Ακόμη και τότε όμως, ακόμη και έτσι, η πολιτική δεν έχασε ποτέ την αιχμηρή της επίδραση επάνω του. «Γίνεται ένας πόλεμος ανάμεσα στην Αριστερά και στη Δεξιά, ένας πόλεμος ανάμεσα στο μαύρο και στο λευκό, ένας πόλεμος ανάμεσα στα μονά και στα ζυγά. Γιατί δεν ξαναγυρίζεις στον πόλεμο; Σήκωσε το μικρό σου φορτίο. Γιατί δεν ξαναγυρίζεις στον πόλεμο; Τώρα μόλις αρχίζει. Γιατί δεν ξαναγυρίζεις στον πόλεμο; Ας πατσίσουμε όλοι». Δεν έχει πόζα ποιητική. Θα έλεγε κανείς ότι η φόρμα των ποιημάτων/τραγουδιών του είναι οκνηρή, και όμως οι στίχοι του είναι έμβολα που δουλεύουν πυρετικά. «Οι φονιάδες που κυβερνούν τις άλλες χώρες προσπαθούν να μας κάνουν να ρίξουμε τους φονιάδες που κυβερνούν τη δικιά μας. Εγώ προτιμώ το κουμάντο των ντόπιων φονιάδων. Είμαι πεπεισμένος ότι ο ξένος φονιάς θα σκοτώσει πιο πολλούς από μας απ' ό,τι ο παλιός γνωστός μας φονιάς».

Η οργή τελικά εμφανίζεται πίσω από τις φυλλωσιές του έρωτα, της απόρριψης, της αδιέξοδης πολιτικής, στην ενότητα Ο θάνατος ενός γυναικά. Εκεί γίνεται επιθετικός, απορρίπτει και καταδικάζει σε θάνατο όσους τον πληγώνουν: «Τώρα θα φάω: Σου έχω κηρύξει τον πόλεμο στους αιώνες των αιώνων. Μεταμφιεσμένος σε καπέλο θα σου ξεριζώσω τα φρύδια. Θα μείνω εδώ στη λιακάδα για πολύ καιρό. Να, η ευωδιά ξανάρχεται. Δεν φτάνει όμως σε σένα, δεν σε κάνει να κλείνεις τα μάτια στην καταιγίδα. Οι σάλπιγγες ηχούνε μέσα μου κι ο βασιλιάς επέστρεψε. Κρίνομαι ξανά με έλεος.» Προς το τέλος αυτής της ενότητας ο τόνος του πάλι γλυκαίνει, καθώς το ξέσπασμα απέδωσε και επιστρέφει στη δική του μετάφραση της χαράς. «Ήμουν ξαπλωμένος πλάι στο γιο μου που κοιμόταν. Δεν ήταν παιδί τώρα. Ένα όνειρο ακτινοβολούσε από τα χείλη του. Ήταν ασυνήθιστα καλή παρέα.»

Αν και είναι φολκλόρ να αναζητούμε την επίδραση της Ελλάδας μέσα σε αυτά τα ποιήματα, η αλήθεια είναι πως δεν λείπουν οι αναφορές: η Ύδρα, ο δρόμος προς τη Λάρισα, ένα ελληνικό στρώμα, οι περίφημες Days of Kindness που έζησε εδώ... «οι μέρες της καλοσύνης υψώνονται στη ραχοκοκκαλιά μου και φανερώνονται».