Ποιος περίμενε πως το γκοθ κορίτσι με τα τατουάζ, τα φιαλίδια αίματος, τον πανσεξουαλισμό και τη συμπεριφορά μοιραίας στα πρόσφατα νιάτα της, θα θριάμβευε με ταινία της Disney; Η Αντζελίνα Τζολί, που δεν έχει πατήσει ακόμη τα 40, γίνεται η απόλυτη νικήτρια των εισιτηρίων ανά τον κόσμο μέσα στο σαββατοκύριακο που μας πέρασε με το Maleficent (περίπου 45 χιλιάδες εισιτήρια στην Ελλάδα και πάνω από 100 εκατομμύρια δολάρια στον υπόλοιπο κόσμο), καθώς συνεργάζεται με μια εταιρεία, που αν της έλεγες πριν από 10 χρόνια πως θα υπέγραφε κάτι δικό της, θα κάγχαζε και θα γούρλωνε τις ματάρες της. Η Τζολί είχε να παίξει στο σινεμά από τον ανεκδιήγητο Τουρίστα, με τον Τζόνι Ντεπ, ο οποίος επίσης χρωστά την ανάσταση του στους Πειρατές της Καραϊβικής της Disney επίσης. Τζολί και Ντεπ έκαναν ένα remix στους χαρακτήρες τους, και παράλληλα φρεσκάρισαν την εικόνα ενός brand, το οποίο, μια με την οικειοποίηση της Pixar, και μια με την αποδοχή και έγκριση ξεσκονισμένων ιδεών που σχετίζονται με προϊόντα της δεν πεθαίνει ποτέ.

 

Το θέμα μου δεν είναι η Disney εδώ, αλλά η δύναμη του προφίλ. Η Αντζελίνα Τζολί έχει σκοντάψει σε πολλά σαμαράκια που η ίδια δεν προσπάθησε ποτέ να αποφύγει. Ξεκίνησε ως αριστοκράτισσα του Χόλιγουντ, με μπαμπά Οσκαρούχο και μάνα καλλονή. Αλητάκι έφηβη, αλλά φιλόδοξη. Μετά ήρθε ο εναγκαλισμός με την κακή δημοσιότητα, τις πολλές δηλώσεις, τις δημόσιες σχέσεις, τις ερωτικές εννοώ, μπροστά στις κάμερες και το κοινό, με τους γάμους που τους πήρε το κύμα και λόγια που τα σκόρπισε ο άνεμος, τις κόντρες με τον μπαμπά. Ένα Όσκαρ, χωρίς αγάπη, αλλά με εκτίμηση για έναν ρόλο, στο Κορίτσι που Άφησα Πίσω, που μπορεί και να της ταίριαζε. Το κορίτσι, το άφησε πίσω της, όταν, υποτίθεται, πως έκλεψε τον άνδρα μια άλλης.

 

Η μονομαχία της θηλυκής δημοφιλίας έγειρε εμφατικά προς το μέρος της Τζένιφερ Άνιστον, γιατί η τελευταία είναι το φιλαράκι της διπλανής πόρτας, το συμπαθέστατο γλυκό κορίτσι, που δεν είναι τόσο όμορφο, αλλά δείχνει νοικοκυρεμένο και χειροπιαστό. Αλλά, όταν υπάρχει ο έρωτας, όπως δείχνουν τα πράγματα, το κοινό που παρακολουθεί από κοντά τη διάσημη ομορφιά, το ξανασκέφτεται και περιμένει. Και συνεχίζει να παρακολουθεί, ώσπου να αποφασίσει.

 

 

 

 

Όταν προέκυψαν τα παιδιά, και παρά την υπερβολική έκθεση, με τις γέννες σε μέρη εξωτικά (Αφρική) κι ονειρεμένα (Νότια Γαλλία), η ζυγαριά αλλάζει πλευρό. Οι ταινίες, εν τω μεταξύ, δεν σχετίζονται απόλυτα με την απόφαση των θεατών στο δράμα της υπέροχης ζωής, της Αντζελίνα Τζολί εν προκειμένω. Καλό είναι να έχουμε και καμιά ταινία της προκοπής να συζητάμε, αλλά δεν είναι κι εντελώς απαραίτητο. Η υποψηφιότητα για Όσκαρ με την Ανταλλαγή δεν επηρέασε. Το προφίλ χαλυβδώνεται. Ώσπου γιγαντώθηκε με τα πολλά, τα πάρα πολλά παιδιά, ειδικά τα ξανθούλια, για να μην λέμε και ψέματα, καθώς αυτά μοσχοπουλήθηκαν σωστά και υπολογισμένα σε δημοπρασίες εξωφύλλων. Τα λόγια πλέον μετρημένα, και η σχέση, μία και καλή.

 

Με τον Πιτ αντιμετωπίζουν με γενναιότητα, δημοσίως φυσικά, την ασθένεια της. Η μαστεκτομή την κάνει (επιτέλους) ευάλωτη. Έχουν προηγηθεί και οι φιλανθρωπίες, οι αγαθοεργίες, η ευαισθησία για τους φτωχούς και τους καταφρονεμένους. Γίνεται τελείως συμπαθής. Ετοιμάζεται γοργά για το επόμενο Όσκαρ της, κατά προτίμηση γι' αυτό της σκηνοθεσίας. Η Τζολί έχει συγκινήσει τον κόσμο. Ως και την αυστηρή Disney. Γι' αυτό και μετά χαράς, και όχι με τις τρομερές επιφυλάξεις που είχε απέναντι στον Ντεπ όταν τους είχε προτείνει τη δική του αιρετική εκδοχή ενός παράξενου Τζακ Σπάροου, δέχθηκε να συνεργαστεί με την ομάδα της επιλογής της και με τον παραγωγό Τζο Ροθ για την μετασκευή της Ωραίας Κοιμωμένης.

 

 

 

Αν και κακιά, η Maleficent είναι και ηρωίδα. Όπως και η Τζολί, έχει διττή φύση. Όπως λέει και στην συγκεκριμένη ταινία, κάθε πανούργος χαρακτήρας έχει τους λόγους του που καταφεύγει στην κακία. Γνωρίζει πως αν έπαιζε την καλή νεράϊδα, θα ήταν βαρετή, Αν έπαιζε μόνο την κακή, θα γινόταν απεχθής. Ακόμη και ο Χάνιμπαλ Λέκτερ πέρασε άθλια παιδικά χρόνια κάπου στη Σοβιετική Ένωση, δεν θα είχει απαλλακτικό βούλευμα η μάγισσα-Maleficent; Και παρά την κατάρα που ρίχνει στη μικρή πριγκίπισσα, δεν αργεί να τουμπάρει και να γοητευθεί από ένα παιδί που μεγαλώνει και από την αθωότητα που εκείνο φέρει. Και από τις απόπειρες να μεταγγιστεί glamour και διάσταση στις κακιές των παραμυθιών, με πρόσφατα παραδείγματα την Τζούλια Ρόμπερτς και την Σαρλίζ Θερόν στις ταυτόχρονες διασκευές της Χιονάτης, η Τζολί δεν πάει απλώς να κλέψει την παράσταση από την κρινένια ηρωίδα, αλλά να στήσει πάνω και γύρω από αυτήν ολόκληρο το φιλμ, και καταφέρνει να είναι και τα δύο, με την χλωμή μικρούλα απλώς κομπάρσο στη θυελλώδη μεταστροφή της.

 

Με τον τρόπο της, μας ταξιδεύει στις παλιές, τις σταρ των στούντιο. Μόνο που εκείνες μεγαλώνοντας, δεν είχαν τόσο ογκώδεις ευκαιρίες για να αποκατασταθούν. Η Μπετ Ντέϊβις, που έλεγαν πως γίνεται καλύτερη όταν παίζει την χειρότερη, και είχαν δίκιο, πρωταγωνίστησε στο Τι Απέγινε η Μπέϊμπι Τζέϊν και το Hush, Hush Sweet Charlotte, θρίλερ με στοιχεία φρίκης και καλλιτεχνικά άλλοθι, που απέχουν παρασάγγας από την εμβέλεια της Disney και προορίζονταν σε περιορισμένο κύκλωμα. Η Ντέϊβις, όπως και η Τζόαν Κρόφορντ, ή η Ολίβια ντε Χάβιλαντ, δεν είχαν τη δυνατότητα, στον καιρό τους, να απορροφηθούν σε ένα οικογενειακότερο θέαμα. Δεν γνωρίζω αν θα το ήθελαν, αλλά και να το ήθελαν, δε γινόταν.

 

Το παράδοξο είναι πως τα αυθεντικά παιδιά της Disney, οι ανήλικοι πρωταγωνιστές του Mickey Mouse Club, κάνουν τα πάντα για να διασκεδάσουν τις κατάλληλες εντυπώσεις που καλλιέργησαν σχεδόν ερήμην τους, με το να απομακρυνθούν τρέχοντας από την πρότερη εικόνα και το επαγγελματικό αδιέξοδο που προκύπτει. Ο Ράϊαν Γκόσλινγκ, η Μπρίτνεϊ Σπίαρς και ο Τζάστιν Τίμπερλεϊκ φαίνεται σα να έχουν ζήσει 7 ζωές από τότε που πόζαραν ως Mouseketeers. Η Μάϊλι Σάϊρους, η Χάνα Μοντάνα, βγάζει γλώσσα σα να θέλει να ξορκίσει το παρελθόν, πλημελλέστατα ενδεδυμένη. Ως και η Λίντσεϊ Λόγκαν, που έγινε γνωστή στον δίδυμο ρόλο της στο Parent Trap, ακολουθεί τα βήματα της νέας Τζολί στον κύβο, και εντελώς εκτροχιασμένη. Κανείς δεν γνωρίζει αν, ολοκληρώνοντας το τόξο της άσωτης μέσης ηλικίας τους, ξαναγυρίσουν στην θαλπωρή, και σιγουριά, της μητέρας Disney. Αυτή τη στιγμή, η ασυμφωνία χαρακτήρων φαντάζει αγεφύρωτη και το διαζύγιο μοιάζει οριστικό. Η μοναδική που είχε γλυτώσει μαγικά, από τον πραγματικό θάνατο και τον σημαντικό θάνατο στα μάτια του κοινού της, ήταν η Ελίζαμπεθ Τέϊλορ, η οποία ξεκίνησε ως αγαπητότατο κορίτσι, εξελίχθηκε σε ντίβα και μοιχαλίδα, καθοδηγούμενη από το πάθος και τα διαμάντια, αλλά επανήλθε σε ένα άτυπο απυρόβλητο, ως μοναδική προσωπικότητα.

 

 

 

 

Είναι θέμα χρόνου το προφίλ, αλλά και προϊόν του αστάθμητου γούστου του άστατου και απρόβλεπτου κοινού. Και αφορά σχεδόν αποκλειστικά τους ηθοποιούς, τα πλέον προβεβλημένα μέλη της αλυσίδας της κινηματογραφικής παραγωγής. Μια εβδομάδα πριν την έξοδο του Maleficent στις αίθουσες, βγήκε και το τελευταίο επεισόδιο των X-Men, σε σκηνοθεσία του αρχικού οραματιστή της σειράς των μεταλλαγμένων ηρώων, του Μπράϊαν Σίνγκερ. Ο Σίνγκερ κατηγορήθηκε ότι εξανάγκασε σε σεξ έναν ανήλικο, ο οποίος, καθόλου τυχαία, επέλεξε να δημοσιοποιήσει την υπόθεση πριν από την κυκλοφορία της ταινίας. Είμαι σίγουρος πως πολλοί θορυβήθηκαν, φοβούμενοι πως θα πλήξει μια παραγωγή πολλών εκατομμυρίων, στην κρίσιμη περίοδο της προώθησης της. Ο Σίνγκερ απέφυγε κάθε δήλωση και δημόσια εμφάνιση, και το στούντιο πίσω από την ταινία, η Fox, πήρε διακριτική απόσταση. Το αποτέλεσμα ήταν πως το κοινό, είτε διαχώρισε πλήρως το προσωπικό από το καλλιτεχνικό, είτε δε νοιάστηκε ποτέ για τον Μπράϊαν Σίνγκερ και την αλήθεια πίσω από την κατηγορία, απλώς επειδή ούτε γνωρίζει ποιός είναι, είτε δεν ενδιαφέρεται και να τον μάθει. Αν ήταν ηθοποιός, και δη πρωταγωνιστής, μπορεί να είχε αντίκτυπο αρνητικό, ως και καταστροφικό, σε μια εποχή όπου δεν υπάρχουν συστήματα απόκρυψης των γεγονότων και προστασίας των πελατών, όπως έκαναν παλιά τα στούντιο, τα οποία και έθαβαν σκάνδαλα, από βιασμό και ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, όπως στην περίπτωση της Λορέτα Γιάνγκ, ως φόνο. Μερικά, όπως του Φατι Άρμπακλ, δεν μπόρεσαν ποτέ να τα μαζέψουν. Και στην πολύχρονη περίπτωση του Τσάρλι Τσάπλιν, και να ήθελαν, από που να το πρωτοέσωζαν; Από τις πιτσιρίκες, την υποψία φόνου πάνω στο πλοίο του Χερστ, ή την ψευδή κομμουνιστοφιλία; Κι επειδή ο Τσάπλιν ήταν κύριος του εαυτού του, τα μάζεψε κι έφυγε για Ευρώπη, και μόνο αφού είχε αποσυρθεί, γεράσει, αλλά, προσοχή, και δημιουργήσει μια μεγάλη, και ήσυχη οικογένεια, έγινε δεκτός με τιμές και τύψεις, από την επόμενη γενιά, και μέρος της μετανοημένης προηγούμενης. Θρύλος, αλλά και οικογενειάρχης, όχι αλητάκος που δεν πήρε ποτέ την αμερικανική υπηκοότητα...

 

Τώρα, σημασία έχει το σιγοβρασμένο, καλά μαριναρισμένο προφίλ. Χτίζεται με κόπο και δεν εγγυάται κανείς για την αποτελεσματικότητα του. Προσωπικά και μεθοδικά, όχι από στούντιο, και σίγουρα όχι με τις πονηριές ενός ατζέντη, τον οποίο δεν εμπιστεύεται απόλυτα ούτε το σύστημα που τον υποθάλπει αναγκαστικά. Αν, πάντως, η Αντζελίνα τα κατάφερε, και ο Τζόνι Ντεπ τα κατάφερε, και πλέον τους αγαπάνε τα παιδάκια όλου του κόσμου, εκτός από τα δικά τους παιδιά, τότε υπάρχει ελπίδα και για τον Μέριλιν Μάνσον...