Ο όρος "σουφραζέτα" προέρχεται από τη λέξη "suffragist" που δηλώνει τον υποστηρικτή του "suffrage", δηλαδή του δικαιώματος ψήφου. Οι σουφραζέτες διεκδικούσαν τη συμμετοχή στα κοινά και ίση μεταχείριση με τους άντρες.
O όρος επινοήθηκε από την εφημερίδα Daily Mail σαν υποτιμητικός χαρακτηρισμός για τα μέλη του κινήματος υπέρ του δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες, το οποίο δραστηριοποιήθηκε στα τέλη του 19ου (1897) και τις αρχές του 20ου αιώνα στο Ηνωμένο Βασίλειο.

 

Από την Βικιπαιδεία
Οι "σουφραζέτες" ήταν συνήθως γυναίκες από τη μεσαία τάξη, με επισφαλή κοινωνικοοικονομική κατάσταση, οι οποίες επιθυμούσαν να βελτιώσουν τις ζωές τους. Ο αγώνας για κοινωνική αλλαγή, σε συνδυασμό με το έργο υπέρμαχων των δικαιωμάτων των γυναικών προετοίμασαν την εμφάνιση ενός κινήματος, στο οποίο συσπειρώθηκαν μαζικά γυναίκες που διεκδικούσαν το δικαίωμα ψήφου.

 

 

 

 


Όσοι τάσσονταν κατά του κινήματος υποστήριζαν πως δεν έπρεπε να δοθεί δικαίωμα ψήφου στις σουφραζέτες, επειδή ήταν υπερβολικά συναισθηματικές και ανίκανες για ορθολογική σκέψη, σε αντίθεση με τους άντρες.


Το 1912 ήταν μια κομβική χρονιά για τις σουφραζέτες στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς υιοθέτησαν πιο επιθετικές τακτικές. Μεταξύ άλλων, αλυσοδένονταν σε κιγκλιδώματα, έβαζαν φωτιά σε γραμματοκιβώτια, έσπαγαν παράθυρα και σε ορισμένες περιπτώσεις τοποθετούσαν εκρηκτικούς μηχανισμούς.

 

Μια σουφραζέτα, η Έμιλι Ντέιβισον πέθανε στην προσπάθειά της να πετάξει ένα πανό πάνω στο άλογο του βασιλιά στις Ιπποδρομίες του Έπσομ, στις 5 Ιουνίου 1913. Στις αρχές του εικοστού αιώνα ως και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, περίπου χίλιες σουφραζέτες ήταν φυλακισμένες στη Βρετανία.

 

 

 

 


Τελικά, μετά από δύο δεκαετίες αγώνων, τον Φεβρουάριο του 1918, πέρασε η Νομοθετική Πράξη της Εκπροσώπησης των Πολιτών, η οποία εκχωρούσε δικαίωμα ψήφου σε γυναίκες άνω των 30 που πληρούσαν τα ελάχιστα κριτήρια περιουσίας, ενώ δέκα χρόνια μετά η Νομοθετική Πράξη Εκπροσώπησης του 1928 επέκτεινε το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες άνω των 21, εξισώνοντας έτσι οριστικά το δικαίωμα ψήφου μεταξύ αντρών και γυναικών.

 

 

 

 

 

Όπως είναι φυσικό, κάθε κοινωνικός αγώνας που αντιτείνεται στον συντηρητισμό και τις παραδοσιακές τού αξίες στιγματίζεται και από την αντίστοιχη προπαγάνδα.

Οι βρετανίδες καθηγήτριες πανεπιστημίου, και ερευνήτριες της Γυναικείας Ιστορίας και της Ιστορίας του φύλου Catherine Η. Palczewski και June Purvis συνέλλεξαν μία απίθανη συλλογή από προπαγανδιστικά καρτ ποστάλ της εποχής (1900-1914), στις περισσότερες από τις οποίες η αλλαγή και η επιθυμία δικαιώματος ψήφου συγκρίνονταν με την παραμέληση της οικογένειας από μέρους των γυναικών, και γενικότερα με την ίδια την καταστροφή!