Η ΦΑΝΟΥΡΟΠΙΤΑ

 

 

Κάθε χρόνο στις 27 Αυγούστου γιορτάζει ο Άγιος Φανούριος. Αυτός, ο καλός άγιος, που άμα του αφιερώσεις εξαιρετικά μια φανουρόπιτα, σου φανερώνει ό,τι έχεις χάσει: το δαχτυλίδι, το τζιν που άνοιξε η γη και το κατάπιε, το κλεμμένο πορτοφόλι, τον συμμαθητή σου από το δημοτικό. Παρομοίως, σου φανερώνει και την τύχη σου, η οποία στην παράδοση μεταφράζεται στο καλό παλληκάρι που θα σε στεφανωθεί.

 

Οι προσωπικές μου έρευνες έχουν αφήσει ένα μεγάλο ερωτηματικό στο αν ο Άγιος αποκαλύπτει και τα αφηρημένα, όπως τη χαμένη ψυχική γαλήνη, τη χαμένη αγάπη, τον χαμένο καιρό. Εκείνη τη μέρα, ο άγιος φανερωτής συνήθως φανερώνει κι έναν παπά στο εκκλησάκι του χωριού, που στερείται τον δικό του και την πολυτέλεια της κυριακάτικης λειτουργίας. Από την προηγούμενη, όλες οι προκομένες του χωριού φτιάχνουμε καθεμιά τη δική της εκδοχή της φανουρόπιτας.

 

Τη στολίζουμε όσο μερακλίδικα επιτρέπουν τα ταπεινά τοπικά μέσα, με τριαντάφυλλα από τον κήπο, βασιλικά και αμύγδαλα, την εναποθέτουμε ταπεινά μπροστά στο εικόνισμα του αγίου, να λειτουργηθεί και να ευλογηθεί. Κι ύστερα, σαν καλές οικοδέσποινες, μοιράζουμε στο εκκλησίασμα πάνω σε χαρτοπετσέτες, ευχόμενες “και του χρόνου” το έργο της τέχνης μας. Πλάγια βλέματα, ποιά πίτα τέλειωσε πρώτη, ποιά έγινε ανάρπαστη, ποιά περιφρονήθηκε, από ποιά ζητήθηκε διπλό και τριπλό κομμάτι;

 

Ο ταπεινός οίκος του Θεού επιτρέπει σε μας τις θνητές φιλόδοξες μια μικρή παρεκτροπή για χάρη της ημέρας, το δικό μας δεκάλεπτο μιας προσωπικής, μαγειρικής ματαιοδοξίας. Το μπουκωμένο εκκλησίασμα αγνοεί το προσωπικό μας καρδιοχτύπι, οι φιναλίστ των καλλιστείων μεταμορφώνονται σε ψίχουλα, εμείς σκανάρουμε τη νίκη ή την ήττα μας μυστικά, σιωπηλά και υπόγεια, παρατηρώντας εκφράσεις, μετρώντας μπουκιές και επιδοκιμασίες. Της κυρίας Μαρίας  βγαίνει πάντα πρώτη. Αυτά τα επινίκεια, όμως, που ποτέ δεν εκδηλώνονται με λέξεις, τα παίρνει η καθεμιά στα βουβά. Κότινος, το άδειο ταψί. Και είναι ν’απορείς. Πώς μια πανομοιότυπη, κλασική συνταγή της παράδοσης-ο άγιος επιβάλλει οπωσδήποτε  9 συγκεκριμένα υλικά για να κάνει το θαύμα του-αλλάζει δραματικά γεύση, χρώμα και υφή στα χέρια της κάθε μαγείρισσας. 

 

Εμείς οι παλιές σε όλα μας, πάλι, μέσα από την κάθε πίτα ξέρουμε να σου φανερώσουμε τον χαρακτήρα της μαγείρισσας: η τσαπατσούλα δεν ξέρει να τη φουσκώνει μαστόρικα, η τσιγκούνα τη βγάζει αλάδωτη, η αδιάφορη ως προς το γκουρμέ τη βγάζει σαν ψωμί, μίζερη στα αρώματα και το καρύδι, η ακαλαίσθητη αδιαφορεί για το γαρνίρισμα, η δυστυχισμένη τη βγάζει επίπεδη και χωρίς εξάρσεις  η χορτασμένη-γενικώς-από ομορφιά και ευτυχία, παίρνει το πρώτο βραβείο.

 

 

Kαι η συνταγή της

Καλοφάγωτη και «να φανερωθεί η τύχη σας!»

 

Υλικά

Για 15 κομμάτια

 

2/3 φλ. ελαιόλαδο

1 φλ. ζάχαρη

½ φλ. χυμό πορτοκάλι

ξύσμα από 1 πορτοκάλι

1 κ.σ. κανέλα

1 κοφτή κ.σ. τριμμένο γαρύφαλο και μπαχάρι μαζί

1 φλ. ξανθές και μαύρες σταφίδες

1 φλ. καρυδόψυχα χοντροσπασμένη

1 φλ. αλεύρι που φουσκώνει μόνο του

1 κ.γ. γεμάτο, μαγειρική σόδα

άχνη ζάχαρη για το στόλισμα

 

Εκτέλεση

Mε το μίξερ χτυπάμε καλά το λάδι με τη ζάχαρη. Διαλύουμε τη σόδα στο χυμό και μαζί με το ξύσμα πορτοκαλιού τα προσθέστουμε στο μείγμα. Ανακατεύουμε το αλεύρι με την καρυδόψυχα, τις σταφίδες, το γαρύφαλο και την κανέλα και τα προσθέτουμε κι αυτά στο μείγμα. Λαδώνουμε και πασπαλίζουμε με αλεύρι ένα στρογγυλό ταψί και αδειάζουμε ομοιόμορφα το μείγμα. Ψήνουμε σε ζεστό φούρνο στους 170 βαθμούς για 40-45 λεπτά. Τσεκάρουμε με ένα μαχαίρι. Την τρυπάμε κι αν το μαχαίρι βγει στεγνό σημαίνει πως είναι έτοιμη. Αναποδογυρίζουμε την πίτα σε πιατέλα και μόλις κρυώσει την πασπαλίζουμε με άχνη ζάχαρη.

 

 

*Aπό το βιβλίο "Η Ελένη μαγειρεύει του καλού καιρού" (εκδ. Πατάκη)