Ο Ηλίας Πετρόπουλος στο Παρίσι. Βλ. eranistis.net.

 

 

Στο Βόλο, στη Σκάλα του Μιλάνου με τα αδέρφια Νίκο και Κάρολο Μιλάνου. Βλ. Καραβάκι- Ποτέ και Τίποτα και Autour d' ici - le blog d'Olivier Goetz.

 

 

Επίσκεψη στον Γιάννη Σκαρίμπα στη Χαλκίδα το 1971. Φωτ. Γιάννης Σακελλαρίδης.

"Ήταν άνοιξη. Το δρομάκι και το σπίτι του Σκαρίμπα
γεμάτα αυτοφυείς ανθισμένες κίτρινες μαργαρίτες.
Το σπίτι δίπατο. Ανέβηκα στο πάνω πάτωμα.
Μια μεγάλη ταράτσα και το μικρό διαμέρισμα
του Σκαρίμπα, με θέα προς την πόλη.
Η πόρτα ανοιχτή. Ο Σκαρίμπας, όπως πάντα,
καθότανε διπλοπόδι στο ντιβανάκι του, ανάμεσα
στο παράθυρο και στο τραπέζι.
Στάθηκα στο κατώφλι και του είπα ποιος είμαι.
Πετάχτηκε όρθιος. Ήταν κοντούλης και μικροκαμωμένος.
Μα όταν άρχισε να μιλάει. μεταμορφώθηκε σε θεό.
Του είπα ότι μου αρέσει ο μαχαλάς του και ρώτησα
πότε αγόρασε το σπίτι. Αμέσως ξέσπασε. 
Θα ήτο σκάνδαλον! - μου απάντησε - δεν έχω σπίτι, 
μένω με ενοίκιο. Και λίγο αργότερα, προσέθεσε: 
μισώ την ιδιοκτησία, τι με πέρασες Σεφέρη;"

Ηλίας Πετρόπουλος (Υπόκοσμος και Καραγκιόζης, Αθήνα, Νεφέλη, 1996, σ.σ 228 - 229). Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Τεκμωρίαση.

 

 

Δύο φίλοι στο Παρίσι το 1977, ο Ηλίας Πετρόπουλος και ο Αλέκος Φασσιανός. Τα σκίτσα είναι του Αλέκου Φασσιανού. Βλ. diskoryxeion.blogspot.com, ascsa.edu.gr, episkiasis.wordpress.com και palmyra-verlag.de.

 

 

Με τον συνθέτη Γιάννη Χρήστου το 1967. Φωτ. Γ. Σακελλαρίδη (από το αφιέρωμα στο περιοδικό Τομές - Φλεβάρης 1981). Βλ. diskoryxeion.blogspot.com.

 

 

"Είμαι με τον Διάβολο. Σε καμιά περίπτωση με τον Θεό. Ο Θεός είναι κυβέρνηση. Αν βρίσκω κάτι συμπαθητικό είναι ο Διάβολος, ποτέ ο Θεός".

Βλ. stixoipoihton.blogspot, Maria Sevastaki's Weblog, tholokoultourarevenge.blogspot.com και mandragorasmagazine.wordpress.com.

 

 

Θεσσαλονίκη - Η πυρκαγιά του 1917 (με κείμενο του Jacques Lacarriere). Βλ. bibliothiras.blogspot.com.

 

 

Τα ρεμπέτικα τραγούδια, το κλασικό βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου, με αφιέρωση στον Olivier Goetz. Βλ. Autour d' ici - le blog d'Olivier Goetz.

 

 

Βλ. bibliothiras.blogspot.com και Autour d' ici - le blog d'Olivier Goetz.

 

 

Το περιοδικό Πανδώρα με ένα άρθρο του Ηλία Πετρόπουλου για τη λέξη "γιούργια". Βλ. genesis.ee.auth.gr.

 

 

Βλ. genesis.ee.auth.gr.

 

 

Το ελληνικό περίπτερο. Βλ. Chapitre.com. Στην κάτω φωτογραφία, η (γεννημένη στην Θεσσαλονίκη) ηθοποιός Yvonne Sanson, πρωταγωνίστρια  δίπλα στον Δημήτρη Χορν στην ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα "Μια ζωή την έχουμε". Βλ. tovima.gr.

 

 

Βλ. bibliothiras.blogspot.com.

 

 

Βλ. bibliothiras.blogspot.com και blogopaignio.blogspot.com.

 

 

Βλ. blogopaignio.blogspot.com.

 

 

Βλ. blogopaignio.blogspot.com.

 

 

Βλ. blogopaignio.blogspot.com και pontosandaristera.wordpress.com.

 

 

Βλ. bibliothiras.blogspot.com και blogopaignio.blogspot.com και perizitito.gr.

 

 

Βλ. bibliothiras.blogspot.com και Καραβάκι- Ποτέ και Τίποτα.

 

 

Βλ. bibliothiras.blogspot.com. Στις μικρές φωτογραφίες ιερόδουλες στην περιοχή Ρεζί Βαρδάρ της Θεσσαλονίκης το 1917 (από το βιβλίο Εν Θεσσαλονίκη 1900-1960 των Ζαφείρη Χρ. και Παπατζήκα Αρ., εκδ. Εξάντας μέσω του Παιδαγωγικού Εργαστηρίου του ΑΠΘ). Βλ. Abravanel, the Blog (Εβραϊκή ζωή και όχι μόνο στην Ελλάδα).

 

Μασεμέχα ή οι ασκενάζι “παστρικιές".

(αναδημοσίευση άρθρου από το ιστολόγιο Abravanel, the Blog)

 

Την λέξη “μασεμέχα” την είχα ακουστά, κυρίως μέσω λαογραφικών εργασιών, μόνο ως ιστορική αναφορά αλλά στο φετεινό Σέντερ  είχα την ευκαιρία να την ακούσω ξανά από μια κυρία αναφερόμενη σε μια φίλη της, όχι εξαιρετικά πιστή στον οικογενειακό βωμό. Η συγκεκριμένη λέξη είναι μέρος της αργκό των σεφαραδιτών της Ελλάδας και πιστεύω οτι αξίζει τον κόπο να εξετάσουμε την ιστορία της ως μια περίπτωση κοινωνικού ρατσισμού, αλλά και ενδεικτική της διαχρονικής μοίρας των μεταναστών μιας και μου θυμίζει έντονα τηνιστορία της λέξης “παστρικιά”.

 

Η προέλευση της εντοπίζεται στα τέλη του 19ου αιώνα όταν τα συνεχιζόμενα πογκρομ στην Ανατολική Ευρώπη ώθησαν εκατομμύρια Εβραίους να μεταναστεύσουν στις ΗΠΑ, στην Δυτική Ευρώπη αλλά και αρκετές χιλιάδες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και κυρίως στην Θεσσαλονίκη και Παλαιστίνη που ήταν τα κέντρα του Εβραϊσμού της Ανατολής.

 

'Οπως έχουμε ξαναπεί, τα επαγγέλματα της θάλασσας ήταν αποκλειστικά εβραϊκά και το λιμάνι ακολουθούσε τα εβραϊκά ωράρια και έκλεινε το Σαμπάτ/Σάββατο. Οπότε όταν αυτές οι καραβιές εξαθλιωμένων εβραίων έφταναν στο λιμάνι, μπορεί να συναντούσαν ομόθρησκους τους αλλά αδυνατούσαν να συνομιλήσουν μαζί τους λόγω της γλώσσας – οι μεν ήξεραν γίντις/γερμανοεβραϊκά και οι δε λαντίνο/ισπανοεβραϊκά. Μόνη κοινή γλώσσα ήταν λίγα, όχι παραπάνω από μερικές λέξεις, αρχαία εβραϊκά που ήξεραν οπότε συνήθως ρωτούσαν: Μα σεμ σελάχ ;/Μα σεμέχα ;/? מה השם שלך ή κάτι παρόμοιο που σημαίνει “Ποιό είναι το όνομα σου ;” .

 

Γυρνώντας οι ψαράδες και οι χαμάληδες σπίτια τους πληροφορούσαν οτι άλλη μια καραβιά από μασεμέχας, παραφθορά αυτής της ερώτησης στα εβραϊκά, είχε φτάσει εκείνη την ημέρα. Ετσι αυτή η λέξη έφτασε να χαρακτηρίζει το σύνολο των Ασκεναζίτων τα τέλη του 19ου αιώνα, αν και παρέμενε στην σφαίρα της αργκό με ελαφρά υποτιμητική έκφανση, ενώ τα γίντις ονομάζονταν μασεμέσκο δηλαδή ακαταλαβίστικα.

 

Οι νέοι αυτοί πρόσφυγες όμως αντιμετώπισαν τα ίδια προβλήματα που αντιμετωπίζουν και οι έλληνες πρόσφυγες που θα έφταναν μισό αιώνα μετά: αδυναμία προσαρμογής, προβληματικές αρχές υποδοχής και κοινωνικό ρατσισμό. Οφείλουμε βέβαια να αναγνωρίσουμε οτι τότε η έννοια του κράτους πρόνοιας δεν υπήρχε και οι κοινοτικοί εβραϊκοί θεσμοί, αν και ανεπαρκείς, αποτελούσαν ότι πιο προηγμένο είχε να προσφέρει η Οθωμανική Αυτοκρατορία της εποχής. Προβλέποντας αυτά τα προβλήματα η Εβραϊκή Κοινότητα φροντίζει στην αρχή να μοιράσει τόσο είδη πρώτης ανάγκης αλλά κυρίως να φροντίσει την εγκατάσταση τους σε διάφορα μέρη της πόλης ώστε να προσαρμοστούν ευκολότερα αποφεύγοντας την γκετοποίηση και μαθαίνοντας την γλώσσα της πόλης. Δυστυχώς όμως η πυρκαγιά του 1890 έπαιξε σημαντικό ρόλο στην διακοπή αυτών των προσπαθειών μιας και πλεον ολόκληρη η πόλη χρειάζονταν άμεση βοήθεια.

 

Με την πάροδο των ετών ενώ οι ασκενάζι πρόσφυγες κατάφεραν να ενταχθούν στην κοινωνία της πόλης, η λέξη “μασεμέχα” διατηρήθηκε αν και στο τέλος εκφυλίστηκε ώστε στην Θεσσαλονίκη των επόμενων δεκαετιών του 20ου αίωνα να σημαίνει τον φτωχό και ταλαιπωρημένο άνθρωπο. Αυτή είναι και η ερμηνεία που δίνει ο Ι.Νεχαμά στο Ισπανοεβραϊκό-Γαλλικό σαλονικιώτικο λεξικό του αλλά μια μικρή προσωπική έρευνα μιλάει για μια επιπλέον ερμηνεία που ο Νεχαμά, ίσως από σεμνοτυφία, αποφεύγει να αναφέρει.

Αναμενόμενα μέρος των γυναικών προσφύγων αναγκάζονταν να καταφύγει στην πορνεία για να επιβιώσει, (το οτι η Θεσσαλονίκη ήταν εβραϊκή πόλη σημαίνει οτι και οι εκδιδόμενες γυναίκες αλλά και τα δίκτυα διακίνησης τους ήταν εβραϊκά) και από την στιγμή που η πλεον οικονομική πηγή νέων γυναικών ήταν οι μάζες της ανατολικής Ευρώπης η ασκενάζι προέλευση ταυτίσθηκε με την πορνεία. Η προκατάληψη ήταν τέτοια που όταν ένας από τους “πατριάρχες” του σύγχρονου Ισραήλ Νταβίντ Μπεν Γκουριόν επισκέφθηκε την Θεσσαλονίκη το 1911 για να πάρει το πτυχίο Νομικής αλλά και να καταλάβει το πώς μια σύγχρονη εβραϊκή πόλη μπορεί να συγκροτηθεί, αντιμετώπισε προβλήματα όχι μόνο ως σιωνιστής ή ως αρνούμενος να μάθει ισπανικά, αλλά και ως ασκενάζι και άρα ύποπτος για εμπόριο λευκής σαρκός.

Ετσι ο όρος “μασεμέχα” διατηρήθηκε όχι μόνο ως ενδεικτικό ανθρώπου φτωχού και ταλαιπωρημένου αλλά κατέληξε σε κάποια στιγμή να σημαίνει την εκδιδόμενη γυναίκα σεφαραδίτισσα ή ασκεναζίτισσα. Η υπόθεση μου είναι οτι η ταύτιση μασεμέχα και ιερόδουλων οφείλεται στην ασκενάζι καταγωγή λόγω των συνθηκών που περιέγραψα και όχι στον χαρακτηρισμό τους ως ταλαίπωρες γυναίκες, αλλά μπορεί και να ξεκίνησε με την πρώτη ερμηνεία και να κατέληξε στην δεύτερη καθώς εξελίσσονταν ο ίδιος ο όρος. Δυστυχώς αυτή η ερμηνεία βασίζεται στις σύγχρονες μαρτυρίες 2 μόνο ισπανόφωνων γυναικών της εποχής και δεν έχω την δυνατότητα επιβεβαίωσης στις εβραϊκές σατιρικές εφημερίδες της Παρασκευής που πιθανότατα να ανέφεραν τον όρο. Πάντως από ότι φαίνεται συνεχίζει να είναι ένας ζωντανός όρος που εξελίσσεται και έχει καταλήξει να χαρακτηρίζει, τουλάχιστον για την φίλη μου, τις άπιστες γυναίκες στην Ελλάδα του 21ου δείχνοντας οτι το παρελθόν μας ίσως να μην είναι τόσο χαμένο όσο φοβόμασταν."

 

Σημείωση : έχει γράψει και ο Ηλίας Πετρόπουλος (για όλα έχει γράψει !) ένα βιβλίο αφιερωμένο στους Εβραίους της Θεσσαλονίκης : Les Juifs de Salonique - In Memoriam (Παρίσι-1983).

 

 

Ο κουραδοκόφτης (2002). Το τελευταίο βιβλίο (μία συλλογή 28 άρθρων πάνω σε ποικίλα θέματα) του Ηλία Πετρόπουλου στις εκδόσεις Νεφέλη. Διατίθεται ολόκληρο προς ανάγνωση στο σάιτ scribd.com.

 

 

Μερικές εικονογραφημένες σελίδες από τον Κουραδοκόφτη. Βλ. scribd.com.

 

 

Βλ. scribd.com.

 

 

Βλ. eranistis2.wordpress.com και enet.gr.

 

 

Σχέδιο του Αλέκου Φασσιανού. Βλ. Autour d' ici - le blog d'Olivier Goetz.

 

 

Βλ. eranistis2.wordpress.com.

 

 

Συνέντευξη του Ηλία Πετρόπουλου στο σκοπιανό περιοδικό Επόχα (14 Μαρτίου 1992) και στο κανάλι ΜΤΒ. Βλ. ptheo.blogspot.gr (Εκατό χρόνια να δουλεύεις, εκατό χρόνια να μορφώνεσαι).

 

Η συνέντεηξη στη Liliana Kotevska για το περιοδικό Επόχα :

(αναδημοσίευση από το ιστολόγιο ptheo.blogspot.gr (Εκατό χρόνια να δουλεύεις, εκατό χρόνια να μορφώνεσαι).

- Ποιο είναι το μυστικό της αυτοεξορίας σας;

«Η ελευθερία. Η ελευθερία να γράφεις χωρίς φοβίες και η ελευθερία να δημοσιεύεις χωρίς νομικές συνέπειες. Ανέκαθεν ήθελα να φύγω από την Ελλάδα για να μπορέσω να ανασάνω. Τελικώς, ξεκίνησα να φύγω την εποχή της Χούντας, αλλά δεν μου έδοσαν διαβατήριο. Κατάφερα να φύγω το 75. Ποτέ δεν ξαναγύρισα στην χώρα μου».

- Το δοκίμιό σας για τη νοσταλγία και τη Θεσσαλονίκη ξεκινά με την εικόνα ελληνικής κατοχής της πόλης, το 1912. Ποιο είναι το περιεχόμενο των παιδικών σας αναμνήσεων;

«Η οικογένειά μας ανέβηκε "υποχρεωτικά" από την Αθήνα στην Θεσσαλονίκη, αφού ο πατέρας μου (ένας ασήμαντος δημόσιος υπάλληλος) πήρε μετάθεση για την βόρεια Ελλάδα. Αυτό έγινε στις αρχές της δεκαετίας του '30. Συνεπώς, εγκατασταθήκαμε τότε σε μια Θεσσαλονίκη που ήτανε, ακόμη, η μεγάλη πολυεθνική πόλη, όπου κυριαρχούσε το εβραϊκό στοιχείο. Οι εβραίοι, οι έλληνες, οι αρβανίτες (τους λέγαμε: αρναούτηδες), οι σέρβοι, οι αρμένηδες, οι σλαβομακεδόνες, οι βούργαροι, οι ρουμανόβλαχοι, οι λαζοί (άλλοι ήσανε ελληνόφωνοι κι άλλοι τουρκόφωνοι), οι καραμαλήδες (ορθόδοξοι τουρκόφωνοι από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας), οι ντονμέδες (εξισλαμισθέντες εβραίοι), οι φραγκολεβαντίνοι. Ολες αυτές οι εθνότητες ζούσαν σε αρμονία. Στην Θεσσαλονίκη δεν υπήρχαν γκέτο. Οι εθνότητες ήσανε οργανωμένες με διάφορους τρόπους: γειτονιά, επάγγελμα, ενορία (γύρο σε μιαν εκκλησία, ή χάβρα, ή τζαμί). Υπήρχε μια ιδιάζουσα κάθετη και οριζόντια κοινωνική διάταξη. Οι άνθρωποι γνωριζόντουσαν από τις εθνικές τους ενδυμασίες. Οι καβάσηδες ήσαν αρβανίτες, οι φουρνάρηδες ηπειρώτες, οι σέρβοι είχαν πολλά ζαχαροπλαστεία, οι αρμένηδες είχαν το μονοπώλιο του καφέ, οι πλανόδιοι γαλατάδες ήσαν βλάχοι... Βέβαια, θυμάμαι τα πρώτα μου παιδικά χρόνια στην Αθήνα, που στο σπίτι μας την θεωρούσαμε σαν αληθινή πατρίδα μας. Εκείνη την μακρινή εποχή οι παλιοελλαδίτες αντιμετώπιζαν σαν αποικία την Βόρεια Ελλάδα. Αλλωστε, τους κάτοικους της Βόρειας Ελλάδας τους αποκαλούσαν "βούργαρους". Η σχετική παράδοση συνεχίζεται, μέχρι σήμερα, στα γήπεδα του φουτ-μπολ: κάθε φορά που μια ομάδα της Θεσσαλονίκης κατεβαίνει στην Αθήνα οι αθηναίοι θεατές ουρλιάζουν "έξω οι βούργαροι" και άλλα χειρότερα».

- Μετά τη διαίρεση της Μακεδονίας αυτή η βαλκανική μητρόπολη μετατρέπεται σε επαρχιακή πόλη;

«Πράγματι, από την στιγμή που η Θεσσαλονίκη έχασε την βαλκανική της ενδοχώρα ξέπεσε οικτρά. Παράδειγμα: πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο το λιμάνι της Θεσσαλονίκης ήταν γεμάτο από ξένα πλοία. Μετά το 1925-1930 τα ξένα πλοία δεν είχανε κανένα λόγο να "πιάσουν" Θεσσαλονίκη. Υστερα από την απώλεια της βαλκανικής ενδοχώρας επακολούθησε κι ένα άλλο θανάσιμο πλήγμα: περίπου 40.000 εβραίοι εγκατέλειψαν για πάντα την Θεσσαλονίκη».

- Πώς αποφασίσατε να στραφείτε στη λαογραφία;

«Οι λαογράφοι αρχίζουν να γράφουν πολύ αργά - συνήθως μετά τα πενήντα τους. Είχα την τύχη ν' αρχίσω το γράψιμο σχετικώς νωρίς. Δουλεύω πάντα πάνω σε θέματα που αγνοούν, ή περιφρονούν, οι πανεπιστημιακοί. Ετσι, δουλεύοντας ουσιαστικώς δίχως βιβλιογραφία, ανατρέχω πάντα στην μνήμη μου, που την χρησιμοποιώ σαν τράπεζα πληροφοριών. Είχα αρχίσει να μαζεύω παλιές φωτογραφίες από τα φοιτητικά μου χρόνια, γύρο στο '50. Ετσι, μου είναι σχετικά εύκολο να δημοσιεύω διάφορα βιβλία για τη Θεσσαλονίκη. Ομως, το πρόβλημα είναι αλλού: δεν μπορείς να γράψεις τις λεζάντες των φωτογραφιών αν δεν κατέχεις απόλυτα την τοπογραφία της Παλιάς Σαλονίκης - μια τοπογραφία που έχει εξαφανιστεί εδώ και τριάντα χρόνια».

- Ποιοι είναι οι συγγραφείς που σας έχουν επηρεάσει περισσότερο;

«Δεν νομίζω ότι έχω δεχθεί συγκεκριμένες επιρροές από συγκεκριμένους συγγραφείς. Ο θεωρητικός οπλισμός μου και η ποιητική μου παιδεία βασίζεται κυρίως στην ελληνική και νεοελληνική γραμματολογία. Η γλώσσα μου είναι τα ελληνικά. Δουλεύω με αυτή τη γλώσσα. Για να μάθω καλά ελληνικά έπρεπε να μελετήσω προσεκτικά πώς μιλάει ο λαός μας και έπρεπε να διαβάσω τους έλληνες ποιητές και πεζογράφους. Από τους παλιούς αγαπώ τον Καβάφη, τον Κάλβο, τον Καρυωτάκη, τον Παπαδιαμάντη, τον Ροΐδη, τον Βιζυηνό. Δεν μου αρέσει καθόλου μήτε ο Καζαντζάκης, μήτε ο Ρίτσος. Προτιμώ άλλους: τον Αναγνωστάκη, τον Καρούζο, τον Εμπειρίκο, τον Γονατά, τον Ελύτη...»

- Και από τους ευρωπαίους;

«Απεχθάνομαι το περιβόητο esprit francais. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι γάλλοι συγγραφείς που αγαπώ. Και πριν απ' όλους τον Σταντάλ. Θαυμάζω τους ρώσους κλασικούς, την αμερικάνικη λογοτεχνία εν γένει, καθώς και την αγγλική, τους μεγάλους ιταλούς συγγραφείς, ορισμένους σκανδιναβούς (τον Κνουτ Χάμσουν, τον Στρίνμπεργκ), ορισμένους γερμανούς (λέω "ορισμένους" γιατί λόγου-χάρη ο Τουχόλσκι με εντυπωσιάζει περισσότερο από τον Μπρεχτ)».

- Μια από τις πιο τραγικές περιόδους της Ελλάδας είναι η περίοδος του εμφυλίου πολέμου (1946-49). Οι αναμνήσεις σας από εκείνη την περίοδο;

«Ωχ! Το 1990 εδημοσίευσα το βιβλιαράκι "Πτώματα, πτώματα, πτώματα", όπου μιλάω για την γερμανική Κατοχή (1941-1944) και για τον Εμφύλιο Πόλεμο (1946-1949). Νομίζω ότι, η Γιουγκοσλαβία και η Ελλάδα είχανε τα πιο ισχυρά κομουνιστικά κόμματα της πολεμικής περιόδου. Το ελληνικό κομουνιστικό κίνημα πνίγηκε στο αίμα. Ομως, η χειρότερη περίοδος που περάσαμε, εμείς οι αριστεροί, ήταν η κρυπτοδικτατορία του Καραμαλή (1955-1963) - κι όχι ο Εμφύλιος Πόλεμος, ή η δικτατορία της Χούντας...»

- Γνωρίζετε το γεγονός ότι περίπου 28 χιλιάδες παιδιά μετά τον εμφύλιο πόλεμο είχαν διασκορπιστεί ως πρόσφυγες σ' όλο τον κόσμο;

«Το ξέρω πολύ καλά. Αλλά αυτά τα αρπαγμένα παιδιά δεν καταγόντουσαν μόνο από την Μακεδονία. Και ήσανε στην πλειοψηφία τους ελληνόπουλα από διάφορες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας. Και το σπουδαιότερο: η ελληνική φασιστική Δεξιά (υπό την προστασία της βασίλισσας Φρειδερίκης) άρπαξε χιλιάδες άλλα παιδιά και τάκλεισε σε σχολεία-φυλακές που υπήρχαν σ' όλη την Ελλάδα, από την Θεσσαλονίκη ως την Ρόδο».

- Πώς εκτιμάτε την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού και του στρατηγού Μάρκου, ο οποίος πρόσφατα αναπαύθηκε;

«Δεν μπορείς να απαντήσεις σε δυο-τρεις αράδες πάνω σε ένα τόσο δύσκολο θέμα. Σήμερα ξέρουμε, πια, ότι ο Στάλιν είχε εγκαταλείψει τους έλληνες αντάρτες, και, ότι, επίσης, ο Τίτο είχε πάψει να ενισχύει τον Δημοκρατικό Στρατό, και, επιπλέον, το καλοκαίρι του '49 είχε αφήσει τον ελληνικό στρατό να μπει στο έδαφος της Γιουγκοσλαβίας και να χτυπήσει πισώπλατα τους αντάρτες. Ο Μάρκος στην κατοχή και στον Εμφύλιο Πόλεμο έπαιξε έναν καλό ρόλο. Ομως, ούτε αυτός κατάφερε να αποτρέψει τους κομουνιστές από την μέθοδο των πολιτικών δολοφονιών».

- Εσείς αντιδράσατε γράφοντας ενάντια στον επίσημο ελληνικό σοβινισμό. Πώς ερμηνεύετε την εμφάνισή του;

«Πιστεύω ότι ο ρατσισμός είναι ένα φυσιολογικό φαινόμενο και ότι είναι αδύνατον να τον ξεριζώσουμε. Και ακριβώς γιαυτό, απαιτείται ένας συνεχής και έντονος αγώνας εναντίον του ρατσισμού, που, ως γνωστόν, εμφανίζεται με πολλές μορφές. Ο νεοελληνικός ρατσισμός οφείλεται, κατά μεγάλο μέρος, στην παιδεία μας που οδηγεί τα ελληνόπουλα στην παρανοϊκή αντιμετώπιση της βαλκανικής πραγματικότητας. Νομίζω ότι, το καλύτερο αντίδοτο κατά του ρατσισμού είναι η βαθιά γνωριμία μεταξύ των λαών. Οσο για τους τάφους των βογομίλων της Βεύης, τους είδα με τα μάτια μου και τους εδημοσίευσα και στην Αθήνα και στο Παρίσι. Εννοείται πως η Μελίνα Μερκούρη δεν απάντησε ποτέ ούτε στην επίσημη επιστολή μου, ούτε στα άρθρα μου. Ετσι, η ψευτοσοσιαλίστρια υπουργίνα "απόδειξε" πως οι σλάβοι δεν πατήσανε ποτέ το "ιερόν έδαφος" της Ελλάδας!»

- Ποιες είναι οι αναμνήσεις σας από την περίοδο της στρατιωτικής χούντας στην Ελλάδα;

«Η δικτατορία των συνταγματαρχών ήτο περισσότερο γελοία, παρά σκληρή. Ναι, υπήρξαν πολλές περιπτώσεις βασανισμού. Αλλά, όταν ο Καραμαλής ήταν πρωθυπουργός είχαμε πολύ περισσότερους βασανισμούς. Με την μικρή διαφορά ότι, τότε, εβασάνιζαν τους κομουνιστές, ενώ ο Παπαδόπουλος "απετόλμησε" να βασανίζει πολίτες "πρώτης κατηγορίας" που ανήκαν στο Κέντρο, ή και στην Δεξιά. Αυτοί οι μπουρζουάδες, όταν βρέθηκαν στα μπουντρούμια της Ασφάλειας, ανακάλυψαν κα-τά-πλη-κτοι ότι η Αστυνομία είχε το "δικαίωμα" να βασανίζει, χρησιμοποιώντας επί τούτω ειδικευμένο προσωπικό, εργαλεία κτλ. Σήμερα στην Ελλάδα επανήλθαμε στα παλιά κλασικά βασανιστήρια. Ποτέ μου δεν επίστεψα στην αφέλεια των μπουρζουάδων».

- Η διένεξη μεταξύ του ορθόδοξου κλήρου και των περισσότερων Ελλήνων καλλιτεχνών είναι παρούσα στον 20ό αιώνα-τα παραδείγματα με τον Καζαντζάκη, η τελευταία ταινία του Αγγελόπουλου... Ποια είναι η προσωπική σας εμπειρία από αυτό το χώρο;

«Είμαι άθεος. Σιχαίνομαι τους παπάδες. Αυτομάτως είμαι στο πλευρό του σκηνοθέτη Αγγελόπουλου (καθώς, βεβαίως, και της Λιάππα), που προσπαθούν να τους τρομοκρατήσουν κάποιοι μητροπολίτες και κάποια τσογλάνια της Νέο-ορθοδοξίας. Η διένεξη του Καζαντζάκη με την Εκκλησία δεν είχε πολύ μεγάλη σημασία. Ο Καζαντζάκης δεν υπήρξε επαναστάτης. Στον τάφο του βλέπεις έναν πανύψηλο σταυρό. Πολύ σημαντικότερες ήσανε οι περιπτώσεις του Ροΐδη και του Λασκαράτου, που τους αφόρισε η Εκκλησία. Ο Ροΐδης είναι, πιθανότατα, ο σπουδαιότερος Ελληνας πεζογράφος. Και ο πιο καλλιεργημένος».

- Σήμερα είμαστε μάρτυρες μιας μαζικής εκδήλωσης σοβινισμού με τη διοργάνωση του συλλαλητηρίου στη Θεσσαλονίκη, το οποίο στρέφεται ενάντια στη διεθνή αναγνώριση της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, μιας πρώην γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας. Πώς βλέπετε αυτό το πρόβλημα;

«Η μεγάλη λαϊκή συγκέντρωση της Θεσσαλονίκης (η οργανωμένη από ΟΛΑ τα κόμματα!!!) ήταν μια σχιζοφρενική και επικίνδυνη εκδήλωση. Οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης δεν ξέρουν (ή παριστάνουν πως δεν ξέρουν) τι είναι οι σλαβομακεδόνες και ποιούς λέγαμε σλαβομακεδόνες. Η μάφια των πουλημένων καθηγητών των πανεπιστημίων έπραξε το παν για να αποδείξει την "ελληνικότητα" της Μακεδονίας, ενώ συχνά οι καθηγητές δεν είναι σε θέση να αποδείξουν την "ελληνικότητα" του εαυτού τους. Αυτό ισχύει για τον Καραμαλή που μιλάει απαίσια την γλώσσα μας (νομίζω ότι η μάνα του μίλαγε βουργάρικα και ο πατέρας του τούρκικα), για τον αρχαιολόγο Μανόλη Ανδρονίκογλου (ή κάπως έτσι...) και για όλους τους όψιμους "έλληνες", που, από κόμπλεξ μειονεξίας, παριστάνουν τους σούπερ-πατριώτες».

- Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής από την αρχή αυτού του έτους γράφει επιστολές προς τους ευρωπαίους εταίρους του για να στρέψει την προσοχή τους προς το ζήτημα της Μακεδονίας, όπου και ο ίδιος έχει γεννηθεί. Η Ευρώπη θα τον ακούσει ή όχι;

«Στην Ευρώπη δεν μετράει η υπογραφή του Καραμαλή. Η Ευρώπη περνάει μιαν οδυνηρή μεταβατική περίοδο, όπου, αναγκαστικώς, έχει εμπλακεί και το βαλκανικό πρόβλημα. Η Ελλάδα, μη διαθέτοντας μιαν εθνική στρατηγική, προσπαθεί να αντιδράσει με σπασμωδικά διπλωματικά μέσα. Νομίζω ότι, η Ελλάδα έχει χάσει το παιχνίδι εκ των προτέρων. Αυτό που προέχει στην ευρύτερη περιοχή Βαλκάνια/Μαύρη Θάλασσα/Κασπία είναι η Τουρκία, που, ολοταχώς, αποβαίνει μια μεγάλη δύναμη. Οι έλληνες πολιτικάντηδες αδυνατούν να στοχαστούν πάνω στις νέες προοπτικές και, υπακούοντας σε μια τιποτένια δημαγωγική τακτική, αφήνονται στην γοητεία του εθνικισμού και του ρατσισμού. Η ελληνική κυβέρνηση έχει, ήδη, συναντήσει το νέο κράτος της Μακεδονίας σε αρκετές διεθνείς συμβάσεις, αλλά τώρα ήρθε η ώρα να αρνηθεί αυτό το κράτος. Η ελληνική κυβέρνηση είναι εξίσου τυφλή και στα εξωτερικά και στα εσωτερικά θέματα. Θέλω να πω ότι, ίσως δεν είμαστε πολύ μακριά από την μέρα που οι κρητικοί θα απαιτήσουν την ανεξαρτησία της Κρήτης».

- Τι σημαίνει για σας η Μακεδονία;

«Οι κούρδοι γυρίζουν, εκεί, ανάμεσα Αρμενία και Μεσοποταμία, πολύ πριν από την εποχή του Ξενοφώντα. Οι κούρδοι δεν κατάφεραν να αποχτήσουν δικό τους σπίτι. Ομως, οι μακεδόνες της πρώην Γιουγκοσλαβίας μπόρεσαν να χτίσουν την δικιά τους ανεξάρτητη Μακεδονία. Οι νεοέλληνες φρονούν πως είναι κληρονόμοι της αρχαίας Ελλάδας και του Βυζαντίου και ότι μπορούν να διεκδικούν μονοπωλιακώς την λέξη "Μακεδονία". Επίσης, οι νεοέλληνες επιμένουν να ονομάζουν την Ισταμπούλ: 'Κωνσταντινούπολη'. Οι συμπατριώτες μου θα αναγκαστούν να πιούν πολλά πικρά ποτήρια». *

Ευχαριστούμε το γιατρό ΠΑΝΤΕΛΗ ΚΛΙΓΚΑΤΣΗ από τη Φλώρινα που βοήθησε στη μετάφραση των ερωτήσεων του περιοδικού.   Το κείμενο της συνέντευξής του στο περιοδικό «Επόχα» (14/3/1992) μας το έστειλε από το Παρίσι ο Ηλίας Πετρόπουλος, με ένα χειρόγραφο συνοδευτικό σημείωμα, όπως συνήθιζε. Το σημείωμα έφερε ημερομηνία «Πρωταπριλιά 1992» και οι οδηγίες του συγγραφέα όπως πάντα σαφείς: «Εσωκλείω τα αναγκαία. Δεν δακτυλογράφησα τις αυτονόητες ερωτήσεις, διότι, ασφαλώς, θα κάνετε δικιά σας δημοσιογραφική ανασύνθεση. Το περιοδικό των Σκοπίων λέγεται Επόχα (με κυριλλικά: ΕΠΟΧΑ). Να μην ξεχάσετε το όνομα της Λιλιάνας Κότεβσκα -είναι εκεί γνωστή μεταφράστρια. Καλήν αντάμωση, λοιπόν!» Το σημείωμα έκλεινε με την υποσημείωση ότι «η συνέντευξη είναι αποκλειστικότητα για την"Ε".

 

 

Ο Ηλίας Πετρόπουλος στον τάφο του Μάρκου Βαμβακάρη την 9.8.972. Φωτ. του Κώστα Βούλγαρη (από το αφιέρωμα στο περιοδικό Τομές - Φλεβάρης 1981). Βλ. diskoryxeion.blogspot.com.

 

Επικήδειος λόγος

Λόγος επικήδειος

διά τα παλαιά άγνωστα ρεμπέτικα τραγούδια,
αλλά συγχρόνως και ελεγεία
εις ανάμνησιν της ομορφιάς μιας γυναίκας
εξαιρετικώς αγαπηθείσης.

 

Καλούνται ρεμπέτικα τραγούδια τα άσματα των πληγωμένων, απλών, αγνών και αισθαντικών ψυχών της Ελλάδος. Η περιφρονημένη χωρίς ανταπόκριση αγάπη και το τρισμέγιστον μαρτύριον του θαμένου εκουσίως έρωτος από τα ρεμπέτικα τραγούδια εξόχως ανιστορήθησαν. Τα ρεμπέτικα υπήρξαν κάποτε η παρηγοριά μας. Ήταν οι λευκοί ασπασμοί των παραγνωρισμένων. Αξιώθηκα να κρατήσω στα χέρια μου το βουβό, πλέον, μπουζούκι του στρατηγού Μακρυγιάννη. Ρεμπέτικα δεν τραγουδούσαν οι γυναίκες (αυτές συνήθως αργά κατανοούν το πόσο αγαπήθηκαν), ούτε τα τραγουδούσαν οι σκληρόκαρδοι.

 

Όχι μόνο για την αλήθια, αλλά και για την ομορφιά της αλήθιας νιάζομαι. Μη μου στείλεις περιστέρια· μαντεύω τα λόγια αγάπης που θα μου πεις. Ο έρως συμβαίνει σαν δυστύχημα. Κρατούσα, τότε, σαν βιολί το σώμα σου, μα τώρα που είμαστε μακριά σ’ έχω φωτιά παντοτινή μες στην καρδιά μου. Θα ψάχνεις λυπημένη να με βρεις στους άδειους δρόμους και θα ρωτάς παντού για μένα, και στην περιρρέουσα μελαγχολία των ρεμπέτικων τραγουδιών θα αναζητάς επί ματαίω παρηγοριά. Εφέτος ανήμερα το Πάσχα έβρεχε και η δολιότης πίκραινε την καρδιά μου. Το ξέρω· η θέση μου είναι στο νεκροταφείο. Είμασταν ακόμη παιδιά όταν μας μάραναν και ζήσαμε σαν γέροι. Δεν είμαι δικός μου. Σιωπώ μεν, αρνούμαι δε να πεθάνω γιατί τα δακρυσμένα μάτια σου πάντα με γνέφουν. Θλιβερά βλέματα τέκνα της σιωπής μου. Ο θάνατος απόψε διώχνει το κάθε τι απ’ την ψυχή μου. Χαίρομαι την παραφροσύνη μου τώρα.

 

Το αληθές απόβαρον ενός ανθρώπου ισούται με τις αγάπες, τον οίκτο και την αηδία πού ένιωσε στη ζωή. Δύο μεγάλες αδικίες εγνώρισα: την φτώχια και την ερωτική καταφρόνια. Τα ρεμπέτικα προήχθησαν εις μαυσωλείον αισθημάτων. Το να υποφέρεις απ’ του κόσμου τις πίκρες είναι αναγκαίον, και ίσως νόμιμο. Πάθος έδωσα και πάθος δεν έλαβα, κι ό,τι έπιασα έγινε στάχτη. Πολλά εδιδάχθην από τα ρεμπέτικα. Ο πατέρας μου με γαλούχησε με τα τραγούδια αυτά. Έχτισα το παρόν βιβλίο, σα να έχτιζα χελιδονοφωλιά, προς χάριν του ισοβίου φίλου Τσιτσάνη. Την εγκαρτέρηση εδιδάχθην από τα ρεμπέτικα.

 

Σήμερον κηδεύομαι. Σβήνω (άχ, σβήνω) όταν εσύ χρησιμοποιείς τα αισθήματα μου σαν κέρματα. Αν πρόκειται κανείς να διατηρήσει την ευαισθησία του ας είναι ο ηττημένος. Τα ρεμπέτικα τραγούδια βάλλουν ως αναμνήσεις. Ζήσαμε τις πιο εφιαλτικές νύχτες του αιώνος. Οι ενθυμήσεις ελλοχεύουν. Ένιωσα τα πάντα μόνον σαν πάθη. Άφησέ με νάμαι παράφορος, αφού η λογική είναι ο προθάλαμος της τρέλας. Υπήρξα ένας Ιδανικός Φαύνος. Θα σε γκρεμίσω με δάκρυα, ζοφερή πολυαγαπημένη.

 

Τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι τραγούδια της καρδιάς. Και μόνον όποιος τα πλησιάσει με αγνό αίσθημα τα νιώθει και τα χαίρεται. Γιατί, η καρδιά με καρδιά μετριέται (...)

(απόσπασμα από τον Επικήδειο Λόγο του Ηλία Πετρόπουλου αναδημοσιευμένο από το ιστολόγιο pontosandaristera.wordpress.com)

 

Η εκπομπή για τον Ηλία Πετρόπουλο στο ΜΤΒ.

 

 

Ένας Κόσμος Υπόγειος (2004). Το (καταπληκτικό) ντοκιμαντέρ της Καλλιόπης Λεγάκη για τον Ηλία Πετρόπουλο.

 


"Η στάχτη μου να σκορπιστεί στους υπονόμους του Παρισιού"

 

(αναδημοσίευση από το ιστολόγιο ptheo.blogspot.gr (Εκατό χρόνια να δουλεύεις, εκατό χρόνια να μορφώνεσαι).

 

Ο Ηλίας Πετρόπουλος της οδού Μουφτάρ του Παρισιού, όπου ζούσε από το 1974, μετά από σωρεία δικών -περί τις δεκαεπτά- για βιβλία που θεωρήθηκαν προκλητικά στην εποχή τους και εξακολουθούν στις μέρες μας, γιατί πήγαν ενάντια στην επίσημη λαογραφία των πανεπιστημιακών («Σώμα», «Καλιαρντά», «Ρεμπέτικα», «Εγχειρίδιο του καλού κλέφτη», «Μπουρδέλο»), στην ίδια συνοικία «φτερούγισε» εκτός κόσμου, στην κλινική του Αγίου Ιλαρίου (Σεν Χιλέρ), σε ηλικία 75 ετών. Οι δείκτες του ρολογιού έδειχναν 11.10 μ.μ., ώρα Παρισίων.Αθεος αναγραφόταν στην ταυτότητά του, που είχε εκδοθεί μεσούσης της δικτατορίας, το 1972. Πιστός στην επιλογή του, σύμφωνα με τη διαθήκη του, επιθυμούσε να μην ταφεί με θρησκευτική τελετή αλλά να αποτεφρωθεί. «Η στάχτη μου να σκορπιστεί στους υπονόμους του Παρισιού», αναφέρει συγκεκριμένα. Η αποτέφρωση θα πραγματοποιηθεί στο «Περ Λασέζ» με την παρουσία του στενού φίλου του, νεοελληνιστή Ζακ Λακαριέρ, σε ημερομηνία που θα οριστεί.

Ο Ηλίας Πετρόπουλος σήκωσε το ύφασμα της Ιστορίας και είδε από κάτω τα νήματα και την πλέξη τους. Πήγε από το σκοτάδι του ασυνειδήτου των επιθυμιών στο φως της συνείδησης, όπου η λογική πλευρίζει τη γνώση και πώς αυτή οδηγείται στην κατανόηση του άλλου, του διαφορετικού, του ξένου, του αλλότριου. Ξένος μέσα στον εικοστό αιώνα έζησε και από την ξενιτιά έμαθε την Ελλάδα, αυτός ο μη οικουμενικός, ο μη κοσμοπολίτης, ο έκκεντρος στον κύκλο μιας ελλαδογραφίας παλαιάς αλλά όχι πεπαλαιωμένης, όπου έχει την επικράτειά της, η Θεσσαλονίκη.

Στην πόλη της προσφυγιάς

Στην πόλη της προσφυγιάς γειώθηκε με την καθημερινότητα της επικοινωνίας χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς ρατσισμό, χωρίς τα τείχη που χωρίζουν τους ανθρώπους. Μετέφερε εντός του την εξορία από τον τόπο της ιδιάζουσας προφοράς των Σαλονικιών που συνυπήρχε με τα σπανιόλικα των Εβραίων, τα βαριά τούρκικα των καραμανλήδων, τη γλυκολαλιά των Σμυρνιών, τα κρατούντα εκ της αρχαιότητος ποντιακά, τα αδέξια ελληνικά των αρναούτηδων μικροπωλητών.

Προτιμούσε να του αποδίδουν τον περιφρονημένο τίτλο του φολκλορίστα δουλεύοντας ολομόναχος. Δίχως βοηθούς, δίχως κρατικές επιχορηγήσεις, δίχως εργαστήρια και ηλεκτρονικές αποδελτιώσεις, δίχως βραβεία. Αντίθετα, όπως εξομολογούνταν, εισέπραξε σφαλιάρες.

Μα, πώς ξεκίνησαν όλα; Οντας το πρώτο από τα τρία παιδιά ενός χαμηλόβαθμου υπαλλήλου του Δημοσίου (οι γονείς Νίκος και Σοφία Πετροπούλου), είδε το φως στην οδό Σόλωνος, στις 26 Ιουνίου 1928. Σε ηλικία έξι ετών θα βρεθεί με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη, η οποία και τον σημάδεψε, λόγω μετάθεσης του πατέρα του. Δύο χρόνια αργότερα θα γεννηθεί ο αδελφός του Σούλης ενώ, στο μεταξύ, έχει πεθάνει η αδελφή του Ζωίτσα, σε ηλικία τεσσάρων ετών.

Στην ΕΠΟΝ

Ερχονται τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής: η Θεσσαλονίκη βομβαρδίζεται και ο πατέρας του κατατάσσεται ως εθελοντής στο αλβανικό μέτωπο. Ο τελευταίος εξαφανίζεται (1944), ενώ ήδη ο δεκαπεντάχρονος Ηλίας Πετρόπουλος έχει περάσει στις τάξεις της ΕΠΟΝ.

Ζει έντονα την περίοδο της ΕΑΜοκρατίας ως βοηθός διαφωτιστή στην ΕΠΟΝ και ως συνεργάτης της Ειδικής Υπηρεσίας του ΕΛΑΣ. Την τρομοκρατία των αντιποίνων από τους χίτες θα τη δει να περνάει μπροστά από τα μάτια του. Η παρανομία είναι ο μόνος δρόμος αντίστασης. Συλλαμβάνεται κατ' επανάληψη, διαφεύγει στην Αθήνα, σε μία από τις φυλακίσεις του συνυπάρχει με τον ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη.

Στο Δήμο Θεσσαλονίκης

Οικονομικά στο σημείον μηδέν της επιβίωσης τελειώνει το νυχτερινό Γυμνάσιο της ΧΑΝΘ ενώ παραλλήλως εργάζεται στο Δήμου Θεσσαλονίκης. Βρίσκεται μεταξύ των πρώτων επιτυχόντων στις εξετάσεις της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου, το 1949. Την ίδια χρονιά αφενός απολύεται από το δήμο ως κομμουνιστής βάσει του Νόμου 509, αφετέρου γνωρίζει τον Νίκο-Γαβριήλ Πεντζίκη, δάσκαλο πρώτο και παντοτινό, που του έμαθε, όπως έλεγε ο Ηλίας Πετρόπουλος, να βλέπει... διαγωνίως.

Στην ανεργία και πάλι, έως το 1957: η ΕΔΑ κερδίζει τις Δημοτικές εκλογές και αναλαμβάνει το Δήμο Θεσσαλονίκης. Στο Γραφείο Τύπου του δημάρχου, ο αεικίνητος εικοσιεννιάχρονος του πάθους και του έργου, εισηγείται με αποτελεσματικότητα την οργάνωση της Δημοτικής Πινακοθήκης Θεσσαλονίκης, τη θεσμοθέτηση λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών βραβείων του δήμου και τη δημιουργία του Θερινού Θεάτρου του Πάρκου. Τα εισόδιά του, με εκδοτική σφραγίδα, στην περιοχή της λογοτεχνίας, της λαογραφίας, του ταπεινού, του ακατέργαστου, του κόντρα στο ρεύμα, του «σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας» (δική του η φράση), έγιναν το 1958. Η μελέτη «Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης», που τυπώθηκε με έξοδα του δημοσιογράφου Νίκου Καστρινού (γνωστού δημοσιογράφου της Θεσσαλονίκης, ιδρυτή της «Εφημερίδος των Βαλκανίων», ο οποίος είχε προσκληθεί στην τότε Σοβιετική Ενωση μαζί με τον Νίκο Καζαντζάκη και τον Παναΐτ Ιστράτι), είναι ένας φόρος τιμής στο πρόσωπο που του άνοιξε δρόμους και του έδωσε φτερά.

Ως δημοσιογράφος της εφημερίδας «Θεσσαλονίκη» δημοσιεύει ανυπόγραφα άρθρα σχετικά με τη δολοφονία του Λαμπράκη (1963) και καλείται από τον εισαγγελέα για ανάκριση. Από το 1965 έως το 1974, το κέντρο των Αθηνών θα του δώσει δουλειά στη «Μεσημβρινή» και στις «Εικόνες», παράσημο από τα ανάκτορα για τη μελέτη του «Ελύτης Μόραλης Τσαρούχης» (μαζί με τους Ελύτη, Μόραλη, Τσαρούχη - δεν θα παραβρεθεί, ωστόσο θα εισπράξει την επιταγή των 700 δραχμών), αλλά και συλλήψεις και φυλακίσεις.

Στο Παρίσι

Από εκεί και πέρα, συνολικά είκοσι εννέα χρόνια, θα περάσει στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα μοιράζοντας τα βράδια του με τους απόκληρους της συμφοράς, με φίλους όπως τον Τοπόρ και τον Καστοριάδη, συντροφευμένος πάντοτε από το φύλακα - άγγελό του, τη Μαίρη Κουκουλέ. Η τριετής σπουδή της Τουρκολογίας δεν θα του μάθει τόσο την τουρκική γλώσσα όσο το τι μας συνδέει με τους Τούρκους. Γνωρίζει το Βερολίνο από τη δυτική και την ανατολική του πλευρά, επισκέπτεται τη Ρώμη των χιλιετιών (1981-1984), επιστρέφει στο Παρίσι (το 1985), το οποίο ουδέποτε θα εγκαταλείψει, αποστέλλοντας μέσω ταχυδρομείου ποιήματα, μελέτες, μονογραφίες σε χειρόγραφη μορφή, αληθινά κομψοτεχνήματα χειροτεχνίας - χειρωναξίας, στους βασικούς εκδότες του, τη «Νεφέλη» και τον «Πατάκη».

Η φιλοσοφία του: «Δεν πιστεύω σε τίποτα το δοτό, ό,τι κι αν είναι αυτό - κόμμα, εκκλησία, στρατός».

Τι αγαπούσε: «Αγαπώ τους κάθε λογής καρπαζοεισπράκτορες. Και τις ασήμαντες καταστάσεις. Και τα τιποτένια αντικείμενα. Με τραβάνε οι κοινωνικές μειονότητες: τα μαγκάκια, οι χασικλήδες, οι πούστηδες, τα κλεφτρόνια, οι τεμπέληδες, γενικώς όλοι οι τύποι που στραπατσάρουν τη βιτρίνα της μπουρζουαζίας». Για τη θρησκεία: «Είμαι με τον Διάβολο. Σε καμιά περίπτωση με τον Θεό. Ο Θεός είναι κυβέρνηση. Αν βρίσκω κάτι συμπαθητικό είναι ο Διάβολος, ποτέ ο Θεός».

Η γλώσσα του: «Αθελά μου χρησιμοποιώ ένα ευρύ λεξιλόγιο, που αρχίζει από το δεινό Ομηρο και φτάνει ώς τα φλοράδικα. Οταν γράφω οι λέξεις κυλάνε μ' έναν αυτοματισμό. Διορθώνω ελάχιστα τα γραπτά μου. Ο, τι μ' ενδιαφέρει είναι η ακρίβεια του περιεχομένου μιας λέξης, σε συνδυασμό με το αισθητικό χρώμα της».

Περί μπουρζουαζίας: «Αν ήμουν σήμερα 28 χρόνων, δεν θα έβγαζα αυτά τα βιβλία. Θα έβγαζα κάτι που πάλι θα ενοχλούσε τη μπουρζουαζία την ελληνική, γιατί μην ξεχνάτε ότι η μπουρζουαζία μας είναι και αγράμματη και φοβερά εκδικητική. Την τρομάρα που πήρε από το αντάρτικο και τα Δεκεμβριανά δεν εννοεί να την ξεχάσει. Φοβήθηκε παρά πολύ».

Περί τουρκολογίας: «Δεν ξέρω τούρκικα. Αυτό που μ' ενδιέφερε δεν ήταν να μάθω τούρκικα, αλλά να κατανοήσω τη στρουκτούρα και τη λειτουργία αυτής της γλώσσας. Το ψάξιμο της τούρκικης γλώσσας, της τούρκικης ιστορίας, της τούρκικης λαογραφίας, θα μας βοηθήσει πολύ στην αυτογνωσία».

Τρομοκρατία: «Οι δικαστές δεν θα καταργηθούν με δολοφονίες. Ολα τα καθεστώτα έχουν δικαστές πριν αποκτήσουν κάποιο καθεστώς. Εξάλλου, δεν είμαστε διόλου βέβαιοι ότι οι τρομοκράτες μας είναι βέροι τρομοκράτες. Η ιστορία μυρίζει άσχημα».

Λαογραφία και Πανεπιστήμιο: «Ο πανεπιστημιακός είναι ένας στοχαστής που δεν ονειρεύεται ποτέ. Μας κυβερνούν οι πλαστές ιδέες, που εμπορεύονται τα πανεπιστήμιά μας. Ο καθηγητής είναι σοβαρόν ζώον. Η σοβαροφάνεια κρύβει το καρδιοχτύπι της μηδαμινότητας. Δουλεύοντας σαν λαογράφος, αισθάνομαι πως παραμένω ποιητής».

Πού απευθυνόταν: «Γράφω για τους νέους και απευθύνομαι στους νέους. Το κοινό μου ήταν, είναι, και ελπίζω ότι θα είναι πάντα οι νέοι». Στις αποσκευές του είχε τα εγχειρίδια συντακτικού των Τζάρτζανου, Παντελάκη, Κατεβαίνη, Λορεντζάτου, τα δώρα από τον πατέρα του, τα «Ανθη του κακού» του Μποντλέρ και τα ποιήματα του Βερλέν. Από κοντά η ονομαζόμενη παραλογοτεχνία, με πρώτη και καλύτερη τη «Μάσκα». Ειρωνικός, αυτοϋπονομευτικός, αναρχικός εκ φύσεως, αντικαραμανλικός, αντιπαπανδρεϊκός, αντιμητσοτακικός, εξωθεσμικός, του ασήμαντου, του ταπεινού, του ευτελούς υπερασπιστής, ενάντια στην ακαδημαϊκή λογική του πανεπιστημίου, έστησε βιβλία, όπως τα «Ρεμπέτικα τραγούδια», τα «Καλιαρντά», το «Εγχειρίδιον του καλού κλέφτη».