Θέλω ο ογκόλιθος που είναι αυτό το έργο να γίνει σαν μια ζωγραφιά του Θεόφιλου. Αυτό που με συγκινεί στην Ηλέκτρα είναι ότι δεν έχει λυτρωτικό τέλος, δεν τελειώνει με τον θρίαμβο του Καλού. Στο τέλος, όλοι οι ήρωες είναι εξουθενωμένοι από το ερώτημα "Έπρεπε έτσι;"
Θέλω ο ογκόλιθος που είναι αυτό το έργο να γίνει σαν μια ζωγραφιά του Θεόφιλου. Αυτό που με συγκινεί στην Ηλέκτρα είναι ότι δεν έχει λυτρωτικό τέλος, δεν τελειώνει με τον θρίαμβο του Καλού. Στο τέλος, όλοι οι ήρωες είναι εξουθενωμένοι από το ερώτημα "Έπρεπε έτσι;"

 

Πριν απ' αυτήν τη σπάνιας πληρότητας σκηνική πρόταση στο Μουσείο Μπενάκη είχε σκηνοθετήσει άλλες δύο παραστάσεις (τον Ματωμένο Γάμο το 2011 στις Ράγες και τον αριστουργηματικό Ξεπεσμένο Δερβίση του Παπαδιαμάντη που ερμήνευσε ως ίδιος στο Βρυσάκι). Λέει ότι ηθικός αυτουργός για την Ηλέκτρα είναι η Όλια Λαζαρίδου και ότι αν δεν ήταν εκείνη, δεν θα τολμούσε να ασχοληθεί ακόμη με την τραγωδία.


Η διαδρομή που τον οδήγησε στο θέατρο μόνο αναμενόμενη δεν είναι: τελείωσε εκκλησιαστική σχολή, που σημαίνει ότι θα μπορούσε να έχει γίνει ιερέας. Ασχολήθηκε με τους παραδοσιακούς χορούς, τους οποίους δίδαξε για χρόνια στο Λύκειο Ελληνίδων (όντας μέλος της ομάδας παραστάσεων). Για ένα διάστημα περιπλανήθηκε στην επαρχία για να γνωρίσει και να καταγράψει μαρτυρίες γέρων ανθρώπων, κυρίως προσφύγων – η ποντιακή καταγωγή του εξηγεί την ευαισθησία του για τους ανθρώπους που υπήρξαν θύματα της Ιστορίας.

 

Η απόδοση της Ηλέκτρας από τον Χειμωνά έχει ποίηση και γεωμετρία τέτοιας ποιότητας, που σε κάνει να νιώθεις ότι το μόνο που χρειάζεται είναι να αφεθείς στον ρυθμό του λόγου και να τον ακολουθήσεις.


«Θέλω να αξιοποιήσω τη γλώσσα της παράδοσης ως εργαλείο για αποτύπωση καταστάσεων και συναισθημάτων σημερινών. Το διαπίστωσα με τον Βρυκόλακα: η ερμηνεία του λόγου, η μουσική και η κίνηση βασίζονταν σε υλικά (π.χ. ένας ρυθμός που αξιοποίησα χρησιμοποιείται στα Αναστενάρια) που αν και δεν ήταν αμέσως αναγνωρίσιμα στους νεότερους θεατές, μπορούν να τους αγγίξουν. Αυτή η σχέση, μ' έναν κώδικα που έχουμε χάσει αλλά που με τα κατάλληλα ερεθίσματα βλέπεις ότι μπορεί και πάλι να λειτουργεί και να "μιλάει", με ενδιαφέρει πολύ».

 

Όταν δίνεις χώρο στον λόγο, όταν τον αφήνεις να ανθίσει μέσα σου, χωρίς να τον βιάζεις με τα συναισθήματά σου από την αρχή, σου δίνει μόνος του τους οδοδείκτες της ερμηνείας του... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Όταν δίνεις χώρο στον λόγο, όταν τον αφήνεις να ανθίσει μέσα σου, χωρίς να τον βιάζεις με τα συναισθήματά σου από την αρχή, σου δίνει μόνος του τους οδοδείκτες της ερμηνείας του... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO


Στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή χρησιμοποιεί την (ελεύθερη) μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά. Κι εδώ, όπως και στις προηγούμενες παραστάσεις του, ψάχνει τη μουσική της γλώσσας. «Όταν δίνεις χώρο στον λόγο, όταν τον αφήνεις να ανθίσει μέσα σου, χωρίς να τον βιάζεις με τα συναισθήματά σου από την αρχή, σου δίνει μόνος του τους οδοδείκτες της ερμηνείας του. Η απόδοση της Ηλέκτρας από τον Χειμωνά έχει ποίηση και γεωμετρία τέτοιας ποιότητας, που σε κάνει να νιώθεις ότι το μόνο που χρειάζεται είναι να αφεθείς στον ρυθμό του λόγου και να τον ακολουθήσεις».


Λέει πως, ετοιμάζοντας την παράσταση, είναι σαν να ζει μια ζωή ολόκληρη μέσα σε τρεις μήνες. «Θέλω ο ογκόλιθος που είναι αυτό το έργο να γίνει σαν μια ζωγραφιά του Θεόφιλου. Αυτό που με συγκινεί στην Ηλέκτρα είναι ότι δεν έχει λυτρωτικό τέλος, δεν τελειώνει με τον θρίαμβο του Καλού. Στο τέλος, όλοι οι ήρωες είναι εξουθενωμένοι από το ερώτημα "Έπρεπε έτσι;" (όπως το διατυπώνει ο Χειμωνάς). Δεν μ' ενδιαφέρει να φαίνεται σύγχρονο το έργο, γιατί μερικά πράγματα στέκουν πέρα, και πάνω, από τέτοιους προσδιορισμούς – είναι ζωντανά, όχι σύγχρονα».

 

 


Τη μουσική της παράστασης ανέλαβε ο Γιάννης Αγγελάκας – πρώτη φορά γράφει για θέατρο. «Μέσω της Όλιας, που τον γνώριζε, ήρθαμε σε επαφή. Πήρα το αυτοκίνητο και πήγα και τον βρήκα στη Θεσσαλονίκη. Εξαρχής συνέβη το εξής μαγικό: είτε μου έλεγε αυτά που είχα σκεφτεί είτε του έλεγα αυτά που είχε σκεφτεί εκείνος. Όταν ξαναβρεθήκαμε στη Θεσσαλονίκη για να ακούσω τα πρώτα δείγματα μουσικής, και άκουσα το πρώτο, συντονίστηκε αμέσως η ανάσα μου με τη μουσική – κι άρχισα να κλαίω. Μετά από αυτό ησυχάσαμε και οι δύο, ότι αυτός είναι ο δρόμος που θέλουμε για την παράσταση».


Θέματα με κιθάρες αλλά και παραδοσιακά μοτίβα που δεν καταλαβαίνεις σε πρώτο άκουσμα γιατί έχουν πειραχτεί («ώσπου ξάφνου ξεπηδάει ο ήχος της γκάιντας που παίζει ένας γέρος, αφήνει το ίχνος του και φεύγει...») διαμορφώνουν από την αρχή έναν κόσμο, στον οποίο εντάσσεται η δράση. Με εξάρσεις και βυθίσματα, η μουσική του Αγγελάκα παρακολουθεί τα πάθη των ανθρώπων – «που είναι θεόρατα, κι ας συμβαίνουν όλα σε λίγα τετραγωνικά. Με τον σκηνογράφο Ανδρέα Σκούρτη σκεφτόμαστε να υπάρχει μόνο ένα σκηνικό αντικείμενο στη σκηνή, ένα κρεβάτι που να γίνεται και τραπέζι, αφού το κρεβάτι και το τραπέζι ενώνουν όλες τις εξουσίες από καταβολής κόσμου. Το στοίχημα, βέβαια, είναι να νιώσουν οι θεατές ότι γύρω από τον μικρο-κόσμο που βλέπουν μπροστά τους, υπάρχει ο απέραντος κόσμος, ο κόσμος έξω από το θέατρο, ο κόσμος του χρόνου που πέρασε και του χρόνου που θα έρθει» καταλήγει ο σκηνοθέτης.

 

 

 

 

13-16 Ιουλίου
Θέατρο Τέχνης Φρυνίχου
21:00