Ευχαριστώ τον Στάυρο που μου έστειλε αυτήν την Πολύ Κακή Κριτική του Σπυρου Παγιατακη, για μία παράσταση της φετινής Επιδαύρου

 

 

 

[Photo credit: George Chrysochoidis]

 

 

 


Ανάξια οιουδήποτε σοβαρού λόγου η κατά Χατζάκη «Ειρήνη» του Αριστοφάνη

 

Του Σπυρου Παγιατακη

 

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ
Ειρήνη
σκηνοθ.: Σωτήρης Χατζάκης
θέατρο: ΚΘΒΕ

 

Τov Αντώνη Σαμαρά τoν έχω άχτι. Τον έχω άχτι γιατί είναι αυτός -ουσιαστικά- ο κύριος υπεύθυνος για μία από τις εξευτελιστικότερες παραστάσεις που παίχθηκαν ποτέ στην Επίδαυρο. Αναφέρομαι στην -κατά Χατζάκη- «Ειρήνη» του Αριστοφάνη. Τον έχω άχτι γιατί ήταν αυτός που -ως υπουργός Πολιτισμού τότε- διόρισε πριν από λίγα χρόνια τον μικρομεσαίο Σωτήρη Χατζάκη καλλιτεχνικό διευθυντή στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Oπως επίσης ήταν αυτός που τον αναβάθμισε πρόσφατα στην πρώτη ελληνική κρατική σκηνή, στο Εθνικό Θέατρο.

 

Ετυχε να δω και να χαρώ την αριστοφανική κωμωδία σε μία από τις ευτυχέστερες παρουσιάσεις της κάποιες δεκαετίες πίσω. Την είχε σκηνοθετήσει στο Ντόιτσες Τεάτερ του Aνατολικού ακόμα Βερολίνου ο Ελβετός Μπενό Μπεσόν. Θυμάμαι πως στην πρεμιέρα η παράσταση είχε χειροκροτηθεί από ένα όρθιο κοινό για τρία τέταρτα της ώρας. Εμεινε στο ρεπερτόριο του θεάτρου για περισσότερο από μία δεκαετία. Το άξιζε και με το παραπάνω. Τη θυμάμαι απέξω σκηνή-σκηνή. Προφανώς απέκτησα τότε ένα θαυμαστικό εφηβικό τραύμα.

 

H τωρινή χυδαιότητα, όπου ξεχειλίζει ο λαϊκισμός και το ευτελές γούστο μιας πρόχειρης ελληνικής κινηματογραφικής δεκαετίας, τότε που οι «αδελφές» ξεκατινιάζονταν με χοντροκοπιές για να προκαλέσουν χαχανητά, δεν είναι επιθυμητή πια ούτε από την κακομεγαλωμένη επιθεώρηση.

 

Δεν θα λερώσω τώρα τον Αριστοφάνη με οποιαδήποτε προσπάθεια ανάλυσης. Τι ψάξιμο να επιχειρήσεις σε μια ανάξια οιουδήποτε σοβαρού λόγου παράσταση, μ’ ένα έργο το οποίο δεν είναι απλώς αντιπολεμικό αλλά έχει πολλά υποδόρια υπονοούμενα για θεούς κι ανθρώπους. Και όσο για τον κατα-κακόμοιρο γυναικωτό Ερμή (Φάνης Μουρατίδης), ο οποίος στο αρχαίο πρωτότυπο μιλά ανοιχτά εναντίον των πολιτικών -του Κλέωνα και του Περικλή-, στη συγκεκριμένη περίπτωση υποβαθμίζεται σε μια παλαιάς κοπής «αδελφή» που μιλά «καλιαρντά», ακκίζεται ξεδιάντροπα δίχως να υπάρχει το παραμικρό πάτημα στο κείμενο για κάτι ώστε να ανακηρυχθεί ως το κατ’ εξοχήν κωμικό επίκεντρο. Απορώ πώς δέχθηκε (επέτρεψε;) ο κατά τ’ άλλα άξιος μεταφραστής Κ. Χ. Μύρης (Κ. Γεωργουσόπουλος) τη συμμετοχή του σε μια τέτοια κατάντια. 

 

 

 

Ακόμα και ο Τρυγαίος -το κεντρικό πρόσωπο της κωμωδίας- ο Αθηναίος που παίρνει την πρωτοβουλία να διαπραγματευθεί με τον Δία για μια ειρήνη μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών, που εδώ τον υποδύεται ένας από τους καλύτερους νέους κωμικούς, ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, στην περίπτωσή μας ακτινοβολεί στεγνωμένη υποκριτική φαντασία. Απλοϊκό έως χοντροκομμένο το εικαστικό μέρος που έφτιαξε με στέρηση οίστρου η Ερση Δρίνη και απλοϊκή η χιλιοακουσμένη «από κάπου» προηγουμένως, μουσική από τον Μίνωα Μάτσα. Μόνο ο Γιώργος Κωνσταντίνου επιπλέει στην παράσταση, στην εκτός έργου απευθείας αναφορά στο κοινό, όπου ο Αριστοφάνης καταγγέλλει τον Κλέωνα σαν έναν κακό πολιτικό της εποχής του.

 

Κακούς πολιτικούς έχουμε και σήμερα. Την περασμένη Κυριακή η «ψυχή» του αρχαίου θεάτρου στην Αρχαία Μεσσήνη, το οποίο αναπαλαιώθηκε και ξαναλειτούργησε ύστερα από 2.500 χρόνια, ο ομότιμος καθηγητής αρχαιολογίας Πέτρος Θέμελης τόνιζε πως στα 27 χρόνια που εργάστηκε στην Αρχαία Μεσσήνη αντιλήφθηκε πως: «Ελάχιστοι υπουργοί Πολιτισμού κατάλαβαν πραγματικά τι θα πει πολιτισμός. Κανένας δεν ενδιαφέρθηκε πραγματικά για τον πολιτισμό. Ισως κάποτε καταλάβουν ότι ο πολιτισμός φέρνει και χρήμα. Υπάρχει τουρισμός χωρίς τον πολιτισμό; Τι ζητάνε σήμερα οι τουρίστες; Σουβλάκια; Πού ζούμε! Πολιτισμό ζητάνε».

 

Και στην τακτική του επιφυλλίδα της περασμένης Κυριακής σ’ αυτήν εδώ την εφημερίδα ο καθηγητής φιλοσοφίας Χρήστος Γιανναράς λέει πως η Τέχνη, οι θεσμοί των προγόνων είναι παντελώς άσχετα με την προσωπική μας ζωή, την ποιότητα της ζωής μας. Και συμπληρώνει, «Είναι απλώς εμπορεύσιμα».

 

Πάντως, εγώ προσωπικά εξακολουθώ να έχω άχτι τόσο τον Αντώνη Σαμαρά όσο και τον Ευάγγελο Βενιζέλο, οι οποίοι -όπως έδειξαν τα γεγονότα- δεν έβαλαν στις καλλιτεχνικές διευθύνσεις των δύο κρατικών μας θεάτρων τους καλύτερους αλλά θεατράνθρωπους βολικούς για τα κομματικά τους πιστεύω.