Η κριτική του Αργεντινου κριτικού κινηματογράφου Diego Trerotola στη σημαντικότερη ισπανόφωνη εφημερίδα της Λατινικής Αμερικής «Página/12» [που συνίδρυσε και στην οποία αρθρογραφεί ο Λατινοαμερικάνος συγγραφέας Eduardo Galeano («Οι ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής»)] για την ταινία του Κώστα Ζάπα «Η Ανταρσία της κόκκινης Μαρίας», μετά τη δημοσιογραφική της προβολή στο μοναδικό Α-category φεστιβάλ κινηματογράφου της Λατινικής Αμερικής, Mar del Plata International Film Festival (Argentina):

 

 

 

Από την Ελλάδα, με τρέλα
 
Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μαρ δελ Πλάτα (FestivaldeCinedeMardelPlata) φέρνει δύο νέες ταινίες του Έλληνα κινηματογραφιστή Κώστα Ζάπα, γεμάτες ανεξέλεγκτες καταστάσεις και λαγνεία. 
 
Του DiegoTrerotola

Αναμφίβολα, ένα από τα βασικά σκηνικά της πρόσφατης οικονομικής κρίσης ήταν το χρονικό της προαναγγελθείσης πτώσης της Ελλάδας, εξαιτίας μιας κυβερνητικής πολιτικής παραποίησης στοιχείων του χρέους και της ανάγκης εξωτερικού δανεισμού που δεν θα μπορούσε να αποπληρωθεί, καθώς και άλλων απελπιστικών καταστάσεων, οι οποίες πυροδότησαν μια σειρά κοινωνικών συγκρούσεων για λίγη δικαιοσύνη από ένα κράτος υποκριτικό που για χρόνια τρεφόταν από κακές πρακτικές.
 
Είναι κοινός τόπος το ότι οι άνθρωποι, σε περιόδους βαθιάς κρίσης, ξαναανακαλύπτουν τον εαυτό τους και επαναπροσδιορίζονται.
 
Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση του Κώστα Ζάπα, ενός Αθηναίου που ξεκίνησε τη νέα χιλιετία ως συγγραφέας, εκδίδοντας το πρώτο του μυθιστόρημα το 2001, και συνέχισε την καριέρα του ως κινηματογραφιστής, καταφέρνοντας, όχι μόνο να ταξιδέψουν οι ταινίες του σε σημαντικά φεστιβάλ κινηματογράφου, αλλά και να αναλάβει την παραγωγή της τρίτης ταινίας του από την «Τριλογία της οικογένειας», το 2008, η εταιρεία του Λαρς φον Τρίερ.
 
Ακολουθώντας τη λογική του επαναπροσδιορισμού, η τέταρτη ταινία του Ζάπα, γυρισμένη μετά τα δύο χρόνια κρίσης στην Ελλάδα, μετατρέπεται σε ένα είδος πανκ διαμαρτυρίας -από έναν επεκτατικό μικρόκοσμο- για την πολιτική κατάσταση της χώρας.
 
Το τέταρτο αυτό έργο είναι η πιο εκρηκτική φλέβα του λαμπρού Νέου Κύματος του ελληνικού κινηματογράφου, μια φλέβα που σπάει για να ανακτήσει μέρος της αποσταθεροποιητικής πολιτικά δύναμης που είχε το κίνημα Queer, το οποίο γεννήθηκε με την κρίση του AIDS στις Ηνωμένες Πολιτείες της περιόδου Ρίγκαν.
 
Όλος ο έρωτας και η μανία των κινηματογραφιστών που είχαν βγει για να κινηματογραφήσουν την πλευρά της μη δεσπόζουσας σεξουαλικότητας στις αρχές των ’90, μοιάζει, κατά έναν παράδοξο τρόπο, να ανασταίνεται στην «Ανταρσία της Κόκκινης Μαρίας», καθώς η ταινία έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός αυτοσχεδιαστικού παραληρήματος, σαν καταγραφή μιας αντισυμβατικής εξέλιξης της φυσικής έκστασης των δύο κεντρικών ηρώων της.
 
 
Η Κόκκινη Μαρία του τίτλου, μια τραβεστί α λα Κόπι [Αργεντινός σκιτσογράφος], με βεντάλια, μαργαριτάρια και πλατύγυρο καπέλο, που ξεσηκώνει τον Μπόι, έναν παρία ανώνυμο, λούμπεν και επιδειξία, από αυτούς τους αντικοινωνικούς τύπους που μόνιμα φτύνουν και τον παίζουν σαν να κάνουν μια κυριολεκτικά φαλλοκεντρική χειρονομία με θεατρικότητα του δρόμου.
 
Αυτό το ντούο -πρωταγωνιστής αποκλειστικός- είναι ένα είδος εγκληματικού διδύμου που εκτελεί κάποιες αφύσικες ερωτομανείς τελετουργίες, σαν εκδίκηση σε συνέχειες ενάντια σε κάθε καταπιεστική ιδεολογία, κάτι πολύ κοντινό στο μετα-πορνό του τελευταίου Μπρους ΛαΜπρους (BruceLaBruce) με το ζόμπι, ακόμα και σπλάττερ, σινεμά του.
 
Για παράδειγμα, το ντούο φορτώνει μαχαιριές έναν παραστρατιωτικό που έχει στον αστράγαλό του τατουάζ με μια σβάστικα και ο οποίος έχει χτυπήσει με στυλιάρι τον Μπόι, κι από την άλλη μεριά κλέβει τυπικούς θαμώνες ενός γκέι-μπαρ, ηδονοβλεψίες, απαθείς μάρτυρες του παράξενου, που παρατηρούν με μια απόσταση σιχαμερή για να τονίσουν τη μη  συμμετοχή τους.
 
Σε μια χρεωκοπημένη Ελλάδα, η ταινία είναι ένα ταξίδι σε μέρη ακατοίκητα και λιγότερο γραφικά της σημερινής Αθήνας: ένα λιμάνι με τεράστια κοντέινερς, βρομερές υπόγειες διαβάσεις, ανώνυμες βυζούδες, υπόγεια μπαρ δήθεν μοντέρνα με επένδυση από χάρντμπορντ.
Όλα διαπερνούνται από τη βιαιότητα της απελπισίας των πρωταγωνιστών, σε αναζήτηση της καθημερινής επιβίωσης, εκτοπισμένοι από την οικονομία, τόσο αυτήν του επίσημου θεσμού ΛΟΑΤ όσο και ενός καταφύγιου σε οποιαδήποτε μορφή πολιτισμού μέσα στο σύστημα της νεοφιλελεύθερης Ευρωζώνης.
 
 
Έχει πολλή από την αρχέγονη αδιάκοπη κραυγή, υπογραμμισμένη με το νεύρο μιας φορητής κάμερας που δεν βρίσκει κέντρο για τα φλου κάδρα της. Έχει ένα πόστερ του Λένιν στον τοίχο του ασφυκτικού διαμερίσματος της Κόκκινης Μαρίας, όπου ξαφνικά η σημαία του Ρώσου ηγέτη ταυτίζεται με το χρώμα του χυμένου αίματος.
 
Έχει σκηνές ανεξέλεγκτου, ζωώδους σεξ, με χαρακτήρα ερασιτεχνικής πορνογραφίας, όπου, παρόλο που η ταινία μοιάζει να καταγράφει αγωνία περιπλανώμενου πρωτογονισμού χωρίς σκοπό, προβάλλει επίσης την απελπισμένη κραυγή της να ανήκει σε εκείνη την παράδοση του ριζοσπαστικού queer σινεμά, στην οποία θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνονται το οργιαστικό συμπόσιο του Τζάκ Σμίθ (JackSmith), ο σκληρός ερωτισμός του Ρας Μάγιερ (RussMeyer), η κωμική και φυλετική κοπρολαγνεία του πρώτου Τζον Γουότερς (JohnWaters), η αντισυμβατική περφόμανς των γουορχολιανών σούπερσταρ, το τυχοδιωκτικό περιθώριο του Γκρεγκ Αράκι (GreggAraki), ιδιαίτερα στο κύριο έργο του The Living End (1991), στο οποίο συμμερίζεται το ανατρεπτικό πνεύμα, πολιτικά ενοχλημένο από την κατάχρηση της βίας και του σεξ.
 
Μπορεί «Η Ανταρσία της Κόκκινης Μαρίας» να μην έχει όλη τη διακύμανση αυτού του καταλόγου αναρχικών queer, αλλά, ως σταγόνα ενός Νέου Κύματος, έχει τη δύναμη να καταλήξει σε τσουνάμι...
 
 
----------------------------------------------------------------------------------
 
 
 
 
*Απ' τις 10 Νοεμβρίου "Η ΑΝΤΑΡΣΙΑ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΗΣ ΜΑΡΙΑΣ" του Κώστα Ζάπα παίζεται στην ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ στο Γκάζι (Ιερά Οδός 48 & Μεγ.Αλεξάνδρου 134-136, ΜΕΤΡΟ Κεραμεικός- Τηλ.: 2103609695 Εισ.: € 7,00, φοιτ. € 4,00)
Ώρες προβολής:22.30 - διάρκεια 95 λεπτά.