1983: Το καλοκαίρι του Τεν - Τεν και του καράτε

 

Το 1983 πήγαινα προνήπια. Την τελευταία μέρα του σχολείου ο μπαμπάς μου μου ανακοίνωσε πως θα περνούσαμε να πάρουμε τη Μαρία, την ξαδέρφη μου, και θα πηγαίναμε να δούμε στο σινεμά κινούμενα σχέδια με τον Τεν-Τεν, τον δαιμόνιο δημοσιογράφο-ταξιδευτή. Έτσι θα ξεκινούσαν οι καλοκαιρινές μου διακοπές.

 

Ο μπαμπάς μού διάβαζε συχνά τις περιπέτειες του Βέλγου ρεπόρτερ με τον δικό του τρόπο, έκανε τις φωνές, τα ηχητικά εφέ. Το αγαπημένο μου ήταν όταν μιμούνταν μια ντίβα της όπερας που τραγουδούσε: «Γελώ, όταν κοιτάζομαι στον καθρέφτη... Μαργαρίταααα...». Έτσι, ήμουν ενθουσιασμένος που θα έβλεπα Τεν Τεν στη μεγάλη οθόνη και το περίμενα πώς και πώς.

 

Το σινεμά λεγόταν Κωτούλας και ήταν στη Νέα Εγνατία, λίγο πριν από την Μπότσαρη. Μετά έγινε βήτα σκυλάδικο της Θεσσαλονίκης, τώρα νομίζω σούπερ μάρκετ. («Κωτούλας», το πιο απίστευτο όνομα για σινεμά της πόλης!) Εκεί θα μας πήγαινε τα επόμενα χρόνια σχεδόν κάθε Κυριακή πρωί.

 

Ο μπαμπάς μου βόλεψε εμένα και τη Μαρία σε κάτι θέσεις μπροστά μπροστά, είπε «θα περάσω να σας πάρω όταν τελειώσει» κι έφυγε. Τα φώτα έσβησαν, η κόκκινη αυλαία άνοιξε και... αυτό που ξεκίνησε σίγουρα δεν ήταν κινούμενα σχέδια, ούτε Τεν-Τεν.

 

Ω, τι επίδραση είχε στα αθώα μου μάτια η κακογυρισμένη, επιθετική, απρόσμενη ταινία καράτε που ξεκίνησε ξαφνικά! Όλα ήταν λάθος. Η πεντάχρονη, ευαίσθητη, τελείως φλώρικη και φιλειρηνική μου φύση φρίκαρε σε χρόνο dt.

 

Κλοτσιές, μπουνίδια, ουρλιαχτά. Ταινία καράτε με αληθινούς ανθρώπους που μιλούσαν αγριωπά μια άγνωστη γλώσσα. Ένιωσα τον κόσμο να γκρεμίζεται κάτω απ’ τα πόδια μου. Γιατί μου το έκαναν αυτό; Ήταν παγίδα; «Μπαμπά», φώναξα όταν συνειδητοποίησα πως σίγουρα δεν ήταν Τεν-Τεν και ούτε υπήρχε ελπίδα να μετατραπεί σε Τεν-Τεν σύντομα. «Μπαμπάααα!».

 

Σηκώθηκα τρομοκρατημένος.

 

Προχωρούσα προς τα πίσω με δυσκολία, αποφεύγοντας τα εμπόδια σαν σολομός που κολυμπούσε αντίθετα στο ρεύμα του ποταμού. Η τεράστια σκοτεινή αίθουσα του Κωτούλα (πιθανότατα μικροσκοπική στην πραγματικότητα) με τύλιγε σαν φίδι. Συνέχισα το δύσβατο ταξίδι για να βρω τον σωτήρα-μπαμπά μου, που πιθανότατα θα κάπνιζε έξω απ’ το σινεμά μαζί με άλλους, βαριεστημένους μπαμπάδες.

 

Καθώς οι φωνές απ’ την ταινία καράτε δυνάμωναν, δυνάμωνε κι ο ενθουσιασμός των υπόλοιπων παιδιών, που στα μάτια μου έμοιαζαν πλέον με μια χαιρέκακη, σκοτεινή, απρόσωπη μάζα. Δεν ήταν τρόπος αυτός για να ξεκινήσει το καλοκαίρι μου!

 

Προχωρούσα ρωτώντας όποιον μεγάλο έβρισκα για τον πατέρα μου. «Ποιος είναι ο πατέρας σου, αγόρι μου;» ρωτούσαν, και απαντούσα τρομοκρατημένος «ο Δημήτρης Δημοκίδης!», σαν αυτό να τα εξηγούσε όλα.

 

Άνοιγα πόρτες, αλλά όλο έβγαινα σε λάθος μέρη. Πέρασα μπροστά απ’ το πανί και τα παιδιά με γιουχάισαν. Πέρασα μπροστά απ’ τη μηχανή, κάνοντας ακούσιες σκιές στην οθόνη, και τα παιδιά με γιουχάισαν ακόμα περισσότερο. Πού στο καλό ήταν ο Τεν-Τεν να με σώσει;

 

Προχωρώντας έντρομος τοίχο-τοίχο, έφτασα σε μια μεγάλη πόρτα. Κλαίγοντας, πια, την άνοιξα φωνάζοντας. Ήμουν μέσα στις γυναικείες τουαλέτες. «Τι θέλεις, αγοράκι, στις γυναικείες;», είπε μια κυρία και μ’ έσπρωξε απαλά έξω, κατευθύνοντάς με προς τις αντρικές τουαλέτες, χωρίς να καταλαβαίνει τα μελοδραματικά μισόλογά μου. Κάθισα σε μια γωνία κι έκλαψα, μέχρι που ένα μεγαλύτερο παιδί με πλησίασε με ενδιαφέρον.

 

«Ο μπαμπάς μου μ’ έφερε σε λάθος σινεμά κι όχι στον Τεν-Τεν», μουρμούρισα αποκαρδιωμένος, «και τώρα έφυγε! Για πάντα;». «Α, όχι, μην ανησυχείς», είπε το αγόρι καθησυχαστικά, «παίζει δύο ταινίες κάθε φορά, μία καράτε και μετά μία κινούμενα σχέδια. Διπλή προβολή, κατάλαβες, μικρέ;». Μια διστακτική ακτίνα φωτός! Υπήρχε λοιπόν μια εξήγηση - δε με είχαν εγκαταλείψει σαν τον Κοντορεβυθούλη.

 

Βρήκα την ξαδέρφη μου, που μ’ έψαχνε σαν τρελή στα τυφλά, και προσπάθησα να υπομείνω το υπόλοιπο καράτε. Με σχετική συγκατάβαση υπέμεινα και το σόου του διαλείμματος: μια αντιπαθητική, υπερενθουσιώδη κυρία που μας έβαλε με το ζόρι να πούμε καλοκαιρινά τραγουδάκια, έναν κακοβαμμένο κλόουν που έκανε απογοητευτικά αστεία και μετά μια κλήρωση δώρων.

 

Μερικά παιδάκια κέρδισαν κίτρινες ή μαυρόασπρες μπάλες και, καλώς ή κακώς, ένα απ’ τα παιδάκια ήμουν εγώ. Καταντράπηκα βλέποντας ότι ο αριθμός του εισιτηρίου μου είχε κληρωθεί και απρόθυμα και ντροπαλά ανέβηκα στη σκηνή και χειροκροτήθηκα. Είχα κερδίσει μια πλαστική κίτρινη μπάλα ΑΡΗΣ, πράγμα τελείως άβολο, μια και ήμουν ΠΑΟΚ. («Καλά σε λένε Άρη, αλλά είσαι ΠΑΟΚ;». Αν είχα ένα κέρμα για κάθε φορά που άκουσα αυτή τη βλακώδη ερώτηση στην παιδική μου ηλικία!)

 

Κι όταν τελείωσαν αυτά τα καραγκιοζιλίκια κι όταν βεβαιώθηκα ότι κάποιος μου έκλεψε την κίτρινη μπάλα την οποία άφησα προκλητικά στον διάδρομο, ελπίζοντας να μην την ξαναδώ ποτέ μου, κι όταν εξήγησα στην ξαδέρφη μου όσα είχαν συμβεί, κι όταν αποφάσισα ότι οι ταινίες καράτε δεν ήταν τελικά και τόσο χάλια, κι όταν έσβησαν τα φώτα και άνοιξε η κουρτίνα, επιτέλους είδα...

 

Ο Τεν-Τεν ήταν εκεί μαζί με τον Μιλού, τεράστιος και πανέτοιμος για περιπέτεια, στην εντυπωσιακή, μεγάλη οθόνη του σκοτεινού σινέ Κωτούλας. Η καρδιά μου ήταν ξανά στη θέση της. Και το καλοκαίρι είχε μόλις αρχίσει.

 

 

 

 *Την Πέμπτη που μας πέρασε, πήγα με το μπαμπά μου στη νέα ταινία με τον Τεν-Τεν, την υπερπαραγωγή του Σπίλμπεργκ. Αποφασίσαμε να πάμε οι δυο μας, στο Πλατεία Οντεόν. Συνειδητοποίησα ότι είμαι πλέον στην ηλικία που ήταν αυτός όταν με πήγαινε στον Κωτούλα.

Χαρήκαμε και την ταινία και την παρέα μας.