Εικόνα του Stupid Greg από εδώ.

 

 

Η ώρα του παιδιού

από την Ραλλού Γιαννουσοπούλου 

Ήταν η τρίτη μέρα της απεργίας. Ο αέρας, αρρωστημένα χλιαρός, έφερνε τη βρόμα από τα σκουπίδια. Μικροί λόφοι στις γωνιές και στα σταυροδρόμια.


Οι συλλέκτες των απορριμμάτων από καιρό τώρα πανίσχυροι. Κάθε λίγο και λιγάκι, με την απειλή της δυσοσμίας και των επιδημιών, βγάζαν κι ένα όρντινο. Αντίγραφα τοιχοκολλούσαν στα κεντρικά σημεία της πόλης. Αυτή τη φορά το είχαν παρακάνει. Δημιούργησαν στους κατοίκους αίσθημα ταπείνωσης και εγκλεισμού.


Η τελευταία τους αξίωση: Κάθε οικογένεια επιτρεπόταν να βγάζει τα σκουπίδια άπαξ της εβδομάδας, σε μία και μοναδική σακούλα μικρού μεγέθους και αδιαφανή.


Να προμηθευτούν όλοι σκουπιδοφάγους. Εκείνοι δεν ήταν υποχρεωμένοι να μαζεύουν κάθε βράδυ τις βρομιές της πόλης και τ’ απόβλητα των νοσοκομείων. Από την άλλη, οι σκουπιδοφάγοι πανάκριβοι. Ούτε που ταίριαζαν σ’ όλους τους νεροχύτες. Αλλαγή. Κι αυτό κόστιζε. Οι σκουπιδιάρηδες από τη μεριά τους είχαν συμπράξει με την εταιρεία που έφερνε τις συσκευές.


Δυο τρεις φορές, οι απεργίες κράτησαν πάνω από είκοσι μέρες. Οι κάτοικοι προσπάθησαν ν’ αντιδράσουν στον εκβιασμό. Βγάλαν όλα τα σκουπίδια στο δρόμο. Δεν άργησαν να παρουσιαστούν τα πρώτα κρούσματα τυφοειδούς πυρετού και διάφορες λοιμώξεις. Αμέσως δέχτηκαν μαζεμένα όλα τα αιτήματα.


Οι εργάτες καθαριότητας άρχισαν την αποκομιδή, δυο μέρες αργότερα. Έτσι, για τιμωρία. Κάποιοι τολμηροί αποφάσισαν να οργανωθούν. Πράγματι, μικρές ομάδες πολιτών στις γειτονιές περίμεναν στο σκοτάδι τους σκουπιδιάρηδες. Πέφταν απάνω τους με μανία. Τους ξυλοκοπούσαν με ρόπαλα του ράγκμπι.


Μα δεν τα υπολόγισαν σωστά. Ήταν λίγοι και διασκορπισμένοι. Ο αντίπαλος, αντίθετα, καλά οργανωμένος. Στρατός – θα ’λεγα – συμπαγής, με φανατισμό. Αιώνες τώρα η κάστα τους αντιπροσώπευε το πλέον περιφρονημένο επάγγελμα.


Πέρασε λίγος καιρός. Οι σκουπιδιάρηδες άφησαν τους κατοίκους εφησυχασμένους. Στο μεταξύ, μάζευαν πληροφορίες για τον εχθρό. Κι ένα βράδυ κάναν το μεγάλο ντου. Πιάσαν δύο από κάθε περιοχή. Τους ρίξαν μέσα στ’ απορριμματοφόρα, μαζί με τα σκουπίδια. Πολτοποίηση και στη συνέχεια στη χαβούζα.


Μίσος και καχυποψία αναπτύχθηκαν μεταξύ των πολιτών, τις αμέσως επόμενες μέρες. Κάποιοι, μην αντέχοντας, ήρθαν σε μυστική συμφωνία. Τους υποσχέθηκαν πακτωλό χρημάτων, αρκεί να παίρναν τα απορρίμματά τους καθημερινά. Μόνο που δεν ήταν μπορετό για όλους. Πολλοί ήταν αυτοί που δεν είχαν τα απαιτούμενα χρήματα. Άλλοι, πάλι, δε δέχτηκαν να υποκύψουν στον εκβιασμό. Έτσι, η πολιορκία των σκουπιδιών συνεχιζόταν αμείωτη. Οι συλλέκτες των απορριμμάτων είχαν καθίσει για καλά στο σβέρκο των κατοίκων.

Εκείνη τη μέρα, καθώς πήγαινα στο σχολείο, η μαμά με κρατούσε απ’ το χέρι, μου ’ρθε να ξεράσω. Μπόχα, ζέστη. Τα σκουπίδια φτάναν μέχρι τους πρώτους ορόφους των πολυκατοικιών.


Ένα χλιαρό αεράκι, το χαρτί με τις ακαθαρσίες, φλαπ, κόλλησε χαλκομανία στα μούτρα μου. Σκέτη αηδία. Η μαμά με καθάρισε όπως όπως σε μια υπαίθρια βρύση.


Στο διάλειμμα με πλησίασαν δυο αγόρια μεγαλύτερα, γύρω στα δώδεκα. Ετοιμάζανε κάτι. Χρειάζονταν τη βοήθεια των πιο μικρών. Είχαν ήδη μαζέψει χίλια.


Καλά κρυμμένα πίσω από τους τεράστιους κάδους, περιμέναμε με υπομονή και ζήλο. Αθόρυβα, μικροσκοπικά. Κανείς δε μας ξεχώριζε μέσα στη νύχτα. Μόλις πλησίασε ο σκουπιδιάρης, πέσαμε πάνω του, σύννεφο από ακρίδες. Τον σκεπάσαμε καθολικά. Σε καθέναν απ’ αυτούς αντιστοιχούσαμε πάνω από δέκα. Με ξυραφάκια, καρφιά, σουγιαδάκια, κατσαβίδια, λίμες κι ό,τι άλλο αιχμηρό όργανο. Τους αποτελειώσαμε. Φεύγοντας, κόψαμε ένα μικρό πορτοκαλί κομματάκι από τη στολή τους, έτσι για ενθύμιο. Μερικά παιδάκια όμως θέλαν κάτι περισσότερο από ένα κομματάκι ύφασμα.


Τις πρώτες μέρες, οι κάτοικοι δείξαν σκεπτικισμό. Οι σκουπιδιάρηδες, αντίθετα, ανησύχησαν. Όσο περνούσε ο καιρός, ο αριθμός των θυμάτων αυξανόταν για τα καλά. Τρομοκρατήθηκαν. Άρχισαν τις παραχωρήσεις, μέχρι που τα δώσαν όλα.


Κανείς δεν ήξερε τι να υποθέσει. Ποιοι, τέλος πάντων, ήταν οι άγνωστοι προστάτες που τους φόβιζαν κατά βάθος;


Η θέα των πτωμάτων, ό,τι δηλαδή είχε απομείνει, τρομερή. Φαγωμένα, ακρωτηριασμένα, λείπανε μάτια, δάχτυλα, μύτες. Λες και τους είχαν ροκανίσει στρατιές ποντικιών (αρουραίων).


Η πόλη ξεβρόμιζε μέρα με τη μέρα.


Από τη μεριά μας δώσαμε όρκο ιερό, ποτέ να μην το πούμε στους μεγάλους. Εμείς τα παιδιά έτοιμα να τα παρατήσουμε.


Τυχαία πήρε το αυτί μας μια κουβέντα στο σχολείο. Οι δάσκαλοι θ’ απεργούσαν για καλύτερες αποδοχές (χρήματα θα εννοούν) και ανθρωπινότερες αίθουσες διδασκαλίας.


Έλα, όμως, που εμείς δε θέλαμε αίθουσες. Δε θέλαμε άλλες διδασκαλίες. Την απόλυτη ελευθερία θέλαμε, σε ό,τι μας γούσταρε. Κι ακόμα, όλα αυτά τ’ απαγορευμένα για μας από τους μεγάλους.


Δεν παρατούσαμε τίποτα. Θα συνεχίζαμε το πολεμικό μας παιχνίδι μέχρι τέλους.


Τώρα, μάλιστα, που ξέραμε τον τρόπο!



Ραλλού Γιαννουσοπούλου 
Από το πολτοποιημένο, βιβλίο της, Ο Τζακ ταξιδεύει σε άσπρο ουρανό, Κέδρος, 2000