«Σαν σήμερα πέθανε ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης. Τώρα έχουμε την Κικίτσα Δημουλά. Κατάντια...» Το παραπάνω τουίτ αναπαράχθηκε κάμποσες φορές. Αρκετοί χρήστες του μέσου υπερθεμάτισαν, αράδιασαν και άλλα ονόματα σημερινών ποιητών και συγγραφέων, χαρακτηρίζοντάς τους συλλήβδην «πουλημένους», «κατασκευαστές άρλεκιν», «μαριονέτες του συστήματος»... Μία κυρία με επαναστατικό ψευδώνυμο το τερμάτισε: «Το ένστικτό μου με προφύλαξε και δεν τους διάβασα ποτέ! Δηλητήριο!» Η ερώτηση «αφού δεν τους διάβασες ποτέ, πώς έχεις γνώμη;» έπεσε στο κενό.


Είναι γνωστό ότι το διαδίκτυο βρίθει διεθνώς από χολωμένους ανθρώπους που σαν άλλοι γέροι του Μάπετ Σόου –μείον το χιούμορ και την ετοιμολογία- ρίχνουν στο πυρ το εξώτερον οποιονδήποτε συμπολίτη τους σε οποιονδήποτε τομέα ξεχωρίζει.


Είναι επίσης έμφυτο χαρακτηριστικό του είδους μας να εξιδανικεύει το παρελθόν. Ο Ησίοδος, τον 8ο π.Χ. αιώνα, ήδη ελεεινολογούσε τους συγχρόνους του -που είχαν, κατά τη γνώμη του, βυθιστεί στο βούρκο- και αναπολούσε τις παλιές «χρυσές» μέρες της ανθρωπότητας, οι οποίες είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Ένας ψυχαναλυτής θα ερμήνευε πιθανόν την εμμονική νοσταλγία ως νοσταλγία της μήτρας. Του παραδείσιου περιβάλλοντος απ'το οποίο ο καθένας μας ξεριζώθηκε βίαια τη στιγμή της γέννησης του.

 


Στη σύγχρονη Ελλάδα ωστόσο τα περασμένα μεγαλεία έχουνε φτάσει να αρρωσταίνουν τη δημόσια και την ιδιωτική ζωή. Οι Έλληνες βουρκώνουν στην ανάμνηση του φαγητού της μαμάς τους όταν ήταν παιδιά, του πρώτου έρωτά τους και των θρυλικών μορφών που «ένας-ένας έφυγαν»...


Θα εξαγριώνονταν αν κάποιος τούς υπενθύμιζε πως η μαμά υπήρξε μετριότατη μαγείρισσα – οι μπριζόλες της τη μία έβγαιναν απ'τον φούρνο σχεδόν ωμές και την άλλη μισοκαμμένες. Και πως εκείνος ο πρωτοετής του Πολυτεχνείου -με χαίτη Βαμβακούλα, σπυράκια της εφηβείας και χνώτο που μύριζε ξεθυμασμένη μπύρα- τούς έκανε, από το πολύ πάθος, κεφαλοκλείδωμα όποτε τις φιλούσε και τέλειωνε, εννιά στις δέκα φορές, προτού καν ξεκουμπώσει το παντελόνι του...


Θα σοκάρονταν εάν ο Άρης Δημοκίδης παρέθετε στη στήλη «Πολύ Κακές Κριτικές» τον χαρακτηρισμό του Γιάννη Ψυχάρη για τον Κ.Π.Καβάφη: «Καβάφης, ο Καραγκιόζης της Δημοτικής». Καθώς και την άποψη της εφημερίδας «Αυγή» και του αριστερού περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης» για την «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη: «... Αυτό που βλέπουμε είναι ένα ξεδιάντροπο μελόδραμα που προβάλλει ό,τι χαμηλότερο, ό,τι πιο "λούμπεν", ό,τι πιο χυδαίο και καθυστερημένο... Ο κ. Κακογιάννης, ξένος ακόμα στον τόπο μας, χρωστάει να μελετήσει βαθύτερα την ελληνική πραγματικότητα... Η αισθητική του συνταύτιση με τον θιασώτη των μπουζουκιών Μάνο Χατζιδάκι είναι το λιγότερο αποκαρδιωτική. Όπως κι εκείνος, δεν θα συγκινήσει παρά μόνο τους εστέτ...»


Εστέτ λοιπόν και υμνητές του λούμπεν ο Κακογιάννης και ο Χατζιδάκις στην ακμή τους, ογκόλιθοι σήμερα, που πάνω τους σπάει τα μούτρα του ο κάθε νέος μουσικός ή σκηνοθέτης.


Ο τρόπος που αντιμετωπίζονται οι εν Ελλάδι δημιουργοί, στην τέχνη και στην επιστήμη, είναι δεδομένος: Όσο παραμένουν γόνιμοι και σφριγηλοί, δέχονται καταιγισμό εχθρικών αλλά και φίλιων πυρών. Μόλις παροπλισθούν ή πεθάνουν («φύγουν» κατά την άθλια δημοσιογραφική έκφραση «για τη γειτονιά των αγγέλων») μεταμορφώνονται ακαριαία σε ανέγγιχτα εθνικά τοτέμ, που μας υπενθυμίζουν τη σημερινή -κατά Λάκη Λαζόπουλο- σαπίλα μας.

 

Η Ελλάδα που βγήκε –όπως λέει ο εθνικός ύμνος- από ιερά κόκαλα, κινδυνεύει, όσο τουλάχιστον και η Γαλλία, να επιστρέψει σε αυτά. Να καταλήξει μια κατάφωτη αίθουσα μιας ηπείρου-μουσείου, της Ευρώπης, μες στο οποίο θα τριγυρνούν επισκέπτες από τον πάλαι ποτέ Τρίτο Κόσμο, πληρώνοντας αδρά για να θαυμάσουν τα εκθέματα... Eικονογράφηση: Ατελιέ/ LIFO
Η Ελλάδα που βγήκε –όπως λέει ο εθνικός ύμνος- από ιερά κόκαλα, κινδυνεύει, όσο τουλάχιστον και η Γαλλία, να επιστρέψει σε αυτά. Να καταλήξει μια κατάφωτη αίθουσα μιας ηπείρου-μουσείου, της Ευρώπης, μες στο οποίο θα τριγυρνούν επισκέπτες από τον πάλαι ποτέ Τρίτο Κόσμο, πληρώνοντας αδρά για να θαυμάσουν τα εκθέματα... Eικονογράφηση: Ατελιέ/ LIFO


Απ'τον κανόνα δεν ξεφεύγουν ούτε οι πολιτικοί: Ο ονομαζόμενος πλέον εθνάρχης Κωνσταντίνος Καραμανλής αναφερόταν εν ζωή ειρωνικά ως ο «κουφός» ή ο «θεός» ενώ ο Αντώνης Τρίτσης και ο Γιώργος Γεννηματάς μόνο πάνδημη αποδοχή δεν είχαν προτού κλείσουν τα μάτια τους.


Αντιλαμβανόμενοι τον κόσμο γύρω μας σαν έναν κόσμο ξεπεσμού, αγιάτρευτης παρακμής, κάνουμε τη ζωή μας πολύ θλιβερή μα και πολύ εύκολη ταυτόχρονα. Παύουμε να έχουμε ελπίδες για το παρόν. Παραιτούμαστε από τον σχεδιασμό του μέλλοντος. Και αναλωνόμαστε σε ένα διαρκές μνημόσυνο, μη προσδοκώντας παρά μια Δευτέρα Παρουσία. Μιάν ανάσταση νεκρών.


Να επιστρέψουν τα μάρμαρα και να στηθούν στον Παρθενώνα ή τουλάχιστον στο μουσείο της Ακρόπολης. Να ανασυσταθεί το ΕΑΜ και να απελευθερώσει την πατρίδα από κατακτητές κι από δοσίλογους. Να ξαναγραφτεί ένας «Αλέξης Ζορμπάς», να ξανακάνει πρεμιέρα το «Άξιον Εστί», να ζωντανέψουν οι ναύτες του Τσαρούχη και να βγουν στους δρόμους χορεύοντας συρτάκι, με την Μελίνα Μερκούρη να τους δίνει τον ρυθμό. Να φυτρώσει στους ώμους μας το πανέμορφο πλην πέτρινο κεφάλι ενός Κούρου ή μιας Καρυάτιδας....


Ο βλάσφημος Ζεράρ Ντεπαρντιέ και ο ακόμα πιο βλάσφημος συγγραφέας Μισέλ Ουελμπέκ προβλέπουν τα χειρότερα για την δική τους πατρίδα: «... Αν συνεχίσουμε έτσι, η Γαλλία θα γίνει μια καινούργια Disney World. Θα γίνει η "France World". Οι άνθρωποι θα φορούν μπερέδες και θα περπατούν με μια μπαγκέτα στο χέρι και οι Κινέζοι τουρίστες θα αγγίζουν τα μουστάκια τους και τις χοντρές τους μύτες...»


Η Ελλάδα που βγήκε –όπως λέει ο εθνικός ύμνος- από ιερά κόκαλα, κινδυνεύει, όσο τουλάχιστον και η Γαλλία, να επιστρέψει σε αυτά. Να καταλήξει μια κατάφωτη αίθουσα μιας ηπείρου-μουσείου, της Ευρώπης, μες στο οποίο θα τριγυρνούν επισκέπτες από τον πάλαι ποτέ Τρίτο Κόσμο, πληρώνοντας αδρά για να θαυμάσουν τα εκθέματα. Όλοι εμείς να είμαστε οι φύλακες και οι ξεναγοί, που θα πλακωνόμαστε ενίοτε στο ξύλο μεταξύ μας για να χαζεύουν το μεσογειακό ταμπεραμέντο μας. Και όποιος κάπως αξιόλογος πεθαίνει, αμέσως να βαλσαμώνεται και να τοποθετείται σε μια κρυστάλλινη προθήκη...


Αυτό θέλουμε;