Το κρεβάτι πολύ νωρίς γίνεται καρφοκρέβατο. Ο άντρας είναι ταμένος στις πουτάνες, γιατί να ασκείται στη νηστεία και στη συζυγική προσευχή; Πράγματι οι ευτυχισμένες οικογένειες οφείλουν πολλά στις καλντεριμιτζούδες, αλλά και στις ξεπέτες στα όρθια... Εικονογράφηση: Έργο του Roy Lichtenstein
Το κρεβάτι πολύ νωρίς γίνεται καρφοκρέβατο. Ο άντρας είναι ταμένος στις πουτάνες, γιατί να ασκείται στη νηστεία και στη συζυγική προσευχή; Πράγματι οι ευτυχισμένες οικογένειες οφείλουν πολλά στις καλντεριμιτζούδες, αλλά και στις ξεπέτες στα όρθια... Εικονογράφηση: Έργο του Roy Lichtenstein

 

 

«Σκεφτήκατε ποτέ να τον χωρίσετε;» ρωτούν τις συζύγους για το σύντροφο της ζωής τους, κι αυτές αποκρίνονται με απλότητα «να τον χωρίσω; Όχι, αλλά μου έχει περάσει πολύ συχνά η σκέψη να τον σκοτώσω!». Ωραίο πράγμα το οξύμωρο, ειδικά όταν το πληρώνει κανείς καταβάλλοντας έντοκες δόσεις διά βίου. Το παράδοξο σε αυτή την ομολογία, που παραείναι αληθινή για να αμφισβητηθεί, αφορά όχι τη φονική ενόρμηση αλλά την ισόβια αφοσίωση στον συζυγικό βίο.

 

Όλοι μας εν γένει ζούμε επιφορτισμένοι με δουλείες. Δουλεία είναι πριν απ' όλα η ταύτιση με τον εαυτό μας. Βάσει ποίου συμβολαίου οφείλει κανείς να αναλαμβάνει την ευθύνη για το εγώ του, για την ψυχοσωματική του συνθήκη, για τα φριχτά λάθη του και τις ανεξέλεγκτες παρορμήσεις του; Ευχής έργο θα ήταν να μπορούσαμε -έστω και για μερικά δευτερόλεπτα- να αποσείσουμε αυτή τη δέσμευση και να απολαμβάνουμε εκτός εαυτού. Ήμουνα «εγώ», αλλά σήμερα είμαι «άλλος εξ άλλου».

 

Οι ηλικίες, όπως ξέρουμε, παρέχουν αυτή τη στρεβλή δυνατότητα. Όπως κοιτάζουμε παλιές φωτογραφίες μας και δυσκολευόμαστε να ταυτιστούμε με τον εικονιζόμενο, παρόμοια αλλάζουμε εαυτό προϊόντος του χρόνου. Ο άρρωστος γίνεται καλά, ο μικρός γίνεται μεγάλος, ο ανίδεος πλουτίζεται με ιδέες, ωστόσο η δουλεία παραμένει. Στα μύχια του καθενός ο κόμπος αποδεικνύεται πανίσχυρος, η ίδια ανάσα αναψύχει αυτόν τον οργανισμό που αντέχει σε όλες τις μεταμορφώσεις.

 

Ακόμα και η σχέση με τον καθημερινό χρόνο αποτελεί δουλεία. Δεν χαίρεται κανείς εκτός χρόνου, δεν κοιμάται εκτός χρόνου, δεν ασκεί την ελευθερία του εκτός μιας καταγωγικής ανελευθερίας την οποία καταργεί λησμονώντας την. Σαν καμήλα που τη φόρτωσαν επειδή γονάτισε, ο τετραπέρατος άνθρωπος οικονομεί το βίο του υπό το φάσμα της χασούρας· στην πραγματικότητα είναι τρύπιος, το εγώ του «χάνει» ακόμα και στις στιγμές της επιτυχίας.

 

Αλλά η μεγαλύτερη δουλεία αφορά τη σχέση με τον άλλον. Δεν πρόκειται για μια επαφή που μπορούμε να την καταργήσουμε. Ο άλλος δεν είναι αυτός ή εκείνος, ενυπάρχει στο εγώ πριν από πάσα σχέση, συγκροτεί το εγώ ένδοθεν. Ανήκουμε στους άλλους, όπως και οι άλλοι μάς ανήκουν. Μπορούμε βέβαια να αποφεύγουμε τα πρόσωπα που μας δυσαρεστούν, αλλά όχι την κοινωνικότητα. Ο μονόλογος που τελείται ένδοθεν, όταν η συνείδηση διαλέγεται με τον εαυτό της, προδίδει την ακλόνητη συνύπαρξη. Το «εγώ» διαβιοί πάντα με το «εσύ» - όπου κι αν βρίσκεται, ό,τι κι αν σκέπτεται.

 

Το διαπιστώνουμε με άγριο τρόπο στον συζυγικό βίο. Η λαϊκή σοφία σχολιάζει αυτή την κατάσταση με τα πιο άμεσα υλικά που διαθέτει. «Με γέρασες πριν την ώρα μου!», «Μου πέρασες τις χειροπέδες και πέταξες το κλειδί!». Η αισιόδοξη άποψη βέβαια γι' αυτά τα συνεταιρικά πεπρωμένα που αποκαλούνται ζευγάρια αποκρίνεται ότι αν δυο άνθρωποι ζουν χρόνια μαζί τελικά αρχίζουν να μοιάζουν, σάμπως ο χρόνος να τα επικυρώνει με την ίδια σφραγίδα. Ο ένας γεννήθηκε για τον άλλον, ο ένας γερνάει εξαιτίας του άλλου. Μάλιστα όταν έρχεται η στιγμή για τον οικογενειακό τάφο, κάποιος από τους συζύγους εξανίσταται - «σε έχω στη ζωή, θα σε έχω ακόμα και πεθαμένος;».

 

Όλα τα συμβάντα του βίου, από τα παιδιά ίσαμε τις γυμνικές χαρές, αποτελούν υλικό για απόλαυση, αλλά κυρίως για έναν πόλεμο που ουδέποτε καταπαύει. Η γυναίκα στον Όμηρο αποκαλείται άλοχος (λέχος = κρεβάτι, άρα είναι αυτή που της ανήκει η μισή κλίνη, καθότι το «α» εδώ δεν είναι στερητικό) και στην αγγλική -όπως παρατηρεί ο Μαλαρμέ, ο οποίος δίδασκε αυτή τη γλώσσα- ο σύζυγος αποκαλείται «χάσμπαντ» (απο το χάους + κρεβάτι).

 

Το κρεβάτι, γνωστό αυτό, πολύ νωρίς γίνεται καρφοκρέβατο. Ο άντρας είναι ταμένος στις πουτάνες, γιατί να ασκείται στη νηστεία και στη συζυγική προσευχή; Πράγματι οι ευτυχισμένες οικογένειες οφείλουν πολλά στις καλντεριμιτζούδες, αλλά και στις ξεπέτες στα όρθια. Οι «καλοί» σύζυγοι ταΐζουν τα κορίτσια, ενίοτε και οι «καλές» σύζυγοι έχουν τον δικό τους τρόπο. Τα λαϊκά περιοδικά εξάντλησαν προ πολλού αυτή τη φιλολογία.

 

Αλλά τι γίνεται με το ζευγάρι που ομνύει στο «μια γυναίκα μια ζωή; Ένας άντρας μια ζωή;». Ούτε στον εχθρό σου τέτοια τύχη, αποφαίνεται ο δρόμος. Πλην όμως ο δρόμος δεν περνάει μέσα από το σπίτι.

 

Το δράμα αλλάζει από τη στιγμή που η συμβίωση -σαν παγιδευμένη ορχήστρα- αρχίζει να αναδίδει ήχους που μόνο η χρόνια συναρπαγή και εθελοδουλία είναι σε θέση να αφουγκραστεί. Τα πρόσωπα έχουν μοίρα και κυρίως αίνιγμα - ζουν σάμπως μέσα από τις φτωχές τους καθημερινές πράξεις να τραυλίζει και να κομπιάζει ένας πανάρχαιος χρησμός. Ο σύζυγος γίνεται σοφός για να αντέξει, η σύζυγος μεταμορφώνεται σε ιέρεια -με λίγα βιώματα και νοσηρή μνήμη- για να αντεπεξέλθει. Μέσα από το βάσανο και του λιναριού τα πάθη, τα ζεύγη ψυχανεμίζονται την απλότητα που αποτάσσει το χύδην για να περισώσει κάτι πολύτιμο και γι' αυτό απροσδιόριστο - όπως είναι η έκφραση του προσώπου.

 

Απ' όπου και το καλύτερα ο φόνος παρά ο χωρισμός.