Βρήκε την πόρτα μισάνοιχτη και σπρώχνοντάς την μπήκε μέσα. Σαν κάτι να τον οδήγησε. Ίσως η μυρωδιά του καφέ, που του θύμισε καλοκαίρια του Ιουλίου. Ξυπνούσε από νωρίς, ανέβαινε στο σπίτι και καθόταν με τις ώρες. Ο ήχος της καφετιέρας του αποσπούσε τη προσοχή και η μυρωδιά έφτανε μέχρι το μπαλκόνι που καθόταν. Τα σπουργίτια τους έκαναν παρέα.

 

Οδηγήθηκε στη κουζίνα και έπειτα στο μπαλκόνι. Είδε τον παππού να ταϊζει τη γιαγιά. Κοντοστάθηκε και δίστασε να χαιρετήσει. Δεν ήθελε να διακόψει τη μαγική σκηνή αγάπης.

Καλώς τον, του είπε ο παππούς.

 

Πλησίασε και κάθισε στη διπλανή καρέκλα. Δε ξέρει κατα πόσο σίγουρος ήταν αν η γιαγιά τον γνώρισε. Τον κοιτούσε από πάνω μέχρι κάτω, αργά και χαμογελαστά με τα μεγάλα καταγάλανα μάτια της. Το χρώμα της θάλασσας στα μάτια της και η γαλήνη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της. "Γειά σου" σιγοψυθύρισε η γιαγιά. Απάντησε ο ίδιος ρωτώντας την πώς είναι. Δεν τον άκουσε και άλλαξε βλέμμα. Μια φέτα ψωμί βρισκόταν στο τραπέζι. Ο παππούς μασούσε την ψίχα και την πετούσε στο πάτωμα.

 

Τι κάνει; σκέφτηκε.

Μετά από λίγο πλησίασαν τα σπουργίτια και όλο χάρη άρπαξαν τις ψίχες και χάθηκαν. Είχαν μάθει και έρχονταν αρκετά συχνά. Είχαν γίνει η παρέα τους.

Το πανύψηλο πεύκο στον κήπο εμπόδιζε την ορατότητα στα απέναντι σπίτια. Δε μπορούσε κάποιος να διακρίνει ποιος είναι στο μπαλκόνι.

"H μαμά σου καλά είναι; Έρχεται;" ρώτησε η γιαγιά. "Καλά είναι, ναι. Έρχεται, το πρωί ήταν εδώ". Mέχρι να φύγει το ρώτησε άλλες 4 φορές και απάντησε σα να απαντούσε πρώτη φορά. Δε νευρίασε, δε δίστασε.

Τον κοιτούσε πάντα με το χαμόγελο. Όλους τους κοιτούσε με το χαμόγελο. Δεν είχε όμως τη δύναμη να τους χαιρετήσει και να τους σφίξει το χέρι. Αδύναμη εντελώς. Μόνο σωματικά.

 

Ο παππούς έβαλε στο στόμα του ένα τσιγάρο. Τον συντροφεύει εδώ και 70 χρόνια περίπου. Είναι 80 και. Δε λέει να το κόψει. Είναι η συντροφιά του, ο φίλος του, η παρηγοριά του και οι αναμνήσεις του χωριού. Ένα καταπράσινο μέρος. Το ονειρεύεται κάθε φορά που κλείνει τα μάτια. Σα να βρίσκεται εκεί και να ετοιμάζεται να βολτάρει στα σοκάκια του χωριού. Ο τόπος του. Δεν την έχει αφήσει μόνη και δε το έκανε ούτε τώρα. Φαίνεται η σκέψη και η αγωνία στο πρόσωπο του. Δεν έχουν περάσει και λίγα οι δυο τους όλα αυτά τα χρόνια. Θλίψη, στεναχώρια, απώλεια αλλά και πολλή αγάπη. Από το χωριό, στη Σουηδία και πάλι πίσω.

 

Έτσι κυλάει η μέρα. Θα ταϊσουν τα σπουργίτια, μπορεί να κοροϊδέψει ο παππούς τη γιαγιά, να θυμηθεί τα παλιά με κάποιον φίλο που θα τους επισκεφθεί,  να ανάψει ένα τσιγάρο.

Μια κορνίζα κρεμασμένη στο τοίχο του δωματίου. "Ποιος είναι αυτός;".

"O Ούλωφ Πάλμε, ο πρόεδρός μας" είπε η γιαγιά. "Και αυτός;" ρώτησε. "Α, δε ξέρω", απάντησε η γιαγιά.

Ήταν ο παππούς μου.