Πώς καταλαβαίνει κάποιος ότι δεν είστε Έλληνες αν δεν του το πείτε; Μιλάτε άψογα τα ελληνικά!

Ένκε:Μόνο απ' το όνομα.

Έχετε αλλάξει ποτέ το όνομά σας για να κρύψετε ότι είστε ξένοι;

Ένκε:Υπήρχε μια περίοδος, όταν ήμουν 15-16, που το 'κρυβα, το πέρασα αυτό το κόμπλεξ. Στους ανθρώπους που δεν με ήξεραν δεν το έλεγα. Όταν είσαι έφηβος θέλεις να γίνεσαι αποδεκτός, οπότε με είχαν βαφτίσει με διάφορα ονόματα. Σε δουλειές, ας πούμε, ντρεπόταν το αφεντικό να με φωνάξει Ένκε όταν μου έδινε την παραγγελία και ο καθένας με βάφτιζε αλλιώς: Κωνσταντίνο, Άγγελο που μοιάζει κιόλας με το Ένκε, κι ας σημαίνει κάτι άλλο. Κάνα δυο φορές γελάς, αλλά πέρασα κι από αυτή τη φάση. Ή στο λεωφορείο και στο τρένο, όταν μου πιάνει κουβέντα ένας ηλικιωμένος και με ρωτάει «πώς σε λένε αγόρι μου», δεν θα μπω στη διαδικασία να του πω ότι έχω έρθει απ' την Αλβανία. Ίσως όχι τώρα, παλιότερα όμως το έκανα. Γίνεσαι ρατσιστής ο ίδιος απέναντι στον εαυτό σου.

Δαβίδ:Κάνει τη ζωή σου πιο εύκολη... Όταν ήρθα τα πρώτα χρόνια ήμουν ο Αλέκος. Το λέω και στην παράσταση αυτό. Μπήκα σε μια βιοτεχνία να βρω δουλειά χωρίς να ξέρω ούτε μια λέξη ελληνικά, μου δείχνει ο άνθρωπος τον εαυτό του και μου λέει, Κωνσταντίνος. Δαβίδ, του λέω εγώ. Μου λέει «Αλέκος είσαι, τι Δαβίδ;». Λέω, δεν γαμιέται, κι έμεινα δυο χρόνια Αλέκος. Μετά από δυο χρόνια ξανάγινα ο Δαβίδ, το θέμα του ονόματος τελείωσε. Τώρα με ρωτάνε, είσαι Εβραίος; Προσπαθούν οι άνθρωποι να επιβεβαιώσουν τα στερεότυπά τους. Ίσως να τους αρέσει να βάζουν και ταμπέλες.

Έχουν αλλάξει καθόλου τα πράγματα από τότε που ήρθατε στην Ελλάδα; Τουλάχιστον στον τρόπο που σας αντιμετωπίζει ο κόσμος;

Δαβίδ:Είναι πολύ καλύτερα σίγουρα από το '96 που ήρθα εγώ, δεν ήμουν και παιδάκι, ήμουν 21 χρονών, ο Ένκε ήταν 10 χρονών, ίσως δεν το καταλάβαινε τόσο πολύ, είναι πιο εύκολο να μπεις στην κοινωνία όταν είσαι μικρός και να ενσωματωθείς. Είναι αλλιώς για κάποιον μεγαλύτερο. Κι ακόμα χειρότερα για τους γονείς μας, φαντάζομαι.

Ένκε:Για εμάς που κινούμαστε σε καλλιτεχνικούς κύκλους, σπουδάσαμε θέατρο και γενικά συναναστρεφόμαστε ανθρώπους για τους οποίους το διαφορετικό γίνεται πιο εύκολα αποδεκτό ήταν πιο εύκολο να κινηθούμε και να είμαστε αυτοί που θέλουμε πραγματικά. Όχι 100%, αλλά ο κύκλος βοηθάει. Στο λύκειο, ας πούμε, πέρασα πάρα πολύ ωραία. Τα παιδιά εξοικειώθηκαν με την εικόνα του ξένου και σιγά σιγά σε αντιμετώπιζαν εντελώς ίδια με τους υπόλοιπους, γιατί ουσιαστικά δεν είχες και καμιά διαφορά απ' τον άλλο. Φαντάζομαι ότι θα ήταν πολύ πιο δύσκολο αν ήμουν έγχρωμος. Αν και για κάποιο λόγο οι Έλληνες τους έγχρωμους τους αποδέχονται.

Για ποιο λόγο ήρθατε στην Ελλάδα;

Δαβίδ:Είχαν έρθει πρώτα οι γονείς μου να δουν τι γίνεται, εγώ κι ο αδελφός μου ήμασταν φαντάροι τότε. Ήταν πιο εύκολο να έρθεις στην Ελλάδα από τη Γεωργία, παρά να πας σε μια άλλη χώρα. Μπορούσες να πάρεις πιο εύκολα βίζα για την Ελλάδα απ' ό,τι για την Αγγλία ή τη Γαλλία. Είναι και πιο κοντά γεωγραφικά, περνάς μόνο μία χώρα, την Τουρκία, και φτάνεις πιο εύκολα. Είναι και ιδιοσυγκρασιακά πιο κοντά οι Έλληνες. Ήταν δύσκολα χρόνια στη Γεωργία, έπρεπε να φύγουμε, να μεταναστεύσουμε. Ήρθα με τον αδελφό μου δυο χρόνια μετά τους γονείς μας, τα πρώτα χρόνια ήταν κι εδώ δύσκολα. Άκουσα μια ιστορία για Έλληνες που είχαν φύγει στη Γερμανία και μόλις έφτασαν εκεί μάζευαν πράγματα, τα πακέταραν κι ήταν έτοιμοι να επιστρέψουν στο σπίτι τους στην πατρίδα. Υπολόγιζαν να επιστρέψουν σε 2-3 χρόνια, δούλευαν κι αγόραζαν πράγματα για να διακοσμήσουν το σπίτι τους εδώ. Ήταν ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να φύγουν. Μετά από 40 χρόνια, αυτές οι ίδιες κούτες ήταν ακόμα γεμάτες κι έτοιμες να πάνε στην Ελλάδα. Δεν έφυγαν ποτέ. Είναι δύσκολο να γυρίσεις πάλι μόνιμα πίσω. Διάβαζα τους Εμιγκρέδες που είχε ανεβάσει ο Λαέρτης και μου έκανε εντύπωση αυτό που λέει κάπου: «Σκέφτομαι να αγοράσω ένα μικρό σπιτάκι όταν επιστρέψω στην πατρίδα», μετά σκέφτεσαι να μείνεις για να μπορέσεις αγοράσεις ένα μεγαλύτερο σπίτι γιατί μπορεί να παντρευτείς και να κάνεις παιδιά, μετά θέλεις και αυτοκίνητο, να μείνω να δουλέψω λίγο ακόμα, κι αρχίζουν και περνούν τα χρόνια και πολεμάς να ικανοποιήσεις τις ανάγκες σου. Και μένεις εδώ. Ριζώνεις. Κάνεις οικογένεια, παιδιά, πάνε τα παιδιά σχολείο και γίνεσαι ένα κομμάτι της πραγματικότητας εδώ. Στην αρχή δεν υπήρχε επιλογή, δεν έχεις κάποιο στόχο, είναι οι ευκολίες που περιμέναμε στην άλλη χώρα και κοιτάζαμε το μέλλον μας.

Ένκε:Οι λόγοι της μετανάστευσης ήταν οικονομικοί, αλλά εγώ βρέθηκα σε άλλες συνθήκες στην Ελλάδα. Η μητέρα μου ήταν καθηγήτρια της φιλοσοφίας και ιστορίας του κομουνισμού στην Αλβανία και ο πατέρας μου στρατιωτικός, προέκυψε στη μητέρα μου ένα επιδοτούμενο διδακτορικό στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ήρθαμε οικογενειακώς. Με ψεύτικες βίζες, τραβήξαμε διάφορα, δυο μήνες προσπαθούσαμε να περάσουμε τα σύνορα, δεν ήταν εύκολο.

Τι περιμένατε να βρείτε στην Ελλάδα; Είχε καμία σχέση με αυτό που είχατε πλάσει στο μυαλό σας; Διάβασα στο πρόγραμμα της παράστασης για τις ψυχασθένειες των μεταναστών και τη ματαίωση των ονείρων...

Δαβίδ:Δεν βρήκα πάντως αυτό που περίμενα. Η Ελλάδα είναι Δύση για τις ανατολικές χώρες. Βλέπεις ταινίες και φτιάχνεις μια εικόνα: πολυκατοικίες, πάρκα, και βρίσκεις άλλο πράγμα. Όχι κακό απαραίτητα. Πιο πολύ μου είχαν κάνει εντύπωση οι δρόμοι, τα αυτοκίνητα που ήταν το ένα πάνω στο άλλο, που δεν μιλάγανε οι άνθρωποι μεταξύ τους στις πολυκατοικίες. Δεν έλεγαν ούτε γεια, σαν μαλωμένοι. Τέτοια πράγματα μου είχαν κάνει εντύπωση πιο πολύ. Πάντα στη ζωή μου προσπαθώ να μην ονειρεύομαι κάτι που είναι εξωπραγματικό, προσπαθώ να είμαι όσο ρεαλιστής και προσγειωμένος γίνεται. Να κοιτάζω εδώ, όχι πολύ μακριά.

Κρις:Εγώ, ας πούμε, ήρθα τυχαία στην Ελλάδα. Στη Βουλγαρία είχα καλή δουλειά, άσχετη με το θέατρο, αλλά έτυχε να τρακάρω με το αυτοκίνητο, έμεινα στο νοσοκομείο κι έχασα τη δουλειά μου. Κατέβηκα στην Ελλάδα επειδή ήταν η μητέρα μου εδώ - τώρα έκλεισε εδώ 11 χρόνια. Κατέβηκα νόμιμα, δεν ανήκω σε αυτό το κύμα που πέρασε τα σύνορα με τα πόδια. Επειδή είναι κοντινή χώρα, ήξερα ότι δεν θα βρω ουρανοξύστες στην Ελλάδα. Βέβαια, με γοήτευε η θάλασσα, οι φοίνικες που δεν έβλεπες στη Βουλγαρία. Υπολόγιζα ότι θα άραζα σε μια παραλία και θα χαιρόμουν τον ήλιο.

Ένκε:Μικρό μού διάβαζε η μητέρα μου τραγωδίες και μύθους, Ιλιάδα και Οδύσσεια, και όταν ήρθα περίμενα να εντοπίσω αυτό το αρχαιοελληνικό. Κάθε Κυριακή στις 9 το πρωί μας πήγαινε η μητέρα μου βόλτα στην Ακρόπολη επειδή ήταν τσάμπα για όλους, στο Θησείο, υπήρχε η ιδέα αυτού του αρχαίου ελληνικού κάλλους, το πνεύμα, τα νησιά. Δεν θα ξεχάσω τη φορά που πρωτοπήγα σε νησί, ήταν ουάου, Greece τελείως, ζήσε το μύθο σου...

Δαβίδ:Περίμενα πανεπιστήμια και φιλοσοφικές σχολές, πολλά πάρκα και αγάλματα παντού, όπως στη Βενετία, φιγούρες από νικητές περασμένων Ολυμπιάδων.

Ένκε:Κακά τα ψέματα, όταν είναι οικονομικοί οι λόγοι, όταν δεν έχεις να φας κι έρχεσαι εδώ και βρίσκεις πολλά από αυτά που σου λείπουν, σου κάνει μεγάλη εντύπωση η χώρα. Ας πούμε, έφαγα ξανά κρουασάν φράουλα μετά από 15 χρόνια και μου ήρθε αυτή η γεύση, όταν πρωτοδοκίμασα κρουασάν φράουλα, και ήταν πολύ συγκινητικό. Το χάνεις λίγο αυτό όσο περνάει ο καιρός. Με το επάγγελμα που κάνουμε, πάντα αναγκάζεσαι να αναπολήσεις, να επαναφέρεις πράγματα στη μνήμη σου. Ακόμα και το σουβλάκι θυμάμαι πως φάνταζε στα μάτια μου αλλιώς τότε.

Κρις:Η πιο μεγάλη δυσκολία για μένα στην αρχή ήταν η γλώσσα. Όταν άρχισα να μαθαίνω, προσπαθούσα να φτιάξω σωστά τις φράσεις μεταφράζοντας αυτά που σκεφτόμουν. Μέχρι να το κάνω, οι άνθρωποι είχαν εξαφανιστεί! Δεν έχω δει ρατσισμό απέναντί μου, να με δούνε και να πουν ο Βούλγαρος, τι να τον κάνουμε; Κι αν έχει συμβεί, δεν το έχω καταλάβει. Νομίζω ότι αν είσαι ανοιχτός εσύ, είναι και οι άνθρωποι απέναντί σου. Δοκιμάζεις και μέχρι εκεί που σε παίρνει, δεν επιχείρησα να γίνω και στέλεχος σε επιχείρηση. Δεν φτιάχνω μεγάλα πράγματα στο μυαλό μου.

Ποια είναι η σχέση σας με την πατρίδα σας; Σκέφτεστε να επιστρέψετε μια μέρα;

Ένκε:Η παιδεία που έχω διδαχτεί είναι ελληνική, έχω να πάω στην Αλβανία 15 χρόνια, ακόμα και τα αλβανικά μου είναι σπαστά, χάλια, ο τρόπος σκέψης μου είναι ελληνικός, ακόμα και σε στιγμές θυμού και έντονων συναισθημάτων, που υποτίθεται ότι σου βγαίνει στη μητρική σου γλώσσα, εμένα μου βγαίνει στα ελληνικά. Δεν σκέφτομαι να επιστρέψω. Εδώ είναι οι φίλοι μου, η ζωή μου. Θα μπορούσα να πάω σε κάποια άλλη χώρα για κάποιο διάστημα για τη δική μου καλύτερη μόρφωση, αλλά στην Αλβανία δεν γυρίζω. Έχω ριζώσει εδώ. Τώρα είμαι εκεί ξένος.

Έχετε ποτέ έρθει στη θέση των Ελλήνων, να τους δικαιολογήσετε για την πιθανόν αρνητική συμπεριφορά;

Κρις:Τώρα που η Βουλγαρία μπήκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το σκέφτομαι, φαντάζομαι ότι σε πέντε χρόνια θα γίνει κι εκεί ό,τι έγινε εδώ, θα αρχίσει να δέχεται Πακιστανούς γιατί θα είναι πιο εύκολο να μπουν. Γι' αυτό δικαιολογώ κάπως τη συμπεριφορά των Ελλήνων.

Δαβίδ:Ήταν άγνωστο φρούτο για τον Έλληνα. Όταν μια χώρα δεν είναι έτοιμη να δεχτεί μετανάστες και γίνεται ένα μπαμ, είναι φυσικό να υπάρχουν οι αρνητικές αντιδράσεις. Ήταν μαζική η εισροή, δεν μιλάμε για 1.000 άτομα.

Ένκε:Η παράσταση διαπραγματεύεται τη δεύτερη γενιά μεταναστών, δεν μιλάει για το ρατσισμό, το έχουμε πάει αλλού το θέμα πια. Το έχουμε αποδεχτεί ότι είμαστε ξένοι, το μόνο που μας πειράζει πια είναι που ενώ έχουμε φτιάξει τις καριέρες μας, έχουμε μπει σε άλλους χώρους και παίρνουμε ένα σταθερό μισθό, το πρόβλημα είναι τα χαρτιά. Είμαι αναγκασμένος κάθε χρόνο να μπαίνω σε μια ουρά με άλλους 800 νοματαίους και να μου βγαίνουν κι εμένα ρατσιστικά αισθήματα απέναντι στους άλλους ξένους. Υπάρχει πολύ έντονος ο ρατσισμός μεταξύ ξένων, να ξέρεις. Αυτό είναι που κυρίως με απασχολεί. Η ελληνική πραγματικότητα -αυτή που βλέπω εγώ ως ελληνική πραγματικότητα και οι άνθρωποι που συναναστρέφομαι- δεν το έχει αυτό που εννοείς, έχει φύγει. Υπάρχουν κάποια ψήγματα, κάποια φαντάσματα, αλλά το πρόβλημά μου δεν είναι ο ρατσισμός, είναι τα χαρτιά. Θέλω τα Χριστούγεννα να πάω κι εγώ έξω ένα ταξίδι και δεν μπορώ γιατί δεν μου έχει βγει η άδεια παραμονής. Γιατί να μην μπορώ κι εγώ να ταξιδέψω μετά από 15 χρόνια στην Ελλάδα; Δουλεύω εδώ, πληρώνω φόρους, έχω ελληνική παιδεία, δίνω σε αυτό τον τόπο όσο μου δίνει. Και μιλάμε για μια άδεια παραμονής.

Δαβίδ:Μιλάμε ότι παντρεύεσαι και δεν μπορείς να πάρεις άδεια, να γεννιέσαι εδώ και να μη σου δίνουν πιστοποιητικό, σου δίνουν μόνο ένα χαρτί ότι γεννήθηκες στην Ελλάδα. Όταν μεγαλώσει το παιδί δεν έχει υπηκοότητα σε καμία χώρα. Και να γυρίσει στην πατρίδα των γονιών του δεν θα πάρει διαβατήριο. Δεν υπάρχει πουθενά.

Κρις:Οι φίλοι μου είναι Έλληνες και ξεχνάνε ότι είμαι ξένος. Το θυμούνται μόνο όταν τρέχω να βγάλω τα χαρτιά.

Ένκε:Οι μόνοι ξένοι που έχουν αφομοιωθεί πια στην ελληνική κοινωνία είναι οι Αλβανοί. Μιλάνε καλά ελληνικά, έχουν κάνει δουλειές, στην Ορχήστρα των Χρωμάτων οι μισοί είναι Αλβανοί, στη Λυρική Σκηνή το ίδιο, γίνεται πια, η νέα γενιά αφομοιώνεται.

Έχετε κάνει σχέσεις με Ελληνίδα;

Δαβίδ:Προσωπικά, όλες μου οι σχέσεις ήταν και είναι με Ελληνίδες. Δεν είχα καμιά Γεωργιανή.

Κρις:Κι εγώ επίσης.

Ένκε:Στην αρχή υπήρχε αυτό, πώς σε λένε, έλεγες το όνομά σου και εξαφανίζονταν... Πήγαιναν δήθεν να πάρουν ποτό στο μπαρ. Αλλάζει αυτό όμως. Λες ότι είσαι ηθοποιός και η συμπεριφορά του κόσμου αλλάζει.