Ο ήρωας τηςΔιόρθωσης λέγεται Γιώργος Σημαιοφορίδης, εσύ Γιώργος Συμεωνίδης. Ήταν τυχαία η (παραλίγο) συνωνυμία;

 

Ήταν τελείως τυχαίο και αυτοσχεδιαστικό - γενικά η ταινία έχει πολύ αυτοσχεδιασμό, η λογική του σεναρίου άφηνε τέτοια περιθώρια, αλλά και για στοιχεία ντοκιμαντέρ. Ήταν αυτοσχεδιασμός δικός μου, να πω την αλήθεια, όταν γυρίζαμε τη σκηνή, μου ήρθε να πω το δικό μου όνομα και τελικά μου βγήκε το Σημαιοφορίδης συνειρμικά - έχει κι ο ίδιος τα «λάβαρά» του άλλωστε.

Το δικό σου «λάβαρο» ποιο είναι;

Το δικό μου είναι το λάβαρο της ειρήνης, του πολιτισμού, της σεμνότητας, των χαμηλών τόνων και της πολλής δουλειάς.

Πώς ξεκίνησες;

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη και στο λύκειο ήρθα εδώ και ήδη από τα 16 μου άρχισα να ασχολούμαι με το θέατρο. Ουσιαστικά όλα αυτά τα χρόνια και τώρα θέατρο κάνω - παίζω και διδάσκω επίσης. Ο κινηματογράφος δυστυχώς δεν είναι κάτι που μπορώ να κυνηγήσω εύκολα, γι' αυτό και δεν έχω κάνει πολύ. Έκανα την Όλγα Ρόμπερτςτου Βακαλόπουλου, κάποιες μικρού μήκους και αυτή είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους στην οποία πρωταγωνιστώ.

Προσπαθώ να καταλάβω σε ποια σημεία ταυτίστηκες μ' αυτόν τον ήρωα... Με το ποδόσφαιρο πώς τα πας;

Το ποδόσφαιρο δεν μ' αρέσει. Μ' αρέσει να παίζω βέβαια, αλλά όχι να βλέπω. Πώς ταυτίστηκα τώρα, καλή ερώτηση... Επειδή δεν έχει άμεση σχέση η ταινία με την ποδοσφαιρική φάση, ήταν κάπως πιο εύκολα τα πράγματα. Δηλαδή αν είχε να κάνει με τη συμπεριφορά ενός οπαδού, ομολογώ ότι θα ήταν πιο πολύπλοκο, θα έπρεπε να πάω στο γήπεδο κ.λπ., αλλά επειδή δεν είχε τέτοια άμεση απαίτηση και ήταν κυρίως μια μάχη ενός ανθρώπου να «διορθώσει» τα πράγματα μέσα του και γύρω του, ήταν πιο μέσα στη δουλειά μου ως ηθοποιού.

Η ταινία παρουσιάζει μια εικόνα της Αθήνας πολύ αληθινή αλλά ταυτόχρονα πολύ σκληρή, σχεδόν εφιαλτική. Πόσο εξοικειωμένος ήσουν εσύ με αυτή την πλευρά της;

Καθόλου. Μου ήταν πολύ δύσκολο. Έχω ταξιδέψει πολύ και μ' αρέσει το πολυπολιτισμικό περιβάλλον. Μ' αρέσει και το ότι η Αθήνα έχει όλο αυτό τον κόσμο που έρχεται για να βρει τη μοίρα του, να αναζητήσει μια καλύτερη ζωή...

Ο κόσμος όμως αυτός τραβάει πολύ μεγάλη ταλαιπωρία.

Ναι, και ρατσισμό και απομόνωση και ανοργανωσιά (που υφιστάμεθα κι εμείς οι Έλληνες βέβαια). Διαπιστώνεις ότι μέσα σ' αυτό το άγριο περιβάλλον, το σκληρό και αληθινό, δεν υπάρχει η δεκτικότητα τόσο από το ελληνικό κράτος όσο και από εμάς του ίδιους. Ως ένα σημείο είναι λογικό να φοβάσαι το άγνωστο αλλά, όσον αφορά εμένα τουλάχιστον, που με αφορμή την ταινία βρέθηκα κοντά σ' αυτούς τους ανθρώπους, συνειδητοποίησα για μια ακόμα φορά το πόσα πολλά πράγματα έχουμε και πόσα περιττά μας περιτριγυρίζουν, το πόσο εύκολα χάνουμε την ουσία των πραγμάτων και το πόσο δύσκολο είναι να είμαστε ανθρώπινοι στα πιο απλά: Να είμαστε ευγενείς στην καθημερινότητά μας, για παράδειγμα. Δεν χρειάζονται πολλά για να αλλάξουμε τη ζωή μας και δεν χρειάζεται να το περιμένουμε από τα κράτη αυτό.

Αυτός είναι και ο στόχος του σκηνοθέτη; Ήθελε να λειτουργήσει η ταινία και «εκπαιδευτικά», να αφυπνίσει λίγο τον Αθηναίο που περνάει κάθε πρωί από την πλατεία Κλαυθμώνος αγνοώντας ότι εκεί ζουν άστεγοι;

Είναι κι αυτή μια επιδίωξη, σεμνά όμως και με πολύ χαμηλούς τόνους, δεν υψώνει δηλαδή το δάχτυλο. Υποσυνείδητα, όπως και κάθε έργο τέχνης, έχει την πρότασή του, θέλει να μας κάνει να σκεφτούμε άλλα όχι με τρόπο ηθικοπλαστικό, ψυχοδραματικό.

Μιλάει για σημαντικά κοινωνικά θέματα, αλλά δεν παίρνει το μέρος κανενός.

Ναι, δεν παίρνει το μέρος κανενός.

Σ' αυτό το πλαίσιο πιστεύεις ότι μπορεί να ταυτιστεί κάποιος με τον ήρωα;

Δύσκολα. Και ίσως να μη θέλει να ταυτιστεί, γιατί τον βαρύνει ένας φόνος και μάλιστα για ασήμαντη αφορμή. Άρα είναι μάλλον απωθητικό για το θεατή να ταυτίζεται. Θα μπορούσε ίσως να ταυτιστεί παρακολουθώντας τη μοναξιά αυτού του ανθρώπου μετά από το λάθος που έκανε. Αν έχει να κερδίσει κάτι ο θεατής είναι στο να αντιληφθεί ότι η τιμωρία και η μάχη είναι ουσιαστικά με τον εαυτό σου. Και αυτό είναι το μεγάλο, το βαρύ φορτίο. Όταν κάνεις ένα λάθος, όταν έχεις λοξοδρομήσει, ή όταν οι αντιλήψεις σου σε έχουν οδηγήσει σε λάθος επιλογές, κινδυνεύεις κάποια στιγμή να βρεθείς αντιμέτωπος με τον εαυτό σου.

Κερδίζει ο Γιώργος τελικά;

Νομίζω ότι κερδίζει ελάχιστα. Δεν κερδίζει αυτά που περίμενε να κερδίσει, δεν διορθώνει αυτά που περίμενε να διορθώσει.

Θα μπορούσε στην πραγματική ζωή να τα διορθώσει;

Νομίζω πως όχι. Γιατί απλούστατα ο φόνος είναι κάτι το ανεπανόρθωτο. Δεν μπορείς να επαναφέρεις στη ζωή έναν άνθρωπο που τον έχεις σκοτώσει.

Δεν του χαρίζεται και κανένας όμως στην ταινία. Ακόμα και οι «δικοί» του, παρ' όλο που δεν τους προδίδει όσο είναι στη φυλακή.

Ναι, όταν διαπιστώνουν ότι έχει αλλάξει στρατόπεδο, προσπαθεί να διορθώσει, δεν σχετίζεται με αυτούς που θα έπρεπε να σχετίζεται. Και καταλήγει να είναι outsider, ξένος κι αυτός στη δική του πόλη και να τριγυρνάει, προσπαθώντας να επιβιώσει και να βρει την άκρη ενός νήματος, να γίνει από κάπου αποδεκτός.

Δεν είναι και πολύ αισιόδοξη η ταινία πάντως.

Δεν είναι. Και γιατί να είναι; Η υπερβολική, η περιττή αισιοδοξία με ενοχλεί.

Τέτοιου τύπου ταινίες πιστεύεις ότι έχουν απήχηση; Σε σχέση με τις πιο ψυχαγωγικές δηλαδή.

Δύσκολο να το απαντήσω. Νομίζω ότι η ταινία θα είχε μεγαλύτερη απήχηση στο εξωτερικό γιατί εκεί είναι πιο ανοιχτοί οι άνθρωποι. Πιστεύω ότι είναι θέμα παιδείας και κοινωνικού κώδικα, που λείπει εντελώς από τη χώρα μας. Δεν κάνουμε το παραμικρό ώστε να εξαλειφθεί κάποια στιγμή η κουλτούρα της Τουρκοκρατίας που μας έχει κληροδοτήσει τη λογική του μπακλαβά, του ρουσφετιού, του ραχάτ, του μπακσίς. Όχι ότι στο εξωτερικό είναι ο παράδεισος, ότι δεν έχουν προβλήματα ή φαινόμενα ρατσισμού και φασισμού ακόμα και στις κοινωνικές τους δομές.

Είναι μια μάχη που πρέπει να δώσει ο καθένας μας ξεχωριστά σε καθημερινό επίπεδο... Όταν γυρίζαμε την ταινία κάπου στην Αχαρνών, ένας περαστικός μας ρώτησε «γυρνάτε ταινία;», «ναι» του λέμε, «και καλά, αυτό το πράγμα δείχνετε;» και εννοούσε «αυτή την ασχήμια δείχνετε;». Και σκέφτηκα, κοίτα να δεις, αυτός ο άνθρωπος ζει εκεί και έχει αυτή την αντίληψη για τη γειτονιά του και αναρωτήθηκα, για ποιο λόγο, βρε άνθρωπε, κάνεις αυτό το μίζερο σχόλιο; Αν σου φαίνεται τόσο άσχημη η γειτονιά σου λοιπόν, φύγε και, αν δεν μπορείς, τότε πάψε να γκρινιάζεις, προσπάθησε να συμφιλιωθείς με αυτό, να το δεις με άλλο μάτι, να ανακαλύψεις την ομορφιά μέσα από αυτό. Κάπως πρέπει να βρεις τη λύση, γιατί εσένα αφορά. Δεν πρέπει να τα περιμένεις όλα από τους άλλους.

Μια από τις καλύτερες ατάκες της ταινίας, πάντως, έρχεται από τον Αλβανό ιδιοκτήτη του σουβλατζίδικου: «Αν είναι να σωθεί αυτή η χώρα, μόνο οι Αλβανοί θα τη σώσουν»... Εσύ τι θα άλλαζες αν ήταν στο χέρι σου; Γιατί παρόμοια «παράπονα» έχω ακούσει από πολλούς, αλλά δεν βλέπω να κινείται κανείς. Γιατί δεν κάνετε κάτι όλοι μαζί οι καλλιτέχνες;

Πολύ καλή ερώτηση, αλλά στο χώρο στον οποίο κινούμαι αυτό αποτελεί μια ακόμα διαπίστωση. Είναι πολύ δύσκολο να συνεργαστούν οι Έλληνες και πολύ λυπάμαι που το λέω. Παρ' όλο που ασχολούμαι με ένα επάγγελμα που απαιτεί συνολική δουλειά, δεν υπάρχει διάθεση για ενέργειες σε επίπεδο συνόλου. Ξέρω ότι ακούγομαι λίγο απαισιόδοξος και κάθετος, θεωρώ όμως ότι υπάρχει φως, απλώς στην Ελλάδα εκπέμπεται από μεμονωμένες προσωπικότητες, είναι δύσκολο να φανεί παραέξω. Υπάρχουν πάρα πολλοί αξιόλογοι άνθρωποι σ' αυτήν τη χώρα αλλά δεν τους επιτρέπει κανένα σύστημα να δείξουν αυτό το φως. Κι όμως αυτό είναι που κρατάει αυτή τη χώρα, και όχι τα κόμματα και η πολιτική.

Πιστεύεις ότι η κατάσταση αυτή «διώχνει» τους καλλιτέχνες από τη χώρα;

Αυτό που πιστεύω, και ίσως ακουστεί ρομαντικό, είναι ότι αυτή η κατάσταση κάνει κακό στην ίδια τη χώρα. Το να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα με αυτό τον τρόπο δεν κάνει κακό σε μένα, έναν μεμονωμένο καλλιτέχνη, το ζήτημα είναι να βελτιωθεί συνολικά η ποιότητα της ζωής μας, η επικοινωνία μεταξύ μας, η καθημερινότητά μας.

Στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης πήρες το πρώτο βραβείο ανδρικής ερμηνείας. Ήταν αυτό το «διαβατήριό» σου για τη Γαλλία;

Όχι, η Γαλλία ήταν κλεισμένη από πριν. Κάνω μια πολύ συγκεκριμένη δουλειά εκεί, συμμετέχω στην παράσταση της Λίλο Μπάουρ FishLove, που βασίζεται σε διηγήματα του Τσέχωφ. Έχει παιχτεί ήδη στη Λωζάνη και στο Νανσύ στη Γαλλία και τώρα θα παιχτεί στο Παρίσι. Ο θίασος είναι πολυπολιτισμικός, παίζουν δυο Έλληνες, ο Κώστας Φιλίππογλου κι εγώ, ένας Γάλλος, ένας Ρώσος, μια Ελβετίδα, μια Πορτογαλίδα κ.λπ.

Και στην ταινία παίζουν ξένοι ηθοποιοί. Είναι μια ανερχόμενη τάση τα πολυπολιτισμικάcast;

Αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα. Έρχεται να παίξει σε μια παράσταση ένας Αλβανός, ένας Βούλγαρος, και αισθανόμαστε «κάπως», με την κακή και την καλή έννοια. Με την κακή, λέμε «τι θέλει αυτός εδώ τώρα;», με την καλή, τον κοιτάμε με θαυμασμό, που πάλι δεν είναι σωστό. Στο εξωτερικό πάντως αυτά έχουν ξεπεραστεί εδώ και πολλά χρόνια - αυτό που λέμε ότι η τέχνη ενώνει τους ανθρώπους έξω ισχύει, οι θίασοι είναι πολυπολιτισμικοί, οι απόψεις όλων είναι σεβαστές. Εδώ εμείς ακόμα αναρωτιόμαστε.

Θα γυρίσεις στην Ελλάδα;

Βέβαια, εδώ θέλω να είμαι, την Ελλάδα την αγαπώ. Μετά τη Γαλλία θα συμμετάσχω σε μια παράσταση του Φεστιβάλ το καλοκαίρι, που θα τη σκηνοθετήσει ο Κουρτάκης.

Είσαι επιλεκτικός; Δεν υπάρχει κάποιος ρόλος που θα ήθελες να παίξεις;

Δεν μπορώ να επιλέξω με βάση κάποιες δικές μου προσδοκίες. Θεωρώ όλους τους ρόλους εξίσου ενδιαφέροντες. Όταν ασχολείσαι με έναν ρόλο ασχολείσαι με ένα ανθρώπινο ον και η αξία όλων των ανθρώπων είναι ίδια. Όλοι έχουν αξία και η ψυχή τους είναι αχανής. Άρα οποιοσδήποτε ρόλος έχει τρομακτικό ενδιαφέρον. Αν δεις με πραγματικό ενδιαφέρον αυτό που κάνεις, μπορείς να το κάνεις να λάμψει και να έχει ιδιαίτερο νόημα και για το θεατή και για σένα που το κάνεις.

Μιλάς με πάθος και ευφράδεια - αναρωτιέμαι πώς άντεξες σε ολόκληρη την ταινία να πεις μόνο πέντε λέξεις!

Μα, είναι η δουλειά μου! Και να σου πω κάτι, ντρέπομαι που δίνω συνεντεύξεις, νιώθω μεγάλη ευθύνη να έχω δημόσιο λόγο. Έχω τη θαυμάσια τύχη να επικοινωνώ μέσα από το έργο μου, να εκφράζομαι μέσα από το έργο μου και να κρίνομαι από αυτό...