Το κοινό του τον λατρεύει. Ο ηλεκτρισμός στην ατμόσφαιρα και ο ενθουσιασμός που επικρατούν στα καθιερωμένα live του τις τελευταίες Δευτέρες του Ιούνη και του Νοέμβρη είναι δύσκολο να περιγραφούν, είναι απλά μια εμπειρία. Αξέχαστη. Ο ίδιος είχε δηλώσει ότι δεν πρόκειται να ξανακυκλοφορήσει επίσημο άλμπουμ, αλλά αυτό τον καιρό δουλεύει στο στούντιο νέα κομμάτια και ετοιμάζεται για φθινοπωρινή επιστροφή («μετάνιωσα» μου εξηγεί). Στο μεταξύ οι κασέτες και τα «bootleg» cd που έχει φτιάξει τα τελευταία χρόνια κυκλοφορούν χέρι με χέρι και είναι ήδη «μυθικά» κομμάτια της υπόγειας αστικής κουλτούρας. «Πολλές φορές ακούω να χτυπάνε σε κινητά κομμάτια μου που δεν τα έχω ούτε ο ίδιος», λέει, «απορώ πού τα βρίσκουν…». Ο Παναγιώτης, που έγινε γνωστός ως Taki Tsan και είναι από τις πιο αναγνωρίσιμες περσόνες του εγχώριου χιπ χοπ, είναι πια 29 χρόνων, πατέρας ενός τρίχρονου γιού και μιας νεογέννητης κόρης.

Είναι ένας Τάκης διαφορετικός, σχεδόν αγνώριστος. Τον συναντήσαμε στο στούντιο True Love Tattoo όπου εργάζεται, στη Νέα Ιωνία, μέσα σε περιβάλλον που θυμίζει χειρουργείο. «Απ’ αυτό ζω», λέει. Την ώρα της φωτογράφισης η γυναίκα του μου εξιστορεί την πρώτη φορά που πήγαν να γνωρίσουν τους δικούς της. «Ήταν γεμάτος τατουάζ», λέει, «του είπα να φορέσει μακρυμάνικη μπλούζα για να μη φαίνονται, τουλάχιστον από την πρώτη στιγμή, γιατί στην οικογένειά μου δεν είχαν γνωρίσει άλλον με tattoo. Είναι σχεδόν όλοι καθηγητές και αρκετά έξω από αυτό. Κάποια στιγμή στο φαγητό είδε η μάνα μου τα δάχτυλά του και τον ρώτησε “τι σχέδια έχεις στο χέρι σου;”. Κι αυτός ξέρεις τι της είπε; “Δεν έχω μόνο αυτό!”. Κι άρχισε να της δείχνει μέχρι πάνω τα χέρια και την κοιλιά! Ευτυχώς, τον λάτρεψαν». Είναι η στιγμή που ο Τάκης επιστρέφει από τη φωτογράφιση και αρχίζει να φιλοσοφεί.

«Γεννήθηκα το 1979 από Έλληνες γονείς στο Σαν Ντιέγκο, στην Αμερική», λέει ο Τάκης, «στην Ελλάδα ήρθαμε το 1984. Ξεκίνησα με άλλα ακούσματα, πιο εμπορικά, δεν ήταν ακριβώς χιπ χοπ οι Snap! και οι Technotronik. Τους Ζωντανούς Νεκρούς τους φτιάξαμε με άλλα τέσσερα παιδιά πριν από δέκα χρόνια και ήμουν πάντα ευχαριστημένος απ’ το συγκρότημα, απ’ τα παιδιά, απ’ την πορεία. Ο κόσμος μπορεί να ήθελε κι άλλο, αλλά δεν το έβρισκα απαραίτητο. Δεν τελείωσε άλλωστε, η συνέχειά του είμαστε τα ίδια τα μέλη του, το βρίσκω πιο σωστό να κινείται ο καθένας στο πεδίο που θέλει, χωρίς περιορισμούς από τους υπόλοιπους. Ίσως γίνει κάποτε κίνηση να ξαναενώσουμε το γκρουπ, είναι κι αυτό μέσα στο κόλπο… Σταμάτησα κάποια στιγμή να βγάζω δίσκους και δήλωσα ότι δεν θα ξανακάνω CD επειδή είχα ξενερώσει με τη ραπ σκηνή στην Ελλάδα. Δεν ήθελα να είμαι κι εγώ τμήμα της. Μετά σκέφτηκα, γιατί να κάνω τη χάρη σε όλους αυτούς που ήθελαν να τα παρατήσω; Δεν επιστρέφω για να τους τη σπάσω, θέλω να εκφραστώ, το έχω ανάγκη».

«Το κοινό μου είναι πορωμένο. Ξέρεις γιατί; Επειδή γνωρίζομαι μαζί τους. Μπορούν να έρθουν να με βρουν να μιλήσουμε, δεν θεωρώ ότι είμαι πάνω απ’ αυτούς, είμαι ένας απ’ αυτούς. Ξέρω ότι χωρίς αυτούς δεν υπάρχω. Τους δίνω φωνή, αυτά που λέω εκφράζουν μια μεγάλη μερίδα απ’ όσους με ακούνε. Ξέρω ότι προσελκύω μεγάλη γκάμα κοινού που μπορώ να επηρεάσω. Μπορείς να δημιουργήσεις μια έκρηξη και είναι μεγάλη η ευθύνη. Δεν το κάνω. Οφείλεις να ρίχνεις τους τόνους. Απ’ την άλλη, δεν πρόκειται να αλλάξω κάτι σε αυτά που λέω, μεγαλώνοντας αλλάζεις απλά τον τρόπο. Προσπαθώ να το κρατάω όλο αυτό underground, κι ας το ξέρει λιγότερος κόσμος, για να μην κάνω εκπτώσεις. Θα μπορούσα να κάνω περισσότερο ποπ και να είχα πιο μεγάλες επιτυχίες, είναι τεράστια όμως η ευθύνη όταν σε ακούν 12χρονοι και 15χρονοι».

«Ξέρεις πότε είσαι πετυχημένος; Όταν μπορείς να σταθείς όρθιος και να πολεμήσεις ανά πάσα στιγμή. Όταν μπορείς να τα αφήσεις όλα πίσω σου για να προχωρήσεις. Επί τόπου. Όταν είσαι ελεύθερος. Επιτυχία δεν είναι τα λεφτά, είναι να σε αγαπάνε οι άλλοι».

«Με ενοχλούν τα πρεζόνια και οι ζητιάνοι στο δρόμο. Στεναχωριέμαι, τσαντίζομαι, γιατί σημαίνει ότι δεν υπάρχει ενδιαφέρον γι’ αυτούς, δεν υπάρχει περίθαλψη. Με ενοχλεί αφάνταστα όταν κάνεις τα νέα παιδιά άχρηστα. Θα με ρωτήσει κάποια στιγμή το παιδί μου και δεν θα ξέρω τι να του πω. Δεν είναι χειρότερος ο κόσμος απ’ ό,τι ήταν πριν από 100 χρόνια. Με ενοχλεί η αδιαφορία όμως και που όλοι ρίχνουμε το φταίξιμο στους άλλους. Που κοιτάζουμε να βολευτούμε και όχι να λύσουμε κάποια προβλήματα».

«Το ραπ για να το κάνεις όπως εγώ θέλει βρομιά, θέλει λέρα. Κι αυτή τη λέρα τη σέρνω δέκα χρόνια πίσω μου. Δεν έχω μόνο κέρδος απ’ αυτό. Απ’ τα τραγούδια που λες σου μένει η στάμπα του αλήτη».

«Κάθε πρωί που ξυπνάω ευχαριστώ το Θεό που είμαι πίσω και συνεχίζω για άλλη μια μέρα. Είναι ευγνωμοσύνη σε αυτό που αντιλαμβάνομαι εγώ ως Θεό, στα πάντα γύρω μου, στο οξυγόνο, στη μουσική. Πρέπει να αρπάζεις τη μέρα και να τη ζεις σαν να είναι η τελευταία σου».

«Η ζωή με έχει διδάξει ότι πάντα υπάρχει και κάτι άλλο να μάθεις. Ότι δεν ξέρεις ποτέ, ότι πάντα υπάρχει κάποιος καλύτερος από σένα, ότι πάντα πρέπει να κρατάς πισινή και να βασίζεσαι στον εαυτό σου. Ότι πρέπει να τα περιμένεις όλα από όλους, αλλά και τίποτα από κανέναν…».