ΤΟ ΚΑΤΩ ΧΑΛΑΝΔΡΙ είναι κάτι μεταξύ Ψυχικού και Χαλανδρίου. Μια περιοχή που είναι και κοντά στο κέντρο και είναι παράλληλα και απόκεντρο. Όπως και ο Πέτρος Τατσόπουλος. Συγγραφέας, αρθρογράφος, πνευματικός άνθρωπος, παρουσιαστής του «1821», πανελίστας, και ένας γκρινιάρης διανοούμενος. Όπου σταθεί και τοποθετηθεί, όλα και όλοι μπορεί να του φταίνε. Ειδικά αν είναι παράγωγα του ελληνικού έθνους, η γέννηση του οποίου αναλύεται στο καινούργιο ντοκιμαντέρ του Σκάι, που κάθε Τρίτη σκανδαλίζει τους απόγονους του Περικλή και προξενεί ενδιαφέρον στους υπόλοιπους. Με υποδέχεται στο σαλόνι του, κάθεται βολικά στον καναπέ, προσφέρει ένα ποτήρι νερό και αρχίζει να μιλά όπως με συμφέρει. Δημοσιογραφικά και ατακαδόρικα...

ΜΕ ΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ θεωρείται παιδί-θαύμα. Το πρώτο του βιβλίο το έγραψε 21 ετών (Οι Ανήλικοι, 1980) και σχεδόν αμέσως καθιερώθηκε. Επειδή υπήρξε αντικείμενο απίστευτης λατρείας από τους νέους, σήμερα στέκεται κριτικά απέναντί τους: «Οι νέοι ίσως να είναι περισσότερο μαλάκες από τις άλλες ομάδες γιατί έχουν και αυτό τον κομπασμό. Επειδή δεν ξέρουν νομίζουν ότι την ιδέα που τους πέρασε από το μυαλό τη σκέφτηκαν πρώτοι, μου λέει και μετά κάνει τη γνωστή στροφή, «πάντα, όμως, συναντάς και εξαιρετικές περιπτώσεις». Εκτός από βαρετούς τους θεωρεί και αμόρφωτους: «Το 1980 υπήρχε μια ειδοποιός διαφορά απέναντι στη βλακεία. Υπήρχε ένα δέος όταν δεν καταλαβαίναμε κάτι. Μπαίναμε να δούμε Ταρκόφσκι (λέει και το γραφικό "έπαιζαν ακόμα οι αίθουσες Ταρκόφσκι") και δεν καταλαβαίναμε τίποτα. Έλεγα ότι είμαι τούβλο που δεν κατάλαβα και ότι την επόμενη φορά πρέπει να καταλάβω. Αντίστοιχα, ο γιος μου, αν δει Ταρκόφσκι και δεν τον καταλάβει, θα πιστέψει ότι ο Ταρκόφσκι είναι ηλίθιος. Έχει αλλάξει η σχέση των νέων με τις πληροφορίες. Εγώ ήξερα ή δεν ήξερα κάτι. Ο νέος δεν έχει την αίσθηση ότι δεν ξέρει κάτι, αλλά ότι όλες οι πληροφορίες υπάρχουν κάπου, στο Google π.χ., και αν και όποτε του τις ζητήσουν, θα τις βρει. Εμείς ποτέ δεν θεωρήσαμε περιττή τη γνώση». Εκτός από όλα αυτά, οι νέοι, κατά τον Τατσόπουλο, είναι και ασεξουαλικοί. «Αν μπορείς να βλέπεις 30.000 τσόντες στο youporn από τα οχτώ σου χρόνια, μετά τι ερωτικά ερεθίσματα να αναπτύξεις;». Ανασκουμπώνομαι. «Δεν λέω για τη δική σου γενιά, αλλά γι' αυτές που έρχονται», με καθησυχάζει.

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΠΡΟΣΦΑΤΑ από τις εκδόσεις Οξύ το Βιβλίο για τα βιβλία. Μια συλλογή από κείμενα-προτροπές γι' αυτά που διάβασε τα τελευταία επτά χρόνια. Δεν του έκανα ούτε μια ερώτηση γι' αυτό. Ούτε και αυτός το ανέφερε. Αυτό που πουλάει είναι η τηλεόραση. Και ο Τατσόπουλος πάντα είχε μια σχέση αγάπης και μίσους μαζί της. Το πρώτο επεισόδιο του «1821» ξεσήκωσε αρκετές εθνικιστικές αντιδράσεις. Ο παρουσιαστής δεν μας κουράζει, βάζοντάς μας να τις αναζητήσουμε. Τις περισσότερες τις αναρτά μόνος του στην προσωπική του σελίδα στο Facebook. «Από νοσηρή αίσθηση της ψυχαγωγίας και από φοβερό μαζοχισμό μπαίνω στα μπλογκ των εθνικιστών. Μου έχει γίνει έξη. Αλλά είδα ότι και η επίσημη σελίδα του "1821" στo Facebook κατελήφθη μέσα σε μια μέρα από φασίστες. Τι προδότες, τι λέσχη Μπίλντεμπερκ, τι ότι τα παίρνουμε από τον Σόρος. Θα περίμενες, όμως, να είναι στοιχειωδώς συνεπείς με την ίδια τους την παράνοια. Από τη στιγμή που η τηλεόραση είναι μέσα στη σαχλαμάρα, μια σειρά που ασχολείται με την ιστορία και με το 1821 τουλάχιστον ας τη δούνε. Αυτοί όλοι πιστεύουν πως είναι πουλημένο εξαρχής, με σκοπό να διαμορφώσει τη συνείδησή τους. Για να ξέρεις, είναι μια παραγωγή που ξεκίνησε τον χειμώνα του 2008 και τα γυρίσματα διήρκεσαν από τα τέλη του 2009 μέχρι το 2010. Φαντάζεσαι ότι ακόμα και ο πιο ανεγκέφαλος φασίστας θα κάτσει να σκεφτεί: τόσο μακριά βλέπουν αυτοί του ΔΝΤ; Ότι, δηλαδή, είχαν σκεφτεί πως θα πέσει η κυβέρνηση Καραμανλή με εκλογές, ο Παπανδρέου θα πάει στο μνημόνιο, γι' αυτό έχουμε έτοιμη και μια εκπομπή που θα σπάσει το ηθικό των Ελλήνων». Όλα αυτά φυσικά γίνονται ανώνυμα. «Θρασύδειλοι άνθρωποι με ψευδώνυμα. Τσαντίστηκαν τις προάλλες γιατί τους είπα ότι δεν μπορώ να λέγομαι Τατσόπουλος, όταν έρχεται ο ένας με την ασπίδα του Λεωνίδα κι ο άλλος ως Μακεδονομάχος. Από εδώ και πέρα θα λέγομαι η ψωλή του Βουκεφάλα».

ΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ το παρακολούθησαν περίπου 700.000 άνθρωποι. Δεν συζητήθηκε και πολύ για την αρτιότητά του (αν και πρώτη φορά βλέπουμε τέτοια δουλειά στην ελληνική τηλεόραση) αλλά για τις εθνικιστικές κορόνες που προέκυψαν. Η αναπαραγωγή τους ξεπέρασε το ίδιο το ντοκιμαντέρ. Σε αυτό βοήθησε και η έξη του Τατσόπουλου. «Έχεις απόλυτο δίκιο. Από ένα καρκινικό κύτταρο δημιουργούμε έναν όγκο. Δεν είμαι υπερήφανος που το κάνω. Είναι η προσωπική μου καύλα. Με ευχαριστεί να τα διαβάζω: ένας λέει ότι είμαι "συγγραφέας του κώλου", ότι είμαι "αναρχοαριστερός". Σιγά σιγά στομώνω... και τους κατεβάζω. Μετά κάτι γράφουν που μου φαίνεται εντελώς τρελό και συνεχίζω. Μου έχουν πει και από την παραγωγή να μην ασχολούμαι. Να μην τους βρίζω. Εγώ ρίχνω τα μπινελίκια γιατί το τελευταίο πράγμα που σκέφτομαι είναι να τους απαντήσω σοβαρά. Είναι τρολ κανονικά. Παρόλο που είναι πολύ λίγοι, η φασαρία τους δεν είναι χωρίς αποτέλεσμα. Για εμένα το πρώτο είναι ότι αυτή η σειρά μετονομάστηκε. Κατάφεραν να φοβίσουν όλο το σύστημα ώστε να βγει από τη σειρά ο υπότιτλος: "Η γέννηση ενός έθνους". "Γιατί γέννηση και όχι αναγέννηση;", αναρωτιούνταν. "Δεν υπήρχε ελληνικό έθνος πριν;". Και αρχίζαμε τότε, σαν κυρίες λεπτεπίλεπτες, να κάνουμε μια επιστημονική ανάλυση για το έθνος από τη Γαλλική Επανάσταση κι έπειτα. Φαντάσου, τώρα, να 'χεις κάνει μια παραγωγή που σου έχει κοστίσει 1 εκατ. ευρώ, να έχουν εργαστεί για πάρα πολύ καιρό πάνω από 50 άνθρωποι, με τη λογική ότι θα σκάσουν αυτοί. Αλλά έλα που δεν σκάσανε και συνεχίζουν να μιλάνε για μεγάλη νίκη, λέγοντας ότι νίκησαν κατά κράτος».

Η ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ισοπεδώνει τα πάντα. «Όταν έχεις ένα αναγνωστικό κοινό, όπως έχω εγώ, που μπορεί να αγγίζει στην καλύτερη περίπτωση τις 70-80 χιλιάδες, υποτίθεται πως είσαι ένας πάρα πολύ πετυχημένος συγγραφέας. Στον μεγάκοσμο του τηλεοπτικού κοινού, ένας συγγραφέας που θεωρείται μπεστσελερτζής στον χώρο του και πολύ αναγνωρίσιμος είναι ένα τίποτα. Και να μπορεί κάλλιστα όποιος γουστάρει νσε λέει συγγραφίσκο!». Η εφημερίδα «Ελεύθερη Ώρα» είχε ένα εξώφυλλο, όπου δίπλα στο κεφάλι του Τατσόπουλου έγραφε «Προδότης δεν γεννιέσαι, γίνεσαι». «Τους απάντησα πως συμφωνώ απολύτως: προδότης δεν γεννιέσαι, γίνεσαι, αλλά μαλάκας γεννιέσαι». Η κριτική δεν προέρχεται μόνο από τα εθνικιστικά μπλογκ και έντυπα αλλά και από το σινάφι. Εξάλλου, όποιος του χώρου βγαίνει στο γυαλί αντιμετωπίζεται σαν ένας δικός τους προδότης. «Οτιδήποτε δεν είναι αμιγώς συγγραφικό αντιμετωπίζεται με ένα κράμα φθόνου και αλαζονικής απόσυρσης. Ένας συγγραφέας τυπικών προσόντων θα έλεγε γιατί να το κάνει αυτός που δεν είναι ούτε ιστορικός ούτε ηθοποιός και να μην το κάνω εγώ. Σε αυτό το επιχείρημα δεν μπορώ να απαντήσω. Δεν σταμάτησα ποτέ να γράφω. Δεν μπορώ να συζητήσω σοβαρά με κανέναν το αν είμαι συγγραφέας ή όχι. Μπορώ να μιλήσω σοβαρά με κάποιον για το αν είμαι καλός συγγραφέας ή όχι. Εκεί να κάτσουμε να μιλάμε με τις ώρες. Για την ίδια την ιδιότητα δεν το συζητάω».

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ που ο Τατσόπουλους κατηγορείται ως «ανμπνευστος». Το ίδιο είχε συμβεί και με το αυτοβιογραφικό best seller του Η καλοσύνη των ξένων. Όποτε και να του το πουν, απαντά το ίδιο ποίημα: «Ότι πρέπει να μου αναγνωρίσετε πως έκα- να καλή προεργασία. Φρόντισα οχτώ χρόνων να υιοθετηθώ, μετά έγραψα για ξεκάρφωμα δεκατέσσερα βιβλία και μόλις μου στέρεψε η έμπνευση έγραψα την αυτοβιογραφία μου για να τα πάρω». Η έκφραση «για να τα πάρω» δεν ταιριάζει και πολύ στον Έλληνα συγγραφέα. Το «μαζί τα φάγαμε» τους αγγίζει, αλλά όχι στον βαθμό που μπορεί να ευαισθητοποιεί έναν εκδότη ή έναν εργολάβο. Οι συγγραφείς ζουν σε έναν μικρόκοσμο αλληλοεγκωμίων και αλληλομαχαιρωμάτων. Ο ίδιος έχει ασχοληθεί έντονα με αυτό το θέμα στο βιβλίο του Τιμής Ένεκεν. «Από τη μία έχουμε έναν λαό που δεν διαβάζει. Ένας στους δύο Έλληνες δεν διαβάζει ποτέ κανένα βιβλίο. Συντριπτικό ποσοστό. Ο άλλος, ο μορφωμένος, διαβάζει από 1 έως 8 βιβλία. Εμείς ζούμε επειδή δεν διαβάζει τα ίδια οχτώ βιβλία. Είμαστε μια μικρή αφασική κοινότη- τα που απευθύνεται σε ένα κουφό ακροατήριο. Από κει και πέρα, έχουμε ένα ακροατήριο που δεν μας ξέρει, και τι μας μένει; Μια διαδικασία κατά την οποία θα φάμε τις σάρκες μας ή θα αλλαξοκωλιαστούμε. Μια ανταλλαγή εγκωμίων που μας ανεβάζει το ηθικό. Το 'χω έτοιμο το κουτάκι: ο ανώνυμος λαός δεν με ξέρει και όσοι συγγραφείς λένε κακά πράγματα για μένα το κά- νουν γιατί με μισούν. Οπότε, τι μένει; Αφού δεν με ξέρει κανείς απ' έξω, να τα έχω καλά με το σινάφι μου. Δεν με ενδιαφέρει αυτό το παραμύθι πια. Έχω εκλεγεί τέσσερις φορές στο Δ.Σ. της Ένωσης Ελλήνων Συγγραφέων, έχω παραιτηθεί τις τρεις».

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΙΤΗΘΗΚΕ και από αντιπρόεδρος του ΕΚΕΒΙ. Το υπουργείο δεν παραδέχτηκε αμέσως ότι τους οδήγησε σε απολύσεις με τις περικοπές που πραγματοποίησε, «ήθελαν να δείξουν ότι εγώ είμαι ο Σπύρος Καλογήρου που διώχνει τον κόσμο και ότι αυτοί είναι καλοί». Το θέμα είναι γιατί μπλέκεται; Για να κάνει φασαρία και μετά να την «κάνει»; «Έχω την ψευδαίσθηση ότι μπορώ να κάνω κάτι. Ξεμπλέκομαι ως βραδύνους όταν καταλαβαίνω ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Δεν έχω τη διάθεση να παίζω διακοσμητικό ρόλο οπουδήποτε».

ΚΑΘΟΛΗ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ της συνάντησής μας φωνάζει, αυτοσαρκάζεται, περηφανεύεται, βρίζει. Ξέρει, όμως, πού βρίσκεται. Όλο αυτό το θέαμα κάπου το έχω ξαναδεί. Όχι σε κάποια εκδήλωση βιβλίου αλλά και πάλι στην τηλεόραση. Πετάω και την τελευταία κλισέ κατηγόρια γι' αυτόν, «όλο φωνάζεις, φωνάζεις, αλλά είσαι το αγαπημένο παιδί του συστήματος. Όλο και σε κάποιο πάνελ θα σε δούμε να παίζεις τον ρόλο του συγγραφέα που είναι συνεχώς έξαλλος με την ελληνική κοινωνία». Μαλακώνει. «Το πιο τίμιο θα ήταν να μην πηγαίνω καθόλου. Σε αυτήν τη μεγάλη ταφόπλακα που έχουμε ρίξει τελευταία, να μη μας ξέρει ούτε η μάνα μας θα ήταν ένα λιθαράκι παραπάνω. Δεν νιώθω, όμως, καθόλου το αγαπημένο αντισυστημικό παιδί του συστήματος. Μακάρι να έπαιζα τόσο σοβαρό ρόλο. Απλώς, οι δημοσιογράφοι που δεν είναι του χώρου μου έχουν μια ευρύτερη ατζέντα και σε αυτήν έχουν τρία ονόματα συγγραφέων και ανάμεσά τους είναι και το δικό μου. Είναι τυχαίο. Δεν έχει προκύψει το όνομά μου από μελέτη των βιβλίων μου. Καλούν εμένα και τον Χωμενίδη γιατί εμάς ξέρουν. Και από πού; Μας έχουν δει στην τηλεόραση». Η συζήτησή μας διακόπτεται στο 59:49 από τη γυναίκα του και τη μικρή κόρη του. «Μπορού- με να σταματήσουμε», του λέω. «Ναι», απαντάει, «γιατί αυτή η ιστορία θα μπορούσε να κρατήσει για ώρες».