Η έκφραση «έχουμε ξεφύγει» δείχνει, κατά κανόνα, καταστάσεις που δεν ελέγχονται, ένα χάος που ξεχειλίζει και δεν μαζεύεται. Συνήθως, αυτός που βάζει στο στόμα του τη συγκεκριμένη κουβέντα γίνεται πικρόχολα εριστικός. «Δεν διορθωνόμαστε με τίποτα» λέει και νιώθει ότι ο κόσμος μας κυλάει στην άβυσσο, χωρίς έρμα, χωρίς αρχές και αξίες, χωρίς σταθερές.

 

«Έχουμε ξεφύγει», επαναλαμβάνουν, λοιπόν, ολοένα και περισσότεροι. Μπροστά σε κάθε στραβοπάτημα στην καθημερινή συμπεριφορά, σε κάθε παράβαση των κανονισμών, σε κάθε βρόμικη σκηνή που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια τους ή σε κάποιες οθόνες, είναι οι ίδιοι που καταλήγουν σε δύο εκδοχές: είτε σε μια εκδοχή απελπισίας είτε σε μια εκδοχή αστυνομίας. Ο απελπισμένος είναι αυτός που έχει πια παραιτηθεί, αντικρίζοντας μια πραγματικότητα που του φαίνεται συγχρόνως απαράδεκτη και αδιόρθωτη.

 

Υπάρχει, όμως, και ο άλλος, που «το έχουμε ξεφύγει» τον οδηγεί στο να φαντασιώνεται μια υπερ-αστυνομία: ας πούμε την ευχέρεια του κράτους να βρίσκεται σε κάθε πτυχή της πραγματικότητας, να επεμβαίνει στα ραγίσματα και στις παραμικρές σχισμές, να σβήνει, εν τη γενέσει τους, τις σπίθες του χάους.

 

Η δημοκρατία δεν μπορεί να ταυτίζεται με την ασυνέπεια, το συνεχές ψεύδος, την απατηλή παρηγοριά ή την κούφια ρητορική των υποσχέσεων.


Διαβάζοντας τεκμήρια των μοντέρνων καιρών (από μυθιστορήματα μέχρι εκθέσεις αστυνομικές, από ημερολόγια μέχρι ρεπορτάζ), καταλαβαίνει κανείς πως η αίσθηση του «έχουμε ξεφύγει» είναι χαρακτηριστική αυτής της εποχής. Μεταφράζει πρόχειρα την αγωνία που γεννούν οι υπερβολικές ταχύτητες των αλλαγών, η αύξηση της πολυπλοκότητας, ο γιγαντισμός των οικονομικών διαδικασιών.

 

Σήμερα, όμως, αυτό το αίσθημα διογκώνεται και απλώνεται σε μεγαλύτερο ακροατήριο. Δεν είναι πια ο παλιός γνωστός φόβος του ηλικιωμένου, φόβος συνοδευμένος συνήθως από νοσταλγία για τα νιάτα του. Το «έχουμε ξεφύγει» το ακούς πια και από τριαντάρηδες ή σαραντάρηδες που δεν έχουν προλάβει να αναπολήσουν κάτι, ούτε να αισθανθούν βιολογικούς πανικούς. Είναι ένα καθημερινό υπαρξιακό μελόδραμα που οι πολιτικές του προεκτάσεις έχουν, νομίζω, σημασία για να καταλάβουμε όσα μας συμβαίνουν.


Φυσικά, από το βάθρο των ορθολογικών μας αναλύσεων μπορούμε να περιφρονήσουμε όσους λένε πως έχουμε ξεφύγει. Εύκολα, μπορεί να βαφτίσουμε ηθικό πανικό και συντηρητική παθολογία την καθημερινή μουρμούρα για την απώλεια ελέγχου και την ανομία. Κάποιοι που είμαστε παλιότεροι μπορούμε να ανατρέξουμε και στις αιχμηρές αναλύσεις των φροϊδομαρξιστών για τη σχέση ανάμεσα στους μικροαστικούς φόβους και τον φασισμό. Οι ίδιες απόψεις, άλλωστε, ανακυκλώνονται με διαφορετικό λεξιλόγιο μέχρι τις μέρες μας.

 

Είναι, όμως, πολύ πιθανό πως οι άνθρωποι δεν θα απαλλαγούν από αυτό το αίσθημα αν εσύ απλώς τους βαφτίσεις οπισθοδρομικούς και αντιδραστικούς. Οι πολιτικές ελίτ, τουλάχιστον, καλούνται να δείξουν πως υπάρχουν νόμοι, όρια, θεσμοί. Η ίδια η δημοκρατία χρειάζεται φόρμες και σοβαρότητα για να μην εκτραπεί η απόγνωση των ανθρώπων σε μηδενισμό και οι διάχυτες ευχές για «νόμο και τάξη» σε αυταρχική και νεοφασιστική επιλογή.

 

Η δημοκρατία δεν μπορεί να ταυτίζεται με την ασυνέπεια, το συνεχές ψεύδος, την απατηλή παρηγοριά ή την κούφια ρητορική των υποσχέσεων. Όλα αυτά, όταν διαψεύδονται ή όταν αποδεικνύονται κάλπικα, απλώς ενισχύουν τον ζωτικό χώρο όσων πιστεύουν πως «έχουμε ξεφύγει». Όταν κυριαρχεί η αίσθηση της περιφρόνησης για τον νόμο, μέσα και έξω από το κράτος, πολλαπλασιάζονται οι απελπισμένοι αλλά και οι οπαδοί μιας φανταστικής υπερ-αστυνομίας που υποτίθεται ότι θα βάλει τέλος σε όλες τις παραβάσεις.


Από κει και πέρα, φυσικά, χρειάζεται μια ειλικρινής εξήγηση για να μην υπάρχουν αυταπάτες. Να συνειδητοποιήσουμε, για παράδειγμα, ότι μια ελεύθερη κοινωνία δεν μπορεί ποτέ να (ξανα)γίνει βέβαιη για το πού πατάει και το πού ακριβώς κατευθύνεται. Η απόλυτη βεβαιότητα ανήκει στο σύμπαν των θρησκειών και όποτε εμφανίστηκε στην πολιτική έδωσε δείγματα ολοκληρωτισμού. Αυτό σημαίνει πως πάντα κάτι θα ξεφεύγει και κανένας νόμος, όσο τέλειος κι αν είναι, δεν μπορεί να «καλύψει» τα ρήγματα και τις εκτροπές. Μοιραία θα συμβιώνουμε με κάποιες δόσεις χάους και με τα άγχη, τους φόβους και τις απογοητεύσεις των ημιτελών πραγμάτων που μας περιστοιχίζουν. Θα συνυπάρχουμε, εν τέλει, με πράγματα, σχέσεις, ανθρώπους που δεν τους καταλαβαίνουμε, ούτε πρόκειται να τους συμπαθήσουμε.


Η αλήθεια είναι, πάντως, πως όσοι πιστεύουν πως «έχουμε ξεφύγει» αυτοοικτίρονται για μια χώρα που την νιώθουν ξένη ή για ένα κράτος που το βλέπουν εχθρικά. Αυτά, όμως, θα μπορούσαν να αλλάξουν. Γιατί περνούν από το χέρι της πολιτικής και δεν είναι τυφλές δυνάμεις της μοίρας, ούτε κάποια μεταφυσική κακοδαιμονία του ελληνισμού.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO