Μερικές λέξεις αρχίζουν να κάνουν καριέρα όταν τις σηκώσει ο αέρας μιας εποχής, το κλίμα μιας συγκυρίας. Για χρόνια μπορεί να είναι σε ύπνωση ή να αφορούν μόνο τους μυημένους. Ο εθνομηδενισμός είναι μια τέτοια λέξη. Αναδύθηκε μαζί με τον αποκαλούμενο αορίστως «πατριωτικό χώρο», με τον καιρό όμως έχει γίνει αγαπημένη έκφραση στις παρέες της εθνικιστικής δεξιάς και της ακροδεξιάς.

 

Το καινούργιο –που στάθηκε πραγματική αφορμή γι' αυτό το κείμενο‒ είναι πως τον τελευταίο καιρό η λέξη έχει περάσει στη γενική κυκλοφορία. Συνάντησα, ας πούμε, τον χαρακτηρισμό και σε γραπτά ανθρώπων που υπερασπίζονται την ανοιχτή και εξωστρεφή Ελλάδα.

 

Αν, φυσικά, πάμε πίσω στον χρόνο, το πιθανό είναι ότι η καταγγελία του εθνομηδενισμού ξεκίνησε από ομάδες και έντυπα με εναλλακτική, ή αυτόνομη, προέλευση όπως το «Άρδην». Σε ορισμένους κύκλους της «πατριωτικής αριστεράς» η αντίθεση στους εθνομηδενιστές πήγε να καλύψει μια διπλή επίθεση: στον ταξικό διεθνισμό και στον φιλελεύθερο κοσμοπολιτισμό. Αφορμή στάθηκαν συνήθως συγκεκριμένα θέματα όπως η Κύπρος, τα Βαλκάνια, η αντιμετώπιση της Τουρκίας.

 

Το ζήτημα είναι να αναγνωρίζουμε τα συλλογικά πάθη, τα συναισθήματα και τις ταυτότητες μέσα από τις οποίες πορεύτηκαν οι λαοί. Να τα αναγνωρίσουμε ως ιστορικές πραγματικότητες που αποτυπώθηκαν συχνά σε ισχυρά εθνικά πάθη, πάθη που δεν ήταν μόνο φονικά αλλά έφτιαξαν δεσμούς και σημαντικούς πολιτικούς θεσμούς.


Η αλήθεια είναι, πάντως, ότι ο αφορισμός του επικίνδυνου «εθνομηδενιστή» έγινε κοινός τόπος σε μια ορισμένη δεξιά και ιδίως στα πιο ακραία χωράφια της. Τι περιγράφει όμως αυτή η λέξη; Γιατί ξαφνικά άρχισε να αρέσει σε περισσότερους; Πιστεύω πως εδώ έχουμε κάτι ανάλογο με την άλλη προπαγανδιστική επινόηση των τελευταίων χρόνων: το λεγόμενο «ακραίο κέντρο», έτσι όπως το πολιορκούν με χοντρές γραμμές κάποιοι αριστεροί σχολιαστές και κοινωνικοί κριτικοί.

 

Ο «εθνομηδενισμός», το «ακραίο κέντρο» κ.λπ. είναι, νομίζω, λέξεις που δεν επιδιώκουν να περιγράψουν συγκεκριμένες στάσεις και επιχειρήματα, αλλά περισσότερο να δείξουν έναν εχθρό, να ονοματίσουν τον κακό της υπόθεσης και, φυσικά, να «ξεσκεπάσουν». Ας πούμε πως η πολιτική τους χρήση δεν ανταποκρίνεται σε κάποια έγκυρη θεωρητική αξία παρά μόνο στη σοφιστική τέχνη της κουβέντας και στην ανάγκη για πολιτικά και ψυχικά σύνορα. Είναι σήματα κατατρόπωσης και ιδιότυπα τρολαρίσματα για την εποχή των νευρικών και ανασφαλών πολιτικών ταυτοτήτων.

 

Για παράδειγμα, βλέπουμε να ονομάζονται εθνομηδενιστικά τα πιο διαφορετικά φαινόμενα. Κάποιες κοινωνιολογικές ή ιστορικές θεωρίες για τη γέννηση του νεοελληνικού έθνους αλλά και η υποστήριξη σε διπλωματικές και πολιτικές συμφωνίες που κατηγορούνται ως «εθνικά επιζήμιες».

 

Εθνομηδενιστής θα βαφτιστεί ο αναρχικός που καίει τη σημαία, φωνάζοντας «κάτω η πατρίδα», αλλά και ο ερευνητής που ελέγχει με κριτική διάθεση ισχυρισμούς της εθνικής ιδεολογίας. Σαν να αποτελούν κάτι ενιαίο η καταστροφική και η κριτική χρήση των συμβόλων, η αμφιβολία και η μηδενιστική άρνηση.

 

Για εθνομηδενισμό θα κατηγορηθούν, επιπλέον, και όσοι εξακολουθούν να υπερασπίζονται την ιδέα της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης (εδώ ως μετεξέλιξη του προσβλητικού «ευρωλιγούρη») αλλά και οποιοσδήποτε θέλει να ερευνήσει τις ευθύνες του ελληνικού εθνικισμού σε πολιτικές τραγωδίες και γεγονότα του 20ού αιώνα.


Φαίνεται, λοιπόν, πως κι αυτή η λέξη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ουδέτερα και απλώς περιγραφικά. Διότι έχει στον πυρήνα της τη διάθεση για ατίμωση του αντιπάλου. Ο προορισμός της είναι να κάνει τον ενοχλημένο ακροατή να κουνήσει το κεφάλι με όσους «θέλουν το κακό του ελληνισμού» και αποκλίνουν από την ενιαία «εθνική στάση», όχι να ενθαρρύνει μια πιο γενναιόδωρη και ευαίσθητη αντιμετώπιση στα θέματα της εθνικής ταυτότητας.


Είναι τελείως λάθος ο χαρακτηρισμός; Μια πιο κομψή εκδοχή για εκείνο το παλιό σχήμα των «αντεθνικώς δρώντων»; Σε μεγάλο βαθμό, ως πολεμικός και προπαγανδιστικός χαρακτηρισμός, ναι. Λειτουργεί αντικειμενικά ως κατηγορητήριο για λειψή και προβληματική εθνική συνείδηση.

 

Είναι, λοιπόν, μεγάλο λάθος να απευθύνει κανείς τον χαρακτηρισμό με ελαφρότητα και σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Διότι δεν είναι εθνομηδενισμός η απομυθοποίηση πλευρών της δικής μας Ιστορίας ούτε η επιλογή υπέρ συγκεκριμένων συμφωνιών του ελληνικού κράτους. Και δεν έχει, φυσικά, κάτι το εθνομηδενιστικό η κριτική σε συλλαλητήρια και καταλήψεις σχολείων για τη Μακεδονία.


Πιο σωστό θα ήταν να εντοπίσει κανείς ιστορικό και πολιτικό αναλφαβητισμό και, βέβαια, απίθανη σύγχυση στη στάση όσων λένε «σκατά στις πατρίδες» ή «η Μακεδονία είναι κινέζικη» ‒ αλλά, σοβαρά τώρα, ας σκεφτούμε ποιο βάρος έχουν αυτά τα εφηβικά συνθήματα στην κοινωνία μας.

 

Επιπόλαιες και ιστορικά ρηχές –όχι εθνομηδενιστικές‒ μπορεί ακόμα να είναι εκείνες οι αντιλήψεις που παραβλέπουν ή περιφρονούν τους ιστορικούς δεσμούς των λαών με τα έθνη κράτη αλλά και την περίπλοκη σχέση ανάμεσα στο έθνος και στη δημοκρατία. Και αυτές όμως δεν έχουν την ισχύ ή την έκταση που τους αποδίδεται.


Το ζήτημα είναι να αναγνωρίζουμε τα συλλογικά πάθη, τα συναισθήματα και τις ταυτότητες μέσα από τις οποίες πορεύτηκαν οι λαοί. Να τα αναγνωρίσουμε ως ιστορικές πραγματικότητες που αποτυπώθηκαν συχνά σε ισχυρά εθνικά πάθη, πάθη που δεν ήταν μόνο φονικά αλλά έφτιαξαν δεσμούς και σημαντικούς πολιτικούς θεσμούς.


Μη φεύγει, όμως, από τη σκέψη μας η συγκυρία και ιδίως τα παιχνίδια που παίζονται με την ταυτότητα και τις απειλές της. Το να μιλάς αυτό τον καιρό για εθνομηδενισμό είναι σαν να αφήνεσαι να παρασυρθείς στο ρεύμα της συγκυρίας. Υπάρχουν, φυσικά, πολλοί λόγοι να νιώθει κανείς ανασφαλής σήμερα.

 

Θα ήταν προτιμότερο να παραδεχτούμε απλώς ότι ο «εθνομηδενισμός» είναι ένα αδειανό πουκάμισο που μπορεί όμως να προκαλέσει ζημιά, όταν αρχίζουν να το ανεμίζουν περισσότεροι. Ποια ζημιά; Τη μετατόπιση της συζήτησης από τις διαφορετικές μας εκτιμήσεις για την εθνική αλήθεια στον έλεγχο του πατριωτικού φρονήματος των φίλων και των αντιπάλων μας. Αχρείαστο και διαβολικά επικίνδυνο πράγμα.