Μοιάζει σχεδόν με το στερεότυπο που ταιριάζει με τη ζωή και παίρνει σάρκα και οστά. Ιδίως για όσους προβάλλουν παντού και σε κάθε αφορμή τη διαίρεση Αριστεράς - Δεξιάς. Φτιάχνεται έτσι κάτι σαν σειρά αντιθετικών ζευγών: Λατινικά («Δεξιά») - Κοινωνιολογία («Αριστερά»), Λατινικά (συντήρηση, νεκρή φόρμα) - Κοινωνιολογία (πρόοδος, ζωντανό περιεχόμενο), Λατινικά (ιεραρχία) - Κοινωνιολογία (ισότητα) κ.λπ.


Ένας αστήρικτος και φαιδρός συνειρμός ακολουθεί σαν φάντασμα τη ζωή μας και μας εμποδίζει να σκεφτούμε, να κρίνουμε, να αποπολιτικοποιήσουμε (ναι, γιατί επιτέλους δεν είναι όλα πολιτικά) κάποιο ψήγμα αυτής της πραγματικότητας.


Το τραγικό είναι, πάντως, ότι σε αυτήν τη χώρα, αλλά και σε κάποια εκπαιδευτικά περιβάλλοντα και άλλων χωρών, όπως της Γαλλίας, όντως η Κοινωνιολογία έχει υπερεπενδυθεί ή «έγινε πεδίο παρέμβασης» από την Αριστερά. Για την ακρίβεια, από διάφορες εκδοχές ριζοσπαστισμού.

 

Έχουμε καταρχάς ένα γνωστικό αντικείμενο που αποτέλεσε την κεντρική κοινωνική επιστήμη των νεωτερικών κοινωνιών, την κατεξοχήν επιστήμη του αστικού και βιομηχανικού κόσμου. Μετά τη δεκαετία του '70, όμως, και την ανάσχεση των ριζοσπαστικών κινημάτων του Μάη, αλλά και την κατοπινή πορεία υποχώρησης των μαρξιστικών ιδεών στη Δύση και αλλού, κάποιοι ανέθεσαν στην Κοινωνιολογία τον ρόλο του πολεμικού όπλου και της στρατευμένης επιστήμης κατά του «νεοφιλελεύθερου παραδείγματος».

 

Tα Λατινικά είναι το «Καλό» και η Κοινωνιολογία το «Κακό»; Μόνο κάποιος που θα ήθελε να συντηρεί στη ζωή μας το Δεξιά - Αριστερά –και μάλιστα με ηθικολογικές αποχρώσεις– θα μπορούσε να το πιστεύει αυτό. Μόνο κάποιος που πιστεύει πως ανεμίζοντας τις κλασικές αξίες καταπολεμά τον ΣΥΡΙΖΑ ή κάποιος, από την άλλη, που πιστεύει πως με τη βοήθεια του Μπουρντιέ και κάποιων άλλων ριζοσπαστών κοινωνιολόγων γκρεμίζει τα «κάστρα του δεξιού συντηρητισμού.


Έτσι, ενώ στη μεγάλη κοινωνιολογική παράδοση υπάρχουν όλα τα ρεύματα και οι ευαισθησίες (από τον Κοντ, τον Ντιρκέμ και τον Βέμπερ ως τον Πάρσονς, τον Μπουρντιέ, τον Ρεμόν Μπουντόν κ.λπ.), τα τελευταία χρόνια έχουμε την υπερεκπροσώπηση ενός ρηχού κοινωνιολογικού αριστερισμού. Από μια πλούσια παράδοση που αναστοχαζόταν το τι σημαίνει σύγχρονη κοινωνία, φτάσαμε σε απλουστευτικές επιθέσεις και προσπάθειες αποδόμησης. Πριν κατανοήσει κανείς, να σπεύδει στην «κριτική της κυριαρχίας», λες και κριτική σκέψη σημαίνει προσχωρώ απλώς σε ένα πρόγραμμα πολιτικής επίθεσης με κάποιο επιστημονικοφανές λεξιλόγιο.

 

Σημαίνουν όμως αυτά πως τα Λατινικά είναι το «Καλό» και η Κοινωνιολογία το «Κακό»; Μόνο κάποιος που θα ήθελε να συντηρεί στη ζωή μας το Δεξιά - Αριστερά –και μάλιστα με ηθικολογικές αποχρώσεις– θα μπορούσε να το πιστεύει αυτό. Μόνο κάποιος που πιστεύει πως ανεμίζοντας τις κλασικές αξίες καταπολεμά τον ΣΥΡΙΖΑ ή κάποιος, από την άλλη, που πιστεύει πως με τη βοήθεια του Μπουρντιέ και κάποιων άλλων ριζοσπαστών κοινωνιολόγων γκρεμίζει τα «κάστρα του δεξιού συντηρητισμού».

 
Μόνο που όλα τούτα δεν έχουν καμιά πηγαία αλήθεια. Πρώτον, διότι ούτε τα Λατινικά (ή τα Αρχαία Ελληνικά) είναι κάτι αναχρονιστικό και συντηρητικό ούτε η Κοινωνιολογία (ή η Πολιτική Οικονομία) κάτι σώνει και καλά προοδευτικό. Εξαρτάται από τους όρους διδαχής, τον διδάσκοντα, την όλη δομή του προγράμματος σπουδών.

 

Αν έχεις έναν φιλόλογο ξέπνοο γραφειοκράτη της γραμματικής ή έναν κοινωνιολόγο που επείγεται να ξεμπερδεύει με τον «αστό» Βέμπερ για να συζητήσει για τη νεοφιλελεύθερη Ευρωπαϊκή Ένωση, και τα Λατινικά και η Κοινωνιολογία θα γίνονται σκόνη. Θα μετατρέπονται σε κάτι βουβό και άγονο.


Όσο, επίσης, επικρατεί, σε γενικότερο επίπεδο, η αντίληψη πως κάτι μη άμεσα χρηστικό είναι τζάμπα κόπος και χαμένος χρόνος, πάλι χαμένες είναι αμφότερες: και η Βιργιλίου Αινειάδα και η θεωρία των κοινωνικών γεγονότων του Ντιρκέμ.


Η προσωπική μου αίσθηση είναι ότι τα Λατινικά πρέπει να διδάσκονται και να έχουν τη θέση τους ιδίως στη βασική παιδεία των παιδιών που προσανατολίζονται στα νομικά, στις πολιτικές επιστήμες ή στη θεολογία. Δεν εκπροσωπούν απλώς ένα γλωσσικό κοίτασμα για μια ολόκληρη ευρωπαϊκή (και στη συνέχεια: πλανητική) οικουμένη.

 

Ακόμα και στον 21ο αιώνα εκπέμπουν μια ενεργή σοφία που αγκαλιάζει από τα ονόματα των φυτών και των βοτάνων μέχρι τη ρίζα των μισών από τις λέξεις της Κοινωνικής Επιστήμης. Και η ίδια, άλλωστε, η Κοινωνιολογία ως Sociology χρωστάει την ύπαρξή της στο socius και στα socii, στις συμμαχικές φυλές και φίλιες κοινότητες της Ρώμης.


Τα Λατινικά και η Κοινωνιολογία, λοιπόν, ως σύμμαχοι και σύντροφοι (socii), πέρα από την αυθαίρετη μετεγκατάστασή τους στον ελληνικό αριστεροδεξιό αναχρονισμό του 2018.


Συνέταιροι μιας ενιαίας και πλουραλιστικής γνώσης που δεν έχει ανάγκη από πολιτικούς επιτρόπους ή ιεροφάντες της παράδοσης.